Επιδιώκει πόλεμο η Τουρκία με το νομοσχέδιο για τη Γαλάζια Πατρίδα;
18/05/2026
Η τουρκική ηγεσία “διαβάζει” την Δύση ως άβουλη και κατακερματισμένη και τις ΗΠΑ αμφίθυμες, ενώ υπολογίζει και στην φοβικότητα της Αθήνας. Φαίνεται δε να αντιλαμβάνεται τη σημερινή συγκυρία ως μια περίοδο κατά την οποία η στρατηγική της αξία αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα της Δύσης να αντιδράσει.
Από τη σκοπιά του Ερντογάν, η Τουρκία βρίσκεται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της ασφάλειας της Μαύρης Θάλασσας, της σταθεροποίησης της Συρίας, των ουκρανικών διαδρόμων σιτηρών, της ευρωπαϊκής ενεργειακής διαφοροποίησης, της συγκράτησης μεταναστευτικών ροών, της πρόσβασης στον Καύκασο και της εξισορρόπησης του Ιράν. Η αίσθηση αυτή ενισχύει την πεποίθηση ότι η Άγκυρα έχει εκ νέου καταστεί γεωπολιτικά απαραίτητη.
Η τουρκική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς μέσα από το πρόσωπο του Τραμπ, του πρεσβευτή Τομ Μπαράκ, ή οποιουδήποτε Αμερικανού αξιωματούχου, παρά το ό,τι αυτό θα ακουστεί πλειστάκις, όταν προκύψει το επίμαχο νομοσχέδιο. Οι βαθύτερες δυναμικές που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά της Άγκυρας είναι πολύ ευρύτερες και προϋπήρχαν κατά πολύ της σημερινής συγκυρίας: Αφορούν τις εσωτερικές-πολιτικές ανάγκες του Ερντογάν, την ενίσχυση του τουρκικού εθνικισμού, το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”, τις ενεργειακές και θαλάσσιες διεκδικήσεις της Τουρκίας.
Επιπλέον, αφορούν και τη σταθερή πεποίθηση της τουρκικής ηγεσίας ότι η διεθνής ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται προς όφελός της. Ιστορικά, η αυτοπεποίθηση της Άγκυρας αυξάνεται όταν η τουρκική ηγεσία αντιλαμβάνεται ότι η στρατηγική της μόχλευση κορυφώνεται. Κάτι αντίστοιχο συνέβη μετά από μία σειρά σημαντικών γεγονότων, από το 1974, την Αραβική Άνοιξη και το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, μέχρι και πιο πρόσφατα, τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η σημερινή περίοδος παρουσιάζει αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά.
Η Δύση εθελοτυφλεί
Η Τουρκία βλέπει μια Ευρώπη στρατηγικά κουρασμένη, τις Ηνωμένες Πολιτείες υπερ-εκτεθειμένες σε πολλαπλά μέτωπα και το ΝΑΤΟ επικεντρωμένο, σχεδόν με κάθε κόστος, στη διατήρηση της συνοχής του. Παράλληλα, εκτιμά ότι η Ελλάδα παραμένει περισσότερο δεσμευμένη στην λογική της συμμαχικής πειθαρχίας και της αποφυγής κλιμάκωσης.
Εδώ ίσως βρίσκεται και το πιο κρίσιμο σημείο. Η Άγκυρα φαίνεται να διαβάζει περισσότερο την ψυχολογία της Δύσης, παρά την ίδια την ισορροπία στρατιωτικής ισχύος. Αν η τουρκική ηγεσία πιστεύει ότι κανείς δεν επιθυμεί πραγματική ρήξη και ότι όλοι θα κινηθούν τελικά προς την αποκλιμάκωση, τότε η ελεγχόμενη ένταση μετατρέπεται σε χρήσιμο εργαλείο πολιτικής. Σε αυτήν τη λογική, η Τουρκία δεν χρειάζεται να επιδιώκει έναν πόλεμο για να αποκομίσει στρατηγικά οφέλη. Αρκεί να δημιουργεί επαρκή αβεβαιότητα, ώστε να πιέζει τους αντιπάλους και τους συμμάχους της να διαπραγματεύονται υπό πίεση.
Αυτό είναι ίσως και το βασικό δυτικό τυφλό σημείο. Πολλοί εξακολουθούν να προσεγγίζουν την τουρκική συμπεριφορά μέσα από ένα κλασικό πλαίσιο αποτροπής, θεωρώντας ότι η Άγκυρα δεν θα ρισκάρει ποτέ μία σοβαρή αποσταθεροποίηση. Ωστόσο, η τουρκική στρατηγική συχνά λειτουργεί διαφορετικά, μέσω μιας λογικής “διαπραγμάτευσης, δια της ελεγχόμενης αστάθειας”: Αυξάνει την αβεβαιότητα, ανεβάζει τον αντιληπτό κίνδυνο, δημιουργεί αίσθηση επείγοντος και στη συνέχεια επιχειρεί να διαπραγματευθεί από τη “θέση πίεσης”, που η ίδια έχει δημιουργήσει!
Σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια θεσμοθέτησης των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων δεν αφορά απαραίτητα την προετοιμασία άμεσης σύγκρουσης. Αφορά περισσότερο τη δημιουργία μελλοντικών διαπραγματευτικών τετελεσμένων, πριν οι περιφερειακές ή εσωτερικές συνθήκες γίνουν λιγότερο ευνοϊκές για την Άγκυρα. Η Τουρκία γνωρίζει ότι αντιμετωπίζει μακροπρόθεσμα τρωτά σημεία –
οικονομικά, δημογραφικά και πολιτικά – και αυτό μπορεί να δημιουργεί μια νοοτροπία “αξιοποίησης της μόχλευσης όσο ακόμη υπάρχει”.
Η τοξικότητα του Τόμας Μπαράκ
Μέσα σε αυτήν τη μεγαλύτερη εικόνα πρέπει να ενταχθεί και ο ρόλος του πρεσβευτή των ΗΠΑ Τομ Μπαράκ. Η σημασία του ίσως δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενο των δηλώσεών του, όσο στον τρόπο που αυτές διαβάζονται από την Άγκυρα. Ο Μπαράκ δεν εκπέμπει την εικόνα ενός παραδοσιακού θεσμικού διπλωμάτη: Λειτουργεί περισσότερο ως συναλλακτικός διαμεσολαβητής, κάτι που αντανακλάται και από το επιχειρηματικό του υπόβαθρο. Αυτό έχει σημασία επειδή η τουρκική ηγεσία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις προσωπικές σχέσεις και στη σημειολογία ισχύος.
Αν η Άγκυρα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η “θεσμική Ουάσιγκτον” αποδυναμώνεται, ότι οι προσωπικές σχέσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις παραδοσιακές “κόκκινες γραμμές” και ότι η στρατηγική χρησιμότητα της Τουρκίας υπερισχύει άλλων δυτικών ανησυχιών, τότε το αντιληπτό κόστος της κλιμάκωσης μειώνεται. Όχι επειδή η Τουρκία θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκρίνουν τις κινήσεις της, αλλά επειδή μπορεί να πιστεύει ότι το δυτικό σύστημα αντίδρασης εμφανίζεται πιο κατακερματισμένο, πιο ασαφές και τελικά πιο διστακτικό.
Υπό αυτήν την έννοια, το πραγματικό ζήτημα ίσως δεν είναι κάποιο αμερικανικό “πράσινο φως”, αλλά μια αίσθηση αμερικανικής στρατηγικής διάχυσης. Δηλαδή, η εντύπωση ότι η Δύση δυσκολεύεται πλέον να εκπέμψει σαφή, συνεκτικά και αποτρεπτικά μηνύματα προς την Άγκυρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί μια ελληνοτουρκική κρίση. Αντιθέτως, τα βασικά αμερικανικά συμφέροντα εξακολουθούν να είναι η συνοχή του ΝΑΤΟ, η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και η αποτροπή σύγκρουσης μεταξύ δύο συμμάχων. Το πρόβλημα είναι ότι η τουρκική ηγεσία μπορεί να θεωρεί πως, ακριβώς αυτή η δυτική επιθυμία αποφυγής ρήξης, δημιουργεί περισσότερο χώρο για μία ελεγχόμενη επιθετικότητα.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος: Όχι στην πεποίθηση της Άγκυρας ότι μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο, αλλά στην πεποίθηση ότι μπορεί να ελέγχει την κλιμάκωση, χωρίς να φτάσει ποτέ στο σημείο καταστροφής.





