Με tweets δεν κρύβεται η αμερικανική αποτυχία στο Ιράν!
11/05/2026
Η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων βρίθει παραδειγμάτων, όπου η υπέρτερη στρατιωτική ισχύς δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική επικράτηση, κάτι που επανειλημμένα έχουμε επισημάνει στην σχετική αρθρογραφία μας! Οι πόλεμοι δεν κρίνονται αποκλειστικά από την τεχνολογική υπεροχή, την αεροπορική κυριαρχία ή την ισχύ πυρός και τα πόσα πλήγματα έχουν πραγματοποιηθεί, αλλά από τη δυνατότητα ενός κράτους να επιβάλλει την πολιτική θέληση του και συνεπώς ένα βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία της σύγκρουσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η Ουάσιγκτον ψάχνει να βρει τι πρέπει να κάνει από εδώ και πέρα και μάλιστα χωρίς μηχανισμό διόρθωσης. Το καλύτερο, όμως, που θα έπρεπε να κάνει θα ήταν να προσδιορίσει τους λόγους για τους οποίους έχει αναντίρρητα αποτύχει η αμερικανική στρατηγική, ενώ γενικά έχει πετύχει αυτή του Ιράν, με αποτέλεσμα να υφίσταται πλέον ένα δομικό αδιέξοδο
Σε αυτό το αδιέξοδο η κάθε πλευρά προσπαθεί να διαμορφώσει την ευνοϊκότερη διαπραγματευτική θέση. Κάθε αμερικανική κίνηση που έγινε από την αρχή του πολέμου, μέχρι πρόσφατα με το φιάσκο της επιχείρησης “Freedom Project”, βασιζόταν σε εσφαλμένη εκτίμηση για το πώς θα αντιδρούσε το Ιράν.
Στην Ουάσιγκτον δεν έγιναν απλώς λανθασμένοι υπολογισμοί και λανθασμένες εκτιμήσεις κινδύνου! Το βασικό πρόβλημα αφορούσε την ίδια την στρατηγική αντίληψη για το Ιράν. Για δεκαετίες, η Τεχεράνη οικοδόμησε ένα σύστημα σχεδιασμένο, όχι με γνώμονα την ταχεία νίκη, αλλά την ανθεκτικότητα, την αποκέντρωση και πάνω απ’ όλα, την επιβίωση ταυτόχρονα, με την πρόκληση υψηλού και μη βιώσιμου κόστους και παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής αναταραχής. Αυτό δεν διαβάστηκε σωστά από την Διοίκηση Τραμπ.
Το ιρανικό καθεστώς γνώριζε ότι ήταν αδύνατον επιτύχει μία έστω συμβατική στρατιωτική αντιστάθμιση και για αυτό επένδυσε στη δημιουργία ενός δικτύου πολιτικών, στρατιωτικών και περιφερειακών μηχανισμών που να μπορούν να λειτουργούν, ακόμη και υπό συνθήκες ακραίας πίεσης. Η λογική αυτή επέτρεψε στο Ιράν να αντέχει σε παρατεταμένες περιόδους οικονομικής ασφυξίας, κυρώσεων, απομόνωσης και στρατιωτικής πίεσης, χωρίς να καταρρεύσει πολιτικά.
Η αδιέξοδη αμερικανική στρατηγική
Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική στρατηγική παρουσίασε ένα διαχρονικό πρόβλημα, την έλλειψη συνοχής και ευθυγράμμισης μεταξύ στρατιωτικών μέσων, τρόπου και πολιτικών σκοπών. Σύμφωνα με αυτά που δήλωνε, τόσο ο πρόεδρος Τραμπ, όσο και ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ, διαφαίνεται μία πολεμική προσπάθεια, χωρίς σαφώς καθορισμένους και εφικτούς πολεμικούς στόχους, χωρίς ένα διακριτό και ρεαλιστικό τέλος και χωρίς συνεκτική και βιώσιμη στρατηγική εξόδου!
Αυτό αποκαλύπτει την αρχή ενός αδιεξόδου. Η αρχική επίδειξη ισχύος της “Επικής Οργής” δεν κατάφερε να μετατραπεί σε σταθερό πολιτικό αποτέλεσμα, ενώ η σύγκρουση ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από μακροπρόθεσμη στρατηγική συνέπεια και πλέον και για αυτό πολλοί Αμερικανοί αναλυτές ομιλούν για «επική αποτυχία».
Η διαχείριση του πολέμου από τον Τραμπ, ο οποίος επανειλημμένα έχει παρουσιάσει τον εαυτό του ως έναν εθνικό ήρωα που νικά διαρκώς, αδιαμφισβήτητα γίνεται με επικοινωνιακά και μικροπολιτικά κριτήρια. Μόλις το 34% των Αμερικανών αποδέχεται ως σωστό τον πόλεμο του. Όμως η εικονική πραγματικότητα που προσπαθεί να προβάλει, απέχει κατά πολύ από την αδυσώπητη πραγματικότητα των εξελίξεων.
Ο Τραμπ θριαμβολογεί!
Μόλις τέσσερις ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου εναντίον του Ιράν, στις 3 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι «κερδίσαμε» τον πόλεμο! Από τότε η ίδια διακήρυξη επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε εβδομάδα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί έχουν χάσει πλέον το μέτρημα των σχετικών δηλώσεων.
Ωστόσο, η πραγματικότητα στο πεδίο δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτούς τους θριαμβολογικούς ισχυρισμούς. Εάν πράγματι το καθεστώς της Τεχεράνης και οι ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν «κατατροπωθεί», όπως ισχυρίζεται η Ουάσιγκτον, τότε θα ανέμενε κανείς ότι το Ιράν θα όδευε στην συνθηκολόγηση και θα είχε χάσει και τον στρατηγικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, του σημαντικότερου, ίσως, ενεργειακού περάσματος στον κόσμο. Κι όμως, ο έλεγχος των Στενών παραμένει ακριβώς εκεί όπου βρισκόταν από την πρώτη ημέρα της σύγκρουσης, στον έλεγχο των Ιρανών.
Παράλληλα, ο Αμερικανός Πρόεδρος για να ενισχύσει την επικοινωνιακή εικόνα που επιχειρεί να δημιουργήσει έχει επανειλημμένα ισχυριστεί ότι «το Ιράν έχει συμφωνήσει σε όλα». Κάθε φορά όμως που διατυπώνεται αυτός ο ισχυρισμός, ακολουθούν διαψεύσεις ή εξελίξεις που αποδεικνύουν ότι στην πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει συμφωνία σχεδόν σε κανένα από τα βασικά ζητήματα που θέτει η αμερικανική πλευρά. Το Ιράν, όχι μόνον δεν υποτάσσεται, αλλά δείχνει να μην φοβάται και την κλιμάκωση. Το χάσμα ανάμεσα στις δημόσιες δηλώσεις και στα πραγματικά δεδομένα γίνεται έτσι ολοένα και πιο εμφανές.
Το βαθύτερο πρόβλημα φαίνεται να είναι πολιτικό και θεσμικό. Ο Αμερικανός πρόεδρος μοιάζει να περιβάλλεται κυρίως από πρόθυμους επιβεβαιωτές των επιλογών του, ενώ κάθε διαφορετική εκτίμηση αντιμετωπίζεται περίπου ως πράξη πολιτικής υπονόμευσης, ή «ηττοπάθειας». Λένε στον Τραμπ αυτό που θέλει να ακούσει και όχι αυτό που πρέπει να ακούσει. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαδικασία λήψης αποφάσεων κινδυνεύει να αποκοπεί από την πραγματικότητα, καθώς απουσιάζουν οι ουσιαστικοί μηχανισμοί εσωτερικής αμφισβήτησης και διόρθωσης σφαλμάτων.
Τα μαθήματα από τον πόλεμο στο Ιράν
Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε ένα πόλεμο που μοιάζει να διεξάγεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα, στο πραγματικό πεδίο επιχειρήσεων και σε μια παράλληλη επικοινωνιακή πραγματικότητα, όπου οι πολιτικές διακηρύξεις προηγούνται των γεγονότων. Όμως η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με όρους τηλεοπτικού, θεάματος κάτι που ίσως να πιστεύει ο Τραμπ, ως άνθρωπος των τηλεοπτικών show!
Οι ισορροπίες ισχύος, οι στρατηγικές αντοχές και οι διεθνείς συσχετισμοί δεν αλλάζουν επειδή κάποιος το ανακοινώνει από ένα βήμα, ή μέσω μιας ανάρτησης στα social media. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Όταν μια Υπερδύναμη αρχίζει να συγχέει την επικοινωνιακή εικόνα με τη στρατηγική πραγματικότητα, τα λάθη παύουν να είναι απλώς πολιτικά. Μπορούν να εξελιχθούν σε ιστορικά.
Η σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι οι ανθεκτικές κρατικές δομές, η στρατηγική υπομονή και η πολιτική συνοχή συχνά αποδεικνύονται σημαντικότερες από την καθαρή στρατιωτική ισχύ. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μάθημα της αντιπαράθεσης με το Ιράν, καθόσον η επιβίωση και η αντοχή μπορούν να ακυρώσουν ακόμη και την πιο εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης. Και τα δύο αυτά στοιχεία δεν μπορούν να εξαλειφθούν από οποιαδήποτε εικονική πραγματικότητα επιχειρεί να δημιουργήσει η Διοίκηση Τραμπ!
ΥΓ. Αν και δεν έχει άμεση σχέση με τον πυρήνα της κεντρικής ιδέας αυτής της παρούσας ανάλυσης, τις ώρες που συντασσόταν αυτή (βράδυ Κυριακής) μαθαίναμε ότι η Τεχεράνη έστειλε μέσω Ισλαμαμπάντ τη δική της πρόταση για το Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου. Λίγο αργότερα, γνωστοποιήθηκε η απόρριψη της από τον Τραμπ, ως «απαράδεκτη»…





