ΓΝΩΜΗ

Έχουν αντίκρισμα οι διακηρύξεις για “κυβερνώσα Αριστερά”;

Έχουν αντίκρισμα οι διακηρύξεις για "κυβερνώσα Αριστερά";, Νίκος Πασσάς

Το μανιφέστο “Η Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής” παρουσιάζεται ως οδικός χάρτης για μια νέα προοδευτική διακυβέρνηση, που θα ενώσει σοσιαλδημοκρατία, ριζοσπαστική Αριστερά και πολιτική οικολογία απέναντι στην ανισότητα, τον αυταρχισμό και τη διαφθορά. Ως κείμενο αρχών, επιστρατεύει όλα τα οικεία μεγάλα λόγια: Κοινωνική δικαιοσύνη, κράτος δικαίου, θεσμική θωράκιση, νέα κοινωνική πλειοψηφία. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι αν οι λέξεις ακούγονται ωραία, αλλά αν συνδέονται με συγκεκριμένη αυτοκριτική και δεσμεύσεις, ιδίως από όσους έχουν ήδη δοκιμαστεί στην εξουσία.

Εδώ και χρόνια υποστηρίζω ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα με “μερικούς διεφθαρμένους”, αλλά ένα δομικά διεφθαρμένο κράτος, όπου το κομματικό σύστημα – δεξιό, κεντρώο ή αριστερό – χρησιμοποίησε το δημόσιο ως λάφυρο. Από το 1821 έως σήμερα, διαδοχικά σχήματα συντήρησαν πελατειακές σχέσεις, κακοκρατία, στρεβλές ιδιωτικοποιήσεις, θεσμική εξάρτηση και “νόμιμα ανομήματα” που ροκανίζουν τον κοινό πλούτο. Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία· είναι η διαφθορά που σκοτώνει, προϊόν δεκαετιών κομματικού ελέγχου, αποσπασματικών “μεταρρυθμίσεων”, ιδιωτικοποιήσεων χωρίς επαρκή ρύθμιση και συστηματικής ατιμωρησίας.

Σε αυτό το σκηνικό, η όποια “Κυβερνώσα Αριστερά της νέας εποχής” οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό, αλλά σκληρό ερώτημα: τι έκανε όταν είχε την εξουσία, για να αλλάξει αυτήν τη γλάστρα και όχι απλώς τα φυτά που μπαίνουν μέσα της;

Διαχρονική διαφθορά και χαμένες ευκαιρίες

Σε κείμενα και συνεντεύξεις μου έχω τονίσει ότι η διαφθορά στην Ελλάδα είναι συστημική: δεν εξαντλείται στο φακελάκι, αλλά περιλαμβάνει τη σύγκρουση συμφερόντων, τις στρεβλές ρυθμίσεις, την υπονόμευση της δικαιοσύνης, τη λεηλασία του δημόσιου χώρου από ιδιωτικά και κομματικά δίκτυα. Η Ελλάδα έγινε κρατικά διεφθαρμένο κράτος μέσα από ιστορικές επιλογές: εξάρτηση από εξωτερικούς δανειστές, νεοαποικιακές πρακτικές, ιδιωτικοποιήσεις χωρίς σοβαρή εποπτεία, πελατειακή διοίκηση, διαβρωμένη δικαιοσύνη.

Η κρίση δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα μνημονίων, αλλά και μιας νομιμοποιημένης παραβατικότητας: νομικά επιτρεπτές ρυθμίσεις που επιβραβεύουν τους λίγους εις βάρος των πολλών, αυτό που έχω περιγράψει ως “νόμιμα ανομήματα”. Σε αυτό το περιβάλλον, η διακυβέρνηση Τσίπρα είχε μια ιστορική ευκαιρία – και ευθύνη – να μετατρέψει την οργή για την αδικία σε δομικές αλλαγές κατά της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας. Αντί γι’ αυτό, είδαμε:

  • αποσπασματικές παρεμβάσεις χωρίς συνεκτική εθνική στρατηγική κατά της διαφθοράς, με σαφείς στόχους, δείκτες και ανεξάρτητη παρακολούθηση·
  • συνέχιση πελατειακών λογικών σε διορισμούς και δημόσιες επιχειρήσεις, αντί για αξιοκρατία και επαγγελματική διοίκηση·
  • μερική, συχνά επιλεκτική, αξιοποίηση σκανδάλων (π.χ. στον χώρο της υγείας) χωρίς συνολική αλλαγή των θεσμικών κανόνων που γεννούν τα ίδια φαινόμενα.

Παλαιότερα είχα πει ότι “το πρόβλημα δεν είναι ο σπόρος αλλά η γλάστρα” και ότι δεν αρκεί να αλλάζουμε τα πρόσωπα ή τα κόμματα στην κορυφή, αν οι θεσμοί παραμένουν ίδιοι και ανενημέρωτοι. Η τότε κυβέρνηση είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση να αλλάξει τη γλάστρα – να συγκρουστεί με τη διαπλοκή, να θωρακίσει τη δικαιοσύνη, να εγκαθιδρύσει σοβαρούς, ανεξάρτητους μηχανισμούς ελέγχου. Δεν το έκανε στον βαθμό που απαιτούσε η ιστορική συγκυρία.

Ευνομία, όχι απλώς “προοδευτική διακυβέρνηση”

Η “ευνομία” είναι ελληνική έννοια αλλά δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Η ευνομία δεν είναι αριστερή, δεξιά ή κεντρώα· είναι η στοιχειώδης προϋπόθεση για να λειτουργήσει μια δημοκρατία, μια οικονομία, ένα εκπαιδευτικό ή υγειονομικό σύστημα. Στα κείμενά μου έχω ορίσει τη διαφθορά ως την κατάχρηση της εξουσίας ή των δικαιωμάτων που μας έχουν ανατεθεί, όταν αντί να εξυπηρετούμε συλλογικούς στόχους υπηρετούμε ιδιωτικά συμφέροντα.

Αν το μανιφέστο της “Κυβερνώσας Αριστεράς” θέλει να είναι κάτι παραπάνω από μια ακόμη ωραία διακήρυξη, οφείλει να μιλήσει συγκεκριμένα για ευνομία:

  • πλήρως ανεξάρτητη δικαιοσύνη, με ουσιαστική θωράκιση έναντι κυβερνητικών παρεμβάσεων και αξιολόγηση βάσει επιδόσεων·
  • ανεξάρτητα παρατηρητήρια και μηχανισμούς μελέτης και αξιολόγησης της διαφθοράς και των δικών, που θα τροφοδοτούν τον δημόσιο διάλογο με δεδομένα, όχι με συνθήματα·
  • ενιαία, διακομματική στρατηγική κατά της διαφθοράς, με μακροχρόνια δέσμευση πέρα από κυβερνητικές εναλλαγές·
  • θεσμική αντιμετώπιση της ζήτησης διαφθοράς: τη νοοτροπία του “βρες άνθρωπο” του ρουσφετιού, της “παρέας” που λύνει τα πάντα.

Σε συνέντευξή μου είπα ότι «η ευνομία είναι λέξη ελληνική – ας αρχίσουμε να την εφαρμόζουμε» και ότι απαιτούνται θεσμικές, δομικές αλλαγές που θα περιορίσουν όχι μόνο την προσφορά, αλλά και τη ζήτηση της διαφθοράς. Το μανιφέστο μιλά γενικά για κράτος δικαίου, αλλά δεν περιγράφει τον δρόμο προς μια πραγματικά ευνομούμενη πολιτεία, με σαφή βήματα, χρονοδιαγράμματα και λογοδοσία.

Από τη στροφή στην αλήθεια και την ευθύνη

Στο άρθρο “Η Ελλάδα σε στροφή” περιέγραψα πώς τα Τέμπη αποκάλυψαν μια κρίση εμπιστοσύνης σε οριακό σημείο, με πολίτες που νιώθουν ότι επιβιώνουν “από τύχη” και νέους που φεύγουν γιατί δεν αντέχουν άλλο την αναξιοκρατία και τη διαφθορά. Παράλληλα, υποστήριξα ότι μετά τη “στροφή” ήρθε η ώρα για αλήθεια και ευθύνη – για ηθική ηγεσία που δεν κρύβεται πίσω από επικοινωνιακές τακτικές και κομματικές γραμμές. Η αλήθεια, στο συγκεκριμένο ζήτημα, έχει τουλάχιστον τρεις διαστάσεις:

  1. Η διαφθορά είναι διαχρονική και διακομματική· κανένα κόμμα δεν είναι αθώο, άρα κανένα δεν δικαιούται ηθικό πλεονέκτημα χωρίς αυτοκριτική.
  2. Η προηγούμενη διακυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπόρεσε – ή δεν θέλησε επαρκώς – να σπάσει τον φαύλο κύκλο πελατειακών πρακτικών, ιδιωτικοποιήσεων χωρίς ρύθμιση, αδύναμων ελεγκτικών μηχανισμών.
  3. Η σημερινή εικόνα, από τα Τέμπη μέχρι την αξιολόγηση της δικαιοσύνης στις ευρωπαϊκές εκθέσεις, δείχνει ότι η Ελλάδα παραμένει ουραγός σε αποτελεσματικότητα και εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Χωρίς αναγνώριση αυτών των αληθειών, η επίκληση μιας «νέας εποχής» για την κυβερνώσα Αριστερά κινδυνεύει να είναι κενό γράμμα. Η ευθύνη δεν είναι αφηρημένη έννοια· σημαίνει να ονοματίζεις λάθη, να δέχεσαι το πολιτικό κόστος, να δεσμεύεσαι ότι δεν θα επαναλάβεις πρακτικές που σε έφεραν μέχρι εδώ.

Από το μανιφέστο στο “σοκ εντιμότητας”

Σε πρόσφατο κείμενό μου αναφέρθηκα στην αναγγελία ενός “σοκ εντιμότητας” και μίλησα για το “παλιό διαβατήριο της εξουσίας”, δηλαδή για την διαχρονική κουλτούρα βολέματος, αδιαφάνειας και αλαζονείας που πρέπει επιτέλους να λήξει . Ακεραιότητα σημαίνει κάτι πολύ πιο απαιτητικό από ένα ακόμη μανιφέστο:

  • επιλογή προσώπων πρώτα με βάση ήθος και ικανότητα και όχι με βάση εσωκομματικές ισορροπίες·
  •  δημόσια αποδοχή λαθών της προηγούμενης διακυβέρνησης, όχι γενικές αναφορές σε “αντικειμενικές δυσκολίες”·
  •  δέσμευση ότι κρίσιμες υποδομές, όπως οι σιδηρόδρομοι και τηλεπικοινωνίες, δεν θα ξαναγίνουν πεδίο νεοαποικιακών ιδιωτικοποιήσεων και κακοδιαχείρισης, αλλά θα λειτουργούν υπό αυστηρή, διαφανή, αξιοκρατική διοίκηση.

Η ελληνική κοινωνία, ιδίως μετά τα Τέμπη, τις υποκλοπές, το “Ελεγχόμενο” Ελεγκτικό Συνέδριο, την Πύλο, τη Χίο, τον ΟΠΕΚΕΠΕ κλπ, δεν ανέχεται άλλες κούφιες υποσχέσεις και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Ένα μανιφέστο που φιλοδοξεί να μιλήσει για «νέα εποχή» οφείλει να αποδείξει ότι κατανοεί το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης και ότι είναι διατεθειμένο να συγκρουστεί πρώτα με τις δικές του βολικές συνήθειες.

Η “κυβερνώσα Αριστερά”

Αν η “Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής” θέλει να είναι κάτι παραπάνω από μια ακόμη κενολόγα υπόσχεση, πρέπει να γίνει Κυβερνώσα Ευνομία της Νέας Εποχής: μια πολιτική και θεσμική κουλτούρα όπου ο κανόνας δεν είναι πια η παράκαμψη των κανόνων, αλλά η υπηρεσία του κοινού οφέλους. Και αυτό δεν απαιτεί ένα στιγμιαίο “σοκ”, αλλά κανονικοποίηση της εντιμότητας – να γίνει δηλαδή η ακεραιότητα αυτονόητος κανόνας και όχι η εξαίρεση. Χωρίς ευνομία, χωρίς κανονικοποίηση της εντιμότητας, χωρίς αλήθεια και ευθύνη, καμία νέα αφήγηση – όσο αριστερή κι αν αυτοπροσδιορίζεται – δεν θα μπορέσει να αλλάξει την Ελλάδα που μας πληγώνει.

Ίσως ακούγονται ρομαντικά όλα αυτά είναι, αν “όλοι ίδιοι είναι” και δεν αξίζει να πιστεύουμε σε κανέναν. Ο κυνισμός όμως είναι το πιο πολύτιμο δώρο στο υπάρχον σύστημα: το τρέφει, γιατί το απαλλάσσει από κάθε πίεση να αλλάξει. Η ευνομία, η αλήθεια και η ευθύνη δεν θα προκύψουν επειδή το υποσχέθηκε ένα μανιφέστο, αλλά μόνο αν οι πολίτες απαιτήσουν, με επιμονή, επίγνωση και εμπειρικά θεμελιωμένη ελπίδα, θεσμούς που δεν θα μπορούν πια να λειτουργούν ως λάφυρο. Αν αυτό μοιάζει ρομαντικό, είναι ίσως γιατί έχουμε συνηθίσει τόσο στη δυσνομία, ώστε η στοιχειώδης κανονικότητα να μας φαίνεται ουτοπία.


 

Ο Νίκος Πασσάς είναι καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης στο Πανεπιστήμιο Northeastern της Βοστώνης

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx