Τι ζητούν από την Ελλάδα για το Ορμούζ Γαλλία και ΗΠΑ
06/05/2026
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποφύγει, μέχρι τώρα τουλάχιστον, κάποιο μεγάλο λάθος στη χάραξη και υλοποίηση της ελληνικής πολιτικής ως προς τον πόλεμο του Ιράν, τις ισορροπίες ΗΠΑ-Ευρώπης και τα σχέδια αποκατάστασης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ.
Ο Μητσοτάκης, αντιγράφοντας (ορθώς) την πολιτική όλων των προκατόχων του για τη μικρότερη δυνατή ανάμιξη σε ανάλογες διεθνείς κρίσεις, στηρίζει τους συμμάχους, χωρίς υπερέκθεση της χώρας σε μεγαλύτερους κινδύνους. Αν και συνεχίζει την απαράδεκτη πρακτική της προσωπικής διπλωματίας, χωρίς (ευτυχώς) μεγάλη ανάμιξη του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, και χωρίς (ατυχώς, ατυχέστατα) ουσιώδη συμμετοχή των υπηρεσιακών παραγόντων, φαίνεται πως διδάχθηκε από τη σωρεία των παλαιότερων λαθών του.
Όπως, μεταξύ άλλων, στο τουρκολιβυκό μνημόνιο (πλήρης αδιαφορία παρά τις έγκαιρες κυπριακές και αιγυπτιακές προειδοποιήσεις), στην ελληνοτουρκική κρίση του 2020 (μνημειώδης δήλωση Γεραπετρίτη για αυτοπεριορισμό στα 6 ναυτικά μίλια), στον πόλεμο της Ουκρανίας (“κατάφερε” να είναι δυσαρεστημένο και το Κίεβο και η Μόσχα) και στο λεγόμενο “καλώδιο” GSI (ακύρωση σε 44 μέρες των βυθομετρικών ερευνών, που θα κρατούσαν 17 μήνες, και έκτοτε βέτο της Άγκυρας σε όλα τα ενεργειακά σχέδια στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο).
Στην παρούσα φάση – και ενώ ουδείς μπορεί να προβλέψει τις εναλλαγές εχθροπραξιών και εκεχειριών στη Μέση Ανατολή – τρία είναι τα κύρια ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος: Η συμμετοχή στη γαλλο-βρετανική πρωτοβουλία συγκρότησης ευρωπαϊκής δύναμης για “αμυντικές” επιχειρήσεις στο Ορμούζ. Λίγες ημέρες πριν από την πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου Μακρόν, η κυβέρνηση ενημέρωσε το Παρίσι για την οριστική απόφαση ελληνικής συμμετοχής.
H επιχείρηση στο Ορμούζ
Λίγο-πολύ, η στάση της Αθήνας, όπως είχε επισημάνει η στήλη από τις 18 Μαρτίου, είχε σχεδόν προεξοφληθεί από το Παρίσι μετά τις πρώτες άτυπες συζητήσεις για τη συνεισφορά της ελληνικής φρεγάτας, που τώρα ηγείται στην ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση Aspides στην Ερυθρά Θάλασσα, στη νέα διευρυμένη αποστολή.
Ωστόσο, παραμένουν σε ισχύ οι ελληνικές προϋποθέσεις αφενός του “λελογισμένου” – και όχι μεγάλου – κινδύνου για το πλοίο και το πλήρωμά του και αφετέρου η συμμετοχή ικανού αριθμού άλλων χωρών και επαρκών δυνάμεών τους. Οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και των δύο κεντρικών συντονιστών της “Επιχείρησης Ορμούζ” (Βρετανία και Γαλλία), δέσμευση συμμετοχής έχουν αναλάβει συνολικά 19 χώρες.
Αν και μόνον οι τρεις-τέσσερις χώρες, εκ των 19, έχουν διευκρινίσει τον αριθμό και τον τύπο των στρατιωτικών μέσων που θα διαθέσουν, ξένοι διπλωμάτες εκτιμούν πως η Αθήνα δεν θα μεταβάλει στάση με την επίκληση του, ούτως ή άλλως, ασαφούς όρου της περί “επαρκών δυνάμεων” των άλλων.
Η επιχείρηση MFC
Οι σχέσεις Αθήνας-Ουάσιγκτον αποτελούν το δεύτερο θέμα προβληματισμού της κυβέρνησης μετά από παραστάσεις της πρέσβεως Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και του Πολιτικού-Στρατιωτικού Τμήματος της Πρεσβείας των ΗΠΑ για την ελληνική παρουσία στην επιχείρηση Maritime Freedom Construct (MFC). H MFC ομοιάζει, σε πολλά, με τη γαλλο-βρετανική πρωτοβουλία, καθώς αποσκοπεί, επίσης, στην αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά και στηρίζεται (και αυτή) σε δύο σκέλη: Το επιχειρησιακό και το διπλωματικό.
Η ελληνική ερμηνεία της MFC είναι ότι πρόκειται για πρωτοβουλία “συμπληρωματική” της ευρωπαϊκής, αλλά η αμερικανική περιγραφή είναι εντελώς διαφορετική και την παρουσιάζει ως εντελώς ανεξάρτητη από τα σχέδια του Παρισιού και του Λονδίνου – σημειώνεται ότι η MFC δεν συνδέεται με την εξελισσόμενη “Επιχείρηση Ελευθερία” για τον απεγκλωβισμό πλοίων (την οποία ο Τραμπ ανέβαλε). Τελικά, η κυβέρνηση απάντησε πως θα συμμετάσχει μόνον στο διπλωματικό μέλος της MFC και όχι στο επιχειρησιακό. Άλλωστε, θα ήταν πρακτικά αδύνατο η ελληνική φρεγάτα – της σημερινής Aspides – να τεθεί υπό αμερικανική διοίκηση, αντί της ευρωπαϊκής.
Η εναλλακτική λύση θα ήταν να προσφερθεί άλλο πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού στην MFC, αλλά μία τέτοια απόφαση θα είχε τεράστιο οικονομικό κόστος και θα αποδεικνυόταν δύσκολα διαχειρίσιμη στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο. Τις προσεχείς ημέρες, θα πρέπει να οριστεί επίσημος διπλωματικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στην MFC, ενώ – παρά τη μη επιχειρησιακή συμμετοχή – είναι πιθανόν να χρειαστεί και ορισμός στρατιωτικού συνδέσμου, ή παρατηρητή, για λόγους ενημέρωσης και γενικότερου συντονισμού.
Προς απόλυτη έκπληξη της ελληνικής κυβέρνησης, που ήλπιζε ότι η έναρξη της ευρωπαϊκής επιχείρησης θα αργήσει για πολλές εβδομάδες ή και μήνες, το τρίτο σημείο ανησυχίας είναι ότι οι εξελίξεις ίσως επισπευσθούν εντυπωσιακά. Ο λόγος είναι ότι -ευθέως- η ηγεσία του ΝΑΤΟ και -εμμέσως- η Ουάσιγκτον αποστέλλουν το σαφές μήνυμα πως είναι επιχειρησιακά αυτονόητη η ανάγκη έγκαιρης προ-ανάπτυξης (“pre-deployment” και “pre-positioning”) των ευρωπαϊκών ναυτικών δυνάμεων σε μικρή απόσταση από τα Στενά.
Μαζί, μάλιστα, με τον εξοπλισμό και τα εφόδια στο εγγύς χερσαίο στρατηγείο (μάλλον στο Ομάν), ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος. Επομένως, πέραν των αποφάσεων του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και του ΓΕΕΘΑ, θα απαιτηθεί σύντομα σύγκληση του ΚΥΣΕΑ, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες προβλέπεται και κοινοβουλευτική έγκριση.
Παράλληλα, μεγάλος θα είναι ο αντίκτυπος στην ελληνική οικονομία των αποφάσεων που θα λάβει η ΕΕ – όποτε τις λάβει – για την ενεργειακή ασφάλεια και τη στήριξη των εθνικών προϋπολογισμών και των πολιτών. Στις αρχές του πολέμου, υπήρχε η εκτίμηση ότι οι βασικές αρχές θα συμφωνούνταν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 19ης Μαρτίου. Κατόπιν, όλοι στράφηκαν στην άτυπη σύνοδο κορυφής της Λευκωσίας της 24ης Απριλίου, ελπίζοντας σε ανεπίσημες κατευθύνσεις της, αλλά αποφασίστηκε απλώς η παραπομπή στο ECOFIN της 5ης Μαΐου και στις αοριστίες του.





