Είναι διέξοδος για τον Τραμπ η επιστροφή στον πόλεμο;
19/05/2026
Η αδυσώπητη πραγματικότητα φαίνεται πλέον να γίνεται σταδιακά αντιληπτή τόσο στην Ουάσινγκτον, όσο και στις δυτικές πρωτεύουσες, αλλά πρωτίστως στις αγορές ενέργειας! Ο μόνος πραγματικά βιώσιμος τρόπος για να ανοίξουν ξανά με σταθερότητα και ασφάλεια τα Στενά του Ορμούζ επιτυγχάνεται τελικά μέσα από μια πολιτική συμφωνία με το Ιράν, σχετικά με τους όρους επαναλειτουργίας της ναυσιπλοΐας.
Δυστυχώς – έτσι όπως ενήργησαν ΗΠΑ και Ισραήλ – στον πυρήνα αυτής της πραγματικότητας βρίσκεται πέρα από τα… “ξόρκια”, η ανάγκη αναγνώρισης, έστω και εμμέσως, κυριαρχικών διεκδικήσεων και των συμφερόντων ασφαλείας που θεωρεί το Ιράν ότι διαθέτει στον Περσικό Κόλπο και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Η εξέλιξη αυτή συνιστά μια βαθύτερη στρατηγική μεταβολή. Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ θεωρούσαν δεδομένο και μάλιστα το διεκήρυτταν ότι μπορούσαν να εγγυηθούν μονομερώς την ελευθερία ναυσιπλοΐας στην περιοχή, μέσω της ναυτικής και αεροπορικής τους υπεροχής. Για τις μοναρχίες του Κόλπου αυτό συνιστούσε και την ομπρέλα ασφαλείας, ενώ βολεύονταν και όλες οι χώρες με αυτήν την παραδοχή.
Ωστόσο, η σημερινή κρίση δείχνει ότι ακόμη και η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς όταν έρχεται αντιμέτωπη με μια περιφερειακή δύναμη – όπως σήμερα με το Ιράν – η οποία διαθέτει γεωγραφικά πλεονεκτήματα, ασύμμετρες δυνατότητες και υψηλή πολιτική αντοχή. Στοιχεία βέβαια που δεν λήφθηκαν σοβαρά υπόψη από την Ομάδα Τραμπ, πριν ξεκινήσουν τον πόλεμο!
Ύπαρξη βιώσιμης πολιτικής διευθέτησης
Αναμφίλεκτα θεωρητικά στρατιωτικές επιλογές εξακολουθούν να υπάρχουν. Ωστόσο, όπως έδειξαν και τα πρόσφατα γεγονότα, οποιαδήποτε αμερικανική προσπάθεια βίαιου ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ μέσω στρατιωτικής ισχύος θα πυροδοτούσε σχεδόν βέβαια ιρανική αντίδραση και ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση – χωρίς μάλιστα να είναι εξασφαλισμένη η επιτυχής έκβαση. Ακόμα και με επιτυχή έκβαση τίποτα δεν θα εγγυόταν την πλήρη αποκατάσταση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και φυσικά την σιγουριά στο παγκόσμιο δίκτυο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών, μεσιτών, αναλογιστών και εποπτικών αρχών που καλύπτουν τους πλοιοκτήτες.
Εκτιμάται ότι ακόμα και μία ευρεία αεροναυτική εκστρατεία – που θα συμπεριλαμβάνει και μία χερσαία επιχείρηση υψηλού ρίσκου – δύσκολα θα μπορούσε να εμποδίσει το Ιράν να συνεχίσει επιθέσεις με πυραύλους, drones ή ταχύπλοα σκάφη εναντίον εμπορικών, δεξαμενόπλοιων και ενεργειακών υποδομών. Αρέσει ή όχι, η γεωγραφία της περιοχής λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ της Τεχεράνης. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα πιο δύσκολα επιχειρησιακά περιβάλλοντα στον κόσμο. Στενοί δίαυλοι, παράκτιες πυραυλικές εγκαταστάσεις, αλλά και σε βάθος, υπόγειες υποδομές, νησιωτικά συμπλέγματα και μικρές αποστάσεις που επιτρέπουν στο Ιράν να διατηρεί συνεχή απειλή, ακόμη και απέναντι σε πολύ ισχυρότερους αντιπάλους.
Αυτό ακριβώς είναι και το στρατηγικό δίλημμα που όμως δεν υπήρχε πριν ξεκινήσει η σύγκρουση. Και αυτό αποτυπώνει τις λανθασμένες παραδοχές και συνεπώς την προβληματική στρατηγική που ακολούθησε η Ουάσινγκτον. Δεν λήφθηκαν υπόψη οι περιορισμοί της στρατιωτικής ισχύος κατά τη διάρκειά της χρήσης της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει να μετατρέψει τη στρατιωτική πίεση σε μια βιώσιμη πολιτική διευθέτηση.
Εδώ οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι η τεχνολογική και η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί από μόνη της για να κάμψει την πολιτική βούληση ενός αντιπάλου, ιδιαίτερα όπως το Ιράν, το οποίον – πέρα από τα οποιαδήποτε γεωγραφικά πλεονεκτήματα – προετοιμαζόταν για μία τέτοια σύγκρουση εδώ και δεκαετίες. Η ιστορία δείχνει επανειλημμένα ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει υποδομές, αλλά πολύ πιο δύσκολα επιβάλλει πολιτική υποταγή, όταν ο αντίπαλος θεωρεί ότι διακυβεύεται η ίδια η επιβίωσή του.
Ορατός κίνδυνος
Την ίδια στιγμή, στο Ισραήλ φαίνεται να ενισχύεται η ανησυχία ότι η αυξανόμενη εστίαση του Τραμπ στην επαναλειτουργία των Στενών ενδέχεται να πραγματοποιηθεί εις βάρος των ευρύτερων στρατηγικών στόχων του πολέμου και ιδιαίτερα του πυρηνικού ζητήματος. Υπάρχει πλέον ορατός κίνδυνος η επείγουσα ανάγκη αποκατάστασης των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και σταθεροποίησης των αγορών, να επισκιάσει σταδιακά τους αρχικούς στόχους της εκστρατείας.
Και οι οικονομικές συνέπειες αυτής της κρίσης δεν είναι δευτερεύουσες. Είναι πλέον γνωστό σε όλους ότι τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη. Ένα μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται καθημερινά από αυτήν. Ήδη υπάρχει μεγάλη ενεργειακή και οικονομική αναταραχή. Οποιαδήποτε παρατεταμένη αποσταθεροποίηση θα είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας, στον πληθωρισμό, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στην παγκόσμια ανάπτυξη, αλλά και στη διατροφική ασφάλεια πολλών κρατών, που εξαρτώνται από σταθερές ενεργειακές και εμπορικές ροές.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η πίεση προς την Ουάσινγκτον δεν προέρχεται μόνο από στρατιωτικούς ή γεωπολιτικούς παράγοντες αλλά και από τις ίδιες τις αγορές, τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τις ασιατικές οικονομίες και τους μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας. Όσο περισσότερο παρατείνεται η αβεβαιότητα, τόσο αυξάνεται η διεθνής πίεση για μια μορφή συμβιβασμού. Ως αποτέλεσμα, η πρωτοβουλία των κινήσεων βρίσκεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στην πλευρά της Ουάσινγκτον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιλέξουν μια μορφή διευθέτησης με το Ιράν σχετικά με τα Στενά, όμως μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε αναπόφευκτα δύσκολα ερωτήματα για τη συνολική αποτελεσματικότητα και το στρατηγικό αποτέλεσμα της στρατιωτικής επιχείρησης.
Η εναλλακτική θα ήταν μια επιστροφή στη στρατιωτική επιλογή. Ωστόσο, η πρόσφατη εμπειρία υποδηλώνει ότι η περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση από μόνη της, δύσκολα θα εξασφάλιζε είτε το άνοιγμα τους, είτε την επίτευξη των ευρύτερων πολιτικών στόχων της εκστρατείας. Αντιθέτως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μακρόχρονη φάση φθοράς, με συνεχείς επιθέσεις χαμηλής έντασης, ενεργειακή ανασφάλεια και αυξημένο κίνδυνο περιφερειακής ανάφλεξης.
Ιράν: Αδιέξοδη νέα πολεμική κλιμάκωση
Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί πιθανώς να αντέξει πολιτικά και οικονομικά μια μακρά περίοδο αναμονής. Ωστόσο, φαίνεται επίσης να κατανοεί ότι το Ιράν δύσκολα θα παραδοθεί, απλώς και μόνο επειδή συνεχίζονται η εκστρατεία πίεσης, οι κυρώσεις και ο θαλάσσιος αποκλεισμός. Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να απορροφήσει παρατεταμένη οικονομική και στρατιωτική πίεση όταν θεωρεί ότι διακυβεύονται υπαρξιακά ζητήματα – ιδιαίτερα όσα σχετίζονται με την επιβίωση του καθεστώτος, την εθνική κυριαρχία και την αποτρεπτική της αξιοπιστία.
Επιπλέον, η ιρανική στρατηγική κουλτούρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έννοια της στρατηγικής υπομονής και της αντοχής, με ταυτόχρονη εξάντληση του αντιπάλου. Η Τεχεράνη ιστορικά αποφεύγει συχνά τη μετωπική σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, επιλέγοντας αντίθετα μακροχρόνια φθορά, ασύμμετρη πίεση και σταδιακή αύξηση του κόστους για τον αντίπαλο, μέχρι να διαμορφωθούν ευνοϊκότερες πολιτικές συνθήκες. Και αυτό ακριβώς αναδεικνύει το κεντρικό πρόβλημα της παρούσας στρατηγικής συγκυρίας: Δεν υπάρχουν πραγματικά καλές επιλογές.
Το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν υπάρχει κάποια στρατιωτική ή “κινητική” επιλογή που δεν έχει ακόμη χρησιμοποιηθεί και η οποία θα μπορούσε πράγματι να αλλάξει τη στρατηγική πραγματικότητα έναντι του Ιράν. Με άλλα λόγια, αν η επιπλέον στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να παράγει ένα θεμελιωδώς διαφορετικό αποτέλεσμα, ή αν απλώς θα οδηγούσε σε βαθύτερη και πιο επικίνδυνη κλιμάκωση, χωρίς να επιλύσει τα βασικά πολιτικά και στρατηγικά διλήμματα της σύγκρουσης.
Διότι στο τέλος, το πραγματικό πρόβλημα ίσως δεν είναι στρατιωτικό αλλά πολιτικό: Πώς μπορεί να υπάρξει μια σταθερή περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας, όταν οι βασικοί δρώντες της περιοχής θεωρούν ότι η ίδια τους η επιβίωση εξαρτάται από τη διατήρηση της σύγκρουσης και της αποτροπής.





