Θα αποδειχτεί πολιτική αυτοχειρία η εμπλοκή Τραμπ στο Ιράν;
07/04/2026
Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε ένα πρωτοφανές στρατηγικό αδιέξοδο μπροστά στην ανυποχώρητη στάση του Ιράν, με τον Τραμπ να αναζητά διαφυγή από την πολεμική περιπέτεια στη Μέση Ανατολή. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ χρειαζόταν μια γρήγορη νίκη, με συγκεκριμένα αποτελέσματα στην στρατιωτική επιχείρηση και την ευκαιρία να επιδείξει κάτι ως τρόπαιο.
Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν προγραμματιστεί για τις 3 Νοεμβρίου 2026 και η πλειοψηφία των Αμερικανών αντιτίθεται στη στρατιωτική δράση. Η επίδειξη μίας επιτυχίας θα αντιστάθμιζε το οικονομικό και πολιτικό κόστος της σύγκρουσης. Η στρατιωτική εμπλοκή του Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν επικρίθηκε ακόμη και από Αμερικανούς στρατιωτικούς. Όταν ο Τραμπ οδήγησε τις ΗΠΑ στον πόλεμο, έδωσε ελάχιστες εξηγήσεις, με τους δηλωμένους στόχους της κυβέρνησης να κυμαίνονται από την αποτροπή μιας επικείμενης ιρανικής επίθεσης, μέχρι την παράλυση του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, ή ακόμη και την ανατροπή της κυβέρνησής της.
Με τους στόχους να αποτυγχάνουν, προσπαθεί τώρα να βρει διέξοδο από μια αντιδημοφιλή σύγκρουση, ανακοινώνοντας αντικρουόμενα αφηγήματα, κάτι που σύμφωνα με επικριτές του, έχει περιπλέξει ακόμη περισσότερο μια ήδη δύσκολη κατάσταση, με το Ιράν να παραμένει ανυποχώρητο, παρά τους καταστροφικούς αμερικανο-ϊσραηλινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Οι εξελίξεις από τον πόλεμο δείχνουν ότι οι ΗΠΑ έπεσαν σε μια θανάσιμη παγίδα, από την οποία είναι αδύνατον να δραπετεύσουν με τους δικούς τους όρους. Η Ουάσινγκτον μοιάζει πλέον εγκλωβισμένη σε έναν πόλεμο που δεν μπορεί πια να ελέγξει.
Οι αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις, παρά την αποφασιστικότητα τους, απέτυχαν στον πολιτικό στόχο της σύγκρουσης, την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Αρχικά, αρκετοί αναλυτές στο Ισραήλ θεωρούσαν πιθανόν ότι, η ένταση των στρατιωτικών χτυπημάτων θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερική αποσταθεροποίηση στο Ιράν και να οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη. Οι τελευταίες εκτιμήσεις όμως δείχνουν ότι το πολιτικό σύστημα του Ιράν εμφανίζεται πιο ανθεκτικό από ό,τι είχε προβλεφθεί.
Ο καταλυτικός ρόλος του Νετανιάχου
Το κύριο ερώτημα που βασανίζει το κατεστημένο της Ουάσινγκτον είναι: Πώς να ξεφύγει κανείς από την παγίδα στην οποία, σύμφωνα με πολλούς, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει σύρει τη χώρα; Αυτό που ξεκίνησε ως “επιχείρηση αντιποίνων” εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας, μεταξύ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών από τη μία πλευρά και του Ιράν από την άλλη, με την Μέση Ανατολή να φλέγεται στη σημαντικότερη σύγκρουση από τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους. Για τον Τραμπ, ο οποίος επέστρεψε στον Λευκό Οίκο με την υπόσχεση να τερματίσει τους ατελείωτους πολέμους και να θέσει “την Αμερική πρώτα”, αυτή η σύγκρουση έχει γίνει μια ιστορική ειρωνεία.
Ο Τραμπ ανέκαθεν τοποθετούνταν ως επικριτής της αποτυχημένης πολιτικής “αλλαγής καθεστώτος” που εφάρμοσαν οι προκάτοχοί του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. «Η εισβολή στη Μέση Ανατολή είναι η χειρότερη απόφαση στην ιστορία», έγραψε το 2019 και αυτά τα συνθήματα έγιναν ο ακρογωνιαίος λίθος της προεδρικής του εκστρατείας το 2024. Το σύνθημά του “Τραμπ= Ειρήνη” ήταν ένα επαναλαμβανόμενο ρεφρέν σε κάθε συγκέντρωση.
Στην πραγματικότητα, η δεύτερη θητεία του αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από τις προεκλογικές υποσχέσεις. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου, ο οποίος διεξήγαγε μια μεθοδική και επιτυχημένη εκστρατεία για να πείσει τον Αμερικανό ηγέτη. Το αποκορύφωμα ήταν η επίσκεψη του Νετανιάχου στο Mar-a-Lago τον Δεκέμβριο του 2025 και το μοιραίο τηλεφώνημα στις 23 Φεβρουαρίου 2026, όταν ο Νετανιάχου μοιράστηκε πληροφορίες με τον Τραμπ, σχετικά με την τοποθεσία των ηγετών του Ιράν.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, προσπαθώντας να εξηγήσει τη λογική της επέμβασης, έκανε μια δήλωση, την οποία στη συνέχεια προσπάθησε γρήγορα να την αποκηρύξει. Αρχικά, παραδέχτηκε ότι “η απειλή για τις ΗΠΑ δεν προερχόταν από άμεσες ιρανικές ενέργειες, αλλά από το γεγονός ότι το Ισραήλ επρόκειτο να χτυπήσει πρώτο και οι ΗΠΑ επέλεξαν να εξαπολύσουν ένα προληπτικό χτύπημα, για να ελέγξουν την κλιμάκωση και να αποφύγουν μεγαλύτερες απώλειες”. Αργότερα, ο Ρούμπιο και ο ίδιος ο Τραμπ απέρριψαν αυτή την εκδοχή, επιμένοντας ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα παρέμεινε: Το Ιράν αποκαλεί αυτόν τον πόλεμο “πόλεμο επιλογής”, που διεξάγεται προς το συμφέρον του Ισραήλ.
Κλιμάκωση χωρίς στόχους – Αντιφάσεις
Η σύγκρουση είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα αρχικά σχέδια. Αυτό που ξεκίνησε ως ακριβείς επιθέσεις σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις μετατράπηκε σε πόλεμο φθοράς, με στοιχεία απρόβλεπτου χαρακτήρα. Η στρατηγική του Ιράν είναι να διαφοροποιήσει τις επιθέσεις του και να ανοίξει πολλαπλά μέτωπα εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Ο στόχος είναι να εξαντληθεί σταδιακά ο αντίπαλος και να επιτύχει πιο αποτελεσματικά πλήγματα κατά των αμερικανικών και ισραηλινών συμφερόντων, προκειμένου να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες για μια συνολική και διαρκή κατάπαυση του πυρός.
Η κατάσταση περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο, από την παρέμβαση της Χεζμπολάχ, η οποία άνοιξε ένα δεύτερο μέτωπο εναντίον του Ισραήλ από τον Λίβανο, προκαλώντας αμέσως μια επιχείρηση απάντησης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων στη Βηρυτό. Στη θάλασσα: Για πρώτη φορά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα αμερικανικό πυρηνικό υποβρύχιο βύθισε ένα πολεμικό πλοίο, την ιρανική φρεγάτα Dena, στον Ινδικό Ωκεανό, μακριά από την ενεργό ζώνη μάχης. Το γεγονός αυτό προκάλεσε γεωπολιτική ένταση, ακόμη και στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ινδία, καθώς το πλοίο δέχθηκε επίθεση στη ζώνη ινδικής επιρροής, αμέσως μετά από επίσκεψη σε ινδικό λιμάνι.
Οι επίσημοι στόχοι του πολέμου μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ άρχισαν ξαφνικά να διχάζονται. Ο Νετανιάχου, για τον οποίο αυτός ο πόλεμος αποτελεί μια ευκαιρία να μείνει στην ιστορία ως αυτός που εξάλειψε την κύρια απειλή για το Ισραήλ και ταυτόχρονα έναν τρόπο να ξεφύγει από σκάνδαλα διαφθοράς και τα προβλήματα του προϋπολογισμού, χρειάζεται μια παρατεταμένη εκστρατεία που θα του επιτρέψει να εδραιώσει την εξουσία του, πριν από τις εκλογές και να αναβάλει την ψήφο εμπιστοσύνης στην Κνεσέτ. Αντίθετα, η κυβέρνηση Τραμπ, αντιμέτωπη με την πτώση των ποσοστών δημοτικότητας (μόνο το 25% των Αμερικανών υποστηρίζει τις επιθέσεις στο Ιράν) και την αύξηση των τιμών της βενζίνης στο εσωτερικό της χώρας, αναζητά μια “πρόωρη αποκλιμάκωση”.
Απομόνωση των ΗΠΑ
Επιπρόσθετα η διεθνής απομόνωση των ΗΠΑ σε αυτήν τη σύγκρουση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Ο Τραμπ, συνηθισμένος σε μονομερείς ενέργειες, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση, όπου ακόμη και οι στενότεροι σύμμαχοί του έχουν λάβει στάση αναμονής, ή έχουν κρατήσει αποστασιοποίηση, με αποτέλεσμα την αμερικανική απομόνωση. Σε αντίθεση με τον επιτυχημένο σχεδιασμό του Πολέμου στον Περσικό Κόλπο το 1991, όπου η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους δημιούργησε μια 35-μελή διεθνή συμμαχία πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, η σημερινή αμερικανική ηγεσία επιχειρεί να μοιραστεί τη στρατηγική ευθύνη με άλλες δυνάμεις, αφού η κρίση έχει ήδη ξεκινήσει, έχοντας βρεθεί σε αδιέξοδο…
Η καθυστέρηση αυτή όχι μόνο μειώνει την επιρροή των ΗΠΑ, αλλά παρέχει στους αντιπάλους, όπως το Ιράν, την ευκαιρία να υπερισχύσουν στρατηγικά και διπλωματικά. Το Ιράν με ανεπανάληπτη στρατηγική βάζει βόμβα στην υποτιθέμενη ενότητα του δυτικού μπλοκ. Στις 3 Απριλίου 2026, το γαλλικό CMA CGM Kribi έγινε το πρώτο πλοίο Δυτικής Ευρώπης που διέσχισε τα Στενά του Ορμούζ από την αρχή της πολεμικής κρίσης στην περιοχή, ακολουθώντας πιστά τη διαδρομή, κατά μήκος της ιρανικής ακτογραμμής.
Η διέλευση αυτή δεν ήταν τυχαία· αποτελεί σαφή ένδειξη στήριξης της Τεχεράνης προς τη Γαλλία, μετά την απόφαση του Παρισιού να μπλοκάρει μαζί με την Ρωσία και την Κίνα την προσπάθεια του Μπαχρέιν να εξασφαλίσει έγκριση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για στρατιωτική δράση στην περιοχή.
Τι ακολουθεί;
Ο Τραμπ, ο οποίος επέκρινε τον Ομπάμα για την υποτιθέμενη προθυμία του να ξεκινήσει πόλεμο με το Ιράν, ξεκίνησε ο ίδιος αυτόν τον πόλεμο. Το κύριο ερώτημα είναι αν ο Τραμπ θα καταφέρει να ανατρέψει την κατάσταση και να αποσπάσει την πρωτοβουλία από τον Νετανιάχου. Μέχρι στιγμής, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός γιορτάζει μια “πύρειο” νίκη: Ο κύριος εχθρός του έχει αποδυναμωθεί και οι ΗΠΑ πιάσθηκαν για μία ακόμη φορά στο αγκίστρι της πολιτικής του στη Μέση Ανατολή.
Η μόνη πραγματική ευκαιρία για τον Τραμπ είναι, να αναδιαμορφώσει γρήγορα τους στόχους του πολέμου και να προσπαθήσει να συνάψει μια νέα πυρηνική συμφωνία. Από την άλλη πλευρά, μια πρόωρη κήρυξη “νίκης” και απόσυρση των δυνάμεων θα άφηνε τους συμμάχους του Κόλπου εκτεθειμένους σε ένα αποδυναμωμένο, αλλά εκδικητικό Ιράν, ικανό να παραλύσει τις θαλάσσιες μεταφορές, ή να επιταχύνει το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Το αδιέξοδο αυτό αρχίζει να δοκιμάζει ακόμη και τη συνοχή της βάσης του κινήματος MAGA. Αν και προς το παρόν οι υποστηρικτές του Τραμπ παραμένουν στο πλευρό του, η αυξανόμενη ένταση και το απρόβλεπτο κόστος του πολέμου δημιουργούν ερωτηματικά για το πόσο ακόμη θα συνεχιστεί αυτή η στήριξη. Χωρίς σαφή ένδειξη για την επόμενη κίνησή του, ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για μια οριστική στρατιωτική επικράτηση και τον κίνδυνο μιας οικονομικής και πολιτικής αυτοχειρίας.
Αλλά είναι το Ιράν, το οποίο έχει υποστεί τέτοιες απώλειες, έτοιμο να μιλήσει με αυτόν που έδωσε την εντολή να βομβαρδιστούν τα σχολεία του και να σκοτωθούν οι ηγέτες του; Οι επόμενες εβδομάδες θα δείξουν ποιος θα ξεπεράσει ποιον σε αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι: Ο Ισραηλινός “μαέστρος του σκακιού” ή ο Αμερικανός “παίκτης του πόκερ”, ο οποίος φαίνεται να έχει εξαπατηθεί σε αυτό το στάδιο…





