Ο πικρός Απρίλιος για το “νικηφόρο” Τραμπ!
01/04/2026
6 Απριλίου είναι η τελευταία προθεσμία, η τρίτη κατά σειρά μετά από δυο αναβολές του τελεσίγραφου, που έδωσε ο Τραμπ για να μην πλήξει ηλεκτροπαραγωγές εγκαταστάσεις του Ιράν, πετρελαιοπηγές «και ίσως όλες τις εγκαταστάσεις αφαλάτωσης». Πολλοί αξιωματούχοι του μιλούν για «εβδομάδες και όχι μήνες» πολέμου. Πολλοί αναλυτές θεωρούν τον Απρίλιο καταληκτική ημερομηνία της κρίσης.
Ο δε Ρούμπιο απαρίθμησε αναδρομικά τους στόχους της επιχείρησης που είναι η καταστροφή της ιρανικής αεροπορίας, η καταστροφή του ναυτικού, η μείωση της ικανότητας εκτόξευσης πυραύλων «και η καταστροφή των εργοστασίων τους», δηλαδή στόχοι που ανά πάσα στιγμή μπορεί βολικά να θεωρηθεί ότι «επιτεύχθηκαν».
Οι ΗΠΑ δεν αναζητούν μόνο διέξοδο, αναζητούν διέξοδο το πολύ μέσα στον Απρίλιο. Είναι ειλικρινής και όχι τυχαία επιθυμία. Το αν θα επιτευχθεί ή όχι είναι άλλο ζήτημα. Η επιθυμία σχετίζεται με δυο παράγοντες. Κατά κύριο λόγο με τις τιμές του πετρελαίου και φυσικού αερίου και άλλων προϊόντων, και δευτερευόντως με τη συρρίκνωση των αποθεμάτων πολεμικού υλικού, κυρίως των αναχαιτιστικών.
Η ριμάδα η ανελαστική ζήτηση πετρελαίου
Από όλα τα προϊόντα που απειλούνται με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα σταθούμε στο πιο σημαντικό, το πετρέλαιο. Η ελαστικότητα της ζήτησης για το πετρέλαιο είναι από τα πιο μελετημένα μεγέθη στα οικονομικά των ενεργειακών αγορών. Δηλαδή το πόσο μειώνεται η ζήτηση όσο αυξάνεται η τιμή μέχρι να επέλθει μια νέα ισορροπία προσφοράς-ζήτησης σε μια τιμή υψηλότερη από πριν αλλά «λογική».
Λοιπόν, η πετρελαϊκή αγορά θεωρείται μια εξαιρετικά ανελαστική αγορά βραχυπρόθεσμα ως προς τη ζήτηση. Που σημαίνει ότι μέχρι να επέλθει μεσοπρόθεσμα μια νέα ισορροπία, περίοδος που μπορεί να κρατήσει πολλούς μήνες, η ζήτηση επειδή είναι σχετικά ανελαστική βραχυπρόθεσμα μπορεί να εκτοξεύσει την τιμή σε δυσθεώρητα ύψη, απαγορευτικά για ένα μεγάλο εύρος παραγωγικών διαδικασιών, υπηρεσιών και κατανάλωσης.
Η αύξηση της τιμής με τη μείωση της προσφοράς είναι περίπου λογαριθμική. Θεωρώντας τη μέση διεθνή ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή στο 5%, μια μείωση της προσφοράς κατά 2% μπορεί να αυξήσει την τιμή κατά 10%. Μια μείωση της προσφοράς κατά 11%, δηλαδή από τα περίπου 100 εκ. βαρέλια στα 89, μπορεί θεωρητικά να οδηγήσει σε υπερτριπλασιασμό της τιμής από τα 70 δολάρια το βαρέλι προπολεμικά στα 224 δολάρια. Μια μείωση της προσφοράς κατά 20%, όσο δηλαδή μια ολική διακοπή της τροφοδοσίας από τον Περσικό, μπορεί να την πενταπλασιάσει στα 350 δολάρια το βαρέλι.
Μέχρι τις 23/3 βρισκόμασταν στο μεσαίο σενάριο, δηλαδή της μείωσης της προσφοράς κατά 11 εκ. βαρέλια. Η μείωση δεν έφτασε τα 20 εκ. βαρέλια λόγω της προσφοράς στρατηγικών αποθεμάτων, του «σκιώδους» ιρανικού πετρελαίου, και των ελάχιστων τάνκερ που περνούν τα Στενά από τα 50 που περνούσαν ημερησίως πριν τον πόλεμο. Και η τιμή δεν πλησίασε προς τα 224 δολάρια γιατί οι αγορές εκτιμούν ακόμη ότι η κρίση θα λήξει σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ο Πολ Κρούγκμαν για μείωση της προσφοράς από 12% έως 16% και διαφορετικά σενάρια ελαστικότητας της ζήτησης υπολογίζει την τιμή από 123 (στο υπεραισιόδοξο σενάριο ελαστικότητας) έως 372 δολάρια το βαρέλι.
Οι τιμές πετρελαίου
Σύμφωνα με αναλυτές που επικαλείται το Reuters, μια ανακοίνωση σύντομου τερματισμού του πολέμου αλλά με διατήρηση της απειλής από το Ιράν επιλεκτικής διέλευσης στα Στενά θα διαμορφώσει τις τιμές μεταξύ $50 και $150, η συνέχιση του πολέμου στα σημερινά επίπεδα κλιμάκωσης μεταξύ $100 και $190, μια καταστροφή στο νησί Χαργκ μεταξύ $120 και $200. Οι υπολογισμοί αυτοί, όμως, προϋποθέτουν σε κάθε περίπτωση την πρόβλεψη από τις αγορές ότι η κρίση θα τελειώσει σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η JP Morgan εκτιμά ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης στα Στενά για ένα μήνα ακόμη θα οδηγήσει το πετρέλαιο στα $150. Μετά το μήνα;
Όσο περνούν οι εβδομάδες η πυρόσβεση των τιμών από τη χρήση στρατηγικών αποθεμάτων θα φθίνει και κυρίως οι αγορές θα αντιδράσουν με την πρόβλεψη ότι αυτή θα είναι η κατάσταση για μήνες. Η εκτόξευση της τιμής στον ουρανό δεν θα είναι σταδιακή αλλά απότομη, όσο απότομη ήταν και αύξηση από τα 70 σε πάνω από 110 δολάρια το βαρέλι, και ο Τραμπ δεν θα μπορεί να πουλά ελπίδες εκτόνωσης. Ήδη οι αγορές έχουν αρχίσει να μην επηρεάζονται από τις δηλώσεις του.
Περιττεύει να πούμε τι θα σήμαινε για την παγκόσμια και την αμερικανική οικονομία να οδεύει το πετρέλαιο προς τα 200 δολάρια. Μόνος κερδισμένος από τις μεσαιομεγάλες δυνάμεις θα ήταν σίγουρα η Ρωσία, μακροπρόθεσμα το πιθανότερο και η Κίνα, και πιο χαμένος απ’ όλους οι ίδιες οι ΗΠΑ λόγω των όρων σύνδεσής τους με την παγκόσμια οικονομία, ακόμη και αν επανέφεραν την απαγόρευση εξαγωγής πετρελαίου που διήρκεσε από το 1975 έως το 2015 (ο Λευκός Οίκος έσπευσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο καθησυχαστικά).
Από τον FAFO στον TACO Τραμπ
Συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι μόνο το πώς θα λήξει η κρίση αν το Ιράν δεν κάνει πίσω και οι ΗΠΑ πρέπει να φύγουν «νικητές», που ήδη μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου, αλλά πώς αυτό θα γίνει μέχρι και τον Απρίλιο. Αυτό είναι το θρίλερ που διαδραματίζεται στην Ουάσιγκτον. Προς τα έξω αποτυπώνεται κάπου ανάμεσα σε δηλώσεις του τύπου «πετύχαμε τους στόχους μας και είμαστε μπροστά από το χρονοδιάγραμμα» και φοβέρες για κλιμάκωση που «οι Ιρανοί θα μετανιώσουν». Ως προς το αν οι Ιρανοί «εκλιπαρούν για συμφωνία» θα ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ο εκλιπαρών απαιτεί αλλαγή της σύνθεσης των διαπραγματευτών του αντιπάλου…
Η φυγή σε μια κλιμάκωση του τυχοδιωκτισμού για να πιέσει το Ιράν, εκτός των στρατιωτικών ρίσκων, ενέχει το πολύ μεγαλύτερο ρίσκο να εντείνει το αδιέξοδο από το οποίο θέλει να εξέλθει η Ουάσιγκτον. Υπάρχουν χοντρικά δυο δυνατά επίπεδα κλιμάκωσης. Το υψηλότερο είναι η πραγματοποίηση της απειλής για καταστροφή ενεργειακών εγκαταστάσεων ή κατάληψη σημαντικών σημείων στον Κόλπο. Κάτι τέτοιο όχι μόνο υπάρχει κίνδυνος λόγω απωλειών να μειώσει το προφίλ του «νικητή» με το οποίο θα επιθυμούσε να χάσει ο Τραμπ ένα χαμένο πόλεμο, αλλά κυρίως η ανταπάντηση του Ιράν μπορεί να κλειδώσει την εφιαλτική προοπτική για τις αγορές που θέλει να αποφύγει η Ουάσιγκτον, ενώ ακόμη και το άνοιγμα με αυτό τον τρόπο των Στενών είναι τουλάχιστον αμφίβολο. Η Τεχεράνη θα σκληρύνει, δεν θα μαλακώσει.
Αν δεν έχουν παρανοήσει εντελώς στο Λευκό Οίκο οι σχετικές απειλές του Τραμπ είναι λογικά μπλόφα και επικοινωνιακή παράσταση προς τον υπόλοιπο κόσμο, όχι προς το Ιράν. Αυτό το chicken game της αμοιβαίας καταστροφής το παίζει από θέση ισχύος η Τεχεράνη, όχι η Ουάσιγκτον, και πλησιάζει λογικά η ώρα που θα ο FAFO Τραμπ θα δώσει τη θέση του στον TACO Τραμπ. Βέβαια, η δήλωση Γουίτκοφ πριν τον πόλεμο ότι ο Τραμπ αναρωτιόταν «γιατί η Τεχεράνη δεν είχε ακόμη συνθηκολογήσει» με όλη τη στρατιωτική πίεση της αρμάδας, εφόσον ήταν ακριβής προκαλεί ερωτηματικά για το αν όντως δεν έχουν παρανοήσει. Επιπλέον είναι υποφερτό να εκβιάζονται από το Σι Πινγκ ή τον Πούτιν και αλλιώς να εκβιάζονται από τους υποδεέστερους Φρουρούς της Επανάστασης…
Ένα χαμηλότερο επίπεδο «κλιμάκωσης» θα ήταν μια περιορισμένη επιχείρηση, για τις ΗΠΑ πιο ασφαλής στρατιωτικά που θα αύξανε το προφίλ του «νικητή», και για το Ιράν πιο ανεκτή ώστε να μην απαντήσει με κλιμάκωση σε χώρες του Κόλπου. Το πρόβλημα και εδώ είναι ότι δεν θα έχει επιλυθεί το μείζον του ανοίγματος των Στενών παρά μόνο μια δευτερεύουσα επικοινωνιακή διάσταση. Για να επιλυθεί θα πρέπει οι ΗΠΑ να χάσουν όπως και αν το αμπαλάρουν.
Συνεπώς, το δίλημμα αυτή τη στιγμή για το Λευκό Οίκο είναι αν οι ΗΠΑ θα χάσουν (με ή χωρίς κάποια περιορισμένη χερσαία επιχείρηση) ή αν προκειμένου να μη χάσουν προχωρήσουν σε ενέργειες από τις οποίες κινδυνεύουν να χάσουν πολύ. Η τελική επιλογή για ένα λογικό παίκτη είναι σχεδόν φορσέ.
Για την ιστορία, η κήρυξη πολέμου της ναζιστικής Γερμανίας στις ΗΠΑ μετά το Περλ Χάρμπορ Δεκέμβριο 1941 θεωρείται ένα από τα μεγάλα αναπάντητα ερωτήματα. Ο πόλεμος της Ιαπωνίας κατά των ΗΠΑ έσβηνε κάθε προοπτική ανοίγματος δεύτερου μετώπου για τη Σοβιετική Ένωση στα ανατολικά της, και έξω από τη Μόσχα πριν ακόμη την ήττα ο κεραυνοβόλος πόλεμος της Βέρμαχτ είχε ήδη αποδειχθεί απατηλός. Η κήρυξη πολέμου στις ΗΠΑ ενίσχυε μαθηματικά την προοπτική της αυτοκαταστροφής. Η επικρατούσα απάντηση είναι ότι με εκείνη τη φυγή προς τα μπρος ο Χίτλερ δεν είχε να χάσει περισσότερα, αν τελικά ο Άξονας έχανε. Συνεπώς, δεν ήταν παράνοια. Αυτή είναι και η διαφορά με το σημερινό δίλημμα των ΗΠΑ στο Ιράν. Έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα αν παρανοήσουν…





