Πώς οι ΗΠΑ χάνουν το ενεργειακό πλεονέκτημα από την Κίνα
28/05/2026
Οι καθοριστικές τεχνολογίες του νέου αιώνα πρόκειται να αποδειχθούν ηλεκτρονικής υφής, από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα μη επανδρωμένα οχήματα (drones), τα ρομπότ, τις προηγμένες βιομηχανικές διαδικασίες, τα έξυπνα δίκτυα, τους συσσωρευτές και οπωσδήποτε την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ).
Οι συγκεκριμένες εδράζονται σε μία κοινή βάση, μία ηλεκτρονική αποθήκη συσσωρευτών, κινητήρων, ηλεκτρονικών ισχύος και ενσωματωμένων συστημάτων υπολογισμού, οπότε όποιος ελέγχει την αποθήκη, κατασκευάζει οτιδήποτε απαιτεί η σύγχρονη οικονομία. Εάν κάποιος την εκχωρήσει, τότε θα υποχρεωθεί να αγοράσει το μέλλον από κάποιον άλλο. Η Κίνα προχωρεί με ταχύτατο ρυθμό προς τον έλεγχο της αποθήκης, σε μία περίοδο που οι Αμερικανοί εμφανίζονται να την παραχωρούν, με συνέπεια κατά το 2026 η απόκλιση να αποδεικνύεται σαφέστατα εμφανής.
Το 2010 η κινεζική οικονομία συνιστά την περισσότερο εξαρτημένη μεταξύ των μεγάλων του κόσμου από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά το 2025 αποδεικνύει πως αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό και καταναλωτή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, με το κινεζικό κράτος να αναδεικνύεται στο πρώτο “εξηλεκτρισμένο” στην υδρόγειο.
Αν και ο άνθρακας εξακολουθεί να αποτελεί μία κύρια πηγή παραγωγής ενέργειας στην χώρα και σε απόλυτους όρους παραμένει η μεγαλύτερη καταναλώτρια ορυκτών καυσίμων, το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης στην δυναμικότητα παραγωγής ενέργειας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Μάλιστα, το 2025 οι νέες εγκαταστάσεις ηλιακών συλλεκτών με βάση το επιδοτούμενο πρόγραμμα “Ηλιακά Στέγης” προσθέτουν 130 GW στο δίκτυο, με προοπτική έως το 2030 οι νέες εγκαταστάσεις να αποδίδουν περισσότερα από 630 GW.
Κρίσιμα στοιχεία αποτελούν η κυριαρχία του Πεκίνου στο 75% της παγκόσμιας παραγωγής συσσωρευτών ιόντων λιθίου και στο 90% της ανάλογης μαγνητών νεοδυμίου που αξιοποιούνται στους κινητήρες. Ταυτόχρονα οι κινεζικές εταιρείες κυριαρχούν στην παραγωγή ηλιακών συλλεκτών, ανεμογεννητριών, εξοπλισμού δικτύων, ηλεκτρικών αυτοκινήτων και μη επανδρωμένων οχημάτων (drones). Η συγκεκριμένη εξέλιξη πηγάζει από την επί δεκαετίες εφαρμογή βιομηχανικής πολιτικής, παραγωγής κλίμακος και μειώσεων κόστους με συνέπεια τα ηλεκτρονικά προϊόντα και αγαθά να διοχετεύονται στην αγορά με κατά 99% χαμηλότερο κόστος σε σχέση με το 1990.
Η απόκλιση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας
Η Κίνα ακολουθεί μία ανοδική τροχιά καλύτερη από οποιονδήποτε άλλο και το δέκατο πέμπτο πενταετές πρόγραμμα που ανακοινώνεται το 2026 επικεντρώνεται σε ακόμα μεγαλύτερες επενδύσεις στην ηλεκτρονική αποθήκη, διασφαλίζοντας πως δεν πρόκειται να υπάρξει καμία υπαναχώρηση στην παραγωγική δυναμικότητα. Από την άλλη πλευρά δεν εμφανίζεται να αντιδρά στις συνεχείς μειώσεις των τιμών των εταιρειών της που αγωνίζονται να διατηρήσουν τα επίπεδα ζήτησης για τα προϊόντα τους και στις κραυγές της Δύσης για την “υπερβάλλουσα παραγωγή” της.
Από την άλλη πλευρά οι Αμερικανοί εδραιώνουν την θέση τους με την ιδιότητα του μεγαλύτερου πετρελαϊκού κράτους και το 2018 υπερβαίνουν την παραγωγή της Σαουδικής Αραβίας, αντλώντας σε ημερήσια βάση 13,5 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου. Η ενεργειακή στρατηγική του Τραμπ επικεντρώνεται στις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), αργού πετρελαίου, άνθρακα και πυρηνικών σταθμών, υποχωρώντας δραστικά από τις ανανεώσιμες πηγές.
Οι τελευταίες συνιστούν τεχνολογίες που καταλήγουν θύματα ενός μάλλον πολιτιστικού πολέμου στις ΗΠΑ και συσχετίζονται περισσότερο με το κλίμα, παρά με την ανάγκη βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας. Ο “μεγάλος, υπέροχος προϋπολογισμός” του Αμερικανού προέδρου καταργεί τις φορολογικές απαλλαγές στις εγκαταστάσεις ηλιακών συλλεκτών και ανεμογεννητριών, προσθέτοντας περιορισμούς που δυσχεραίνουν τις πιστοποιήσεις συσσωρευτών.
Το αποτέλεσμα καταλήγει στον Λευκό Οίκο να απαιτεί από την παγκόσμια κοινότητα να αγοράσει πηγές ενέργειας του ΧΧ αιώνα, όταν το Πεκίνο προσφέρει ενεργειακές υποδομές του επόμενου αιώνα, με την προσφορά του να κρίνεται ιδιαίτερα ελκυστική από τις αναδυόμενες αγορές. Οι ανεμογεννήτριες και οι ηλιακοί συλλέκτες δεν εξαρτώνται από τις ευμετάβλητες τιμές των ορυκτών ενεργειακών αγαθών, όπως και τα επόμενης γενεάς συστήματα συσσωρευτών για αποθήκευση ενέργειας, ο εξοπλισμός δικτύων, τα έξυπνα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), που όλα εξάγονται με συνεχώς απομειούμενο κόστος, λόγω παραγωγής με οικονομίες κλίμακας.
Αντίθετα οι ΗΠΑ κατευθύνουν τις εξαγωγές τους στον κόσμο των αναδυόμενων αγορών με μεγάλη έμφαση στα ορυκτά καύσιμα, στα αεροσκάφη και τα αγροτικά προϊόντα, με τις κυβερνήσεις από την Νοτιοανατολική Ασία και την Λατινική Αμερική έως την Αφρική να αναγκάζονται να συμπεριφερθούν αμυντικά. Πρόκειται για λελογισμένες κινήσεις από την στιγμή που κατά το 2025 η ισχυρή κυβέρνηση Τραμπ απειλεί με δασμούς, οπότε συναινούν σε αγορές ορυκτών καυσίμων, για να αποφύγουν κυρώσεις. Όμως κατά το 2026, μετά και από τις αδυναμίες των ΗΠΑ στην σύγκρουσή τους με το Ιράν, μετακινούνται από το πεδίο του ελέγχου και περιορισμού ζημιών προς τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό δημιουργίας υποδομών για την νέα εποχή.
Οι υπολογισμοί ευνοούν την Κίνα
Οι σχετικοί υπολογισμοί στον συγκεκριμένο τομέα ευνοούν με εντεινόμενο ρυθμό τις προσφορές του Πεκίνου και ήδη οι κινεζικές εξαγωγές σε εξοπλισμό ανανεώσιμων πηγών υπερβαίνουν σε αξία τις εξαγωγές των ΗΠΑ σε ορυκτά καύσιμα. Υπάρχουν αδιαμφισβήτητα κάποια μειονεκτήματα στην προσαρμογή στις προδιαγραφές της κινεζικής ηλεκτρονικής αποθήκης, με κυριότερα τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και την μείωση των ευκαιριών για τις άλλες χώρες να δημιουργήσουν τις δικές τους ηλεκτροτεχνικές βιομηχανίες.
Όμως πολλοί προτιμούν να αξιοποιούν τα οφέλη από τις χαμηλού κόστους εισαγωγές τους από την Κίνα, όπως ακριβώς προ δεκαετίας προτιμούν τον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό της Huawei. Δεν πρόκειται για γεωπολιτική επιλογή, αλλά μάλλον ούτε δυαδική, για την επιλογή μεταξύ ενός αμυντικού εταίρου ή ενός παρόχου τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, οπότε στρέφονται προς το Πεκίνο, χωρίς κάποια δραματική μεταβολή των σχέσεων τους με τις ΗΠΑ.
Οι σωρευτικές συνέπειες πάντως έχουν ένα γεωπολιτικό σημείο καμπής, από την στιγμή που το αυξανόμενο μερίδιο στην παραγωγή ενέργειας του κόσμου, τις μεταφορές και τα βιομηχανικά συστήματα δομούνται σε κινεζικές βάσεις, αποφέροντας στο Πεκίνο εμπορικά οφέλη και επιρροή. Η τελευταία δεν προσφέρεται από την ήπια ισχύ της Κίνας που ούτως ή άλλως συναντά εμπόδια, από την στιγμή που σε πολλές από τις συγκεκριμένες χώρες δεν αντιμετωπίζεται ιδιαίτερα ευνοϊκά και δεν αποδίδει.
Οι ΗΠΑ δεν έπονται απλώς σε διεθνές επίπεδο…
Στις ΗΠΑ το ηλεκτρικό δίκτυο κυριολεκτικά αποστραγγίζεται από την απότομη αύξηση της ζήτησης από επανερχόμενες επιχειρήσεις, τον εξηλεκτρισμό, και τις γιγαντιαίες επεκτάσεις, αλλά και τον πολλαπλασιασμό των κέντρων δεδομένων. Οι καταναλώσεις ισχύος προβλέπεται να αυξάνονται με ρυθμό της τάσης του 6% σε ετήσια βάση έως το 2030, μετά από μία δεκαετία μηδενικής αύξησης και το δίκτυο αγωνίζεται απεγνωσμένα να συμβαδίσει με την ζήτηση.
Οι αναμονές διασυνδέσεων φθάνουν στις βασικές αγορές κατά μέσο όρο μία οκταετία, οι γηρασμένες υποδομές απαιτούν επειγόντως εκσυγχρονισμό και αντικαταστάσεις, ενώ και οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών ακυρώνουν σε πολλές πολιτείες προγράμματα κατασκευής καινοτόμων κέντρων δεδομένων.
Αν και η χώρα παράγει αρκετό φυσικό αέριο για να καλύπτει τις αυξανόμενες ανάγκες της επικράτειας, οι συνδυασμένου κύκλου στρόβιλοι αντιμετωπίζουν μακροχρόνιες αναμονές εκτέλεσης παραγγελιών από του σχετικούς προμηθευτές, ενώ και οι πυρηνικοί σταθμοί απαιτούν έως και μία δεκαετία για να λειτουργήσουν. Μερικοί μεγάλοι βιομηχανικοί χρήστες, όπως οι εταιρείες που προσφέρουν τεράστια χωρητικότητα αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) έχουν την δυνατότητα να παρακάμπτουν τις στενωπούς του δικτύου.
Αναπτύσσουν γεννήτριες φυσικού αερίου χωρίς μετρητές, υπογράφουν συμβάσεις άμεσης αγοράς ισχύος ή συμβόλαια ενεργοποίησης αδρανών πυρηνικών σταθμών. Όμως η ταχύτερη και μικρότερου κόστους σε νέα παραγωγική δυναμικότητα σε μεγάλη κλίμακα, ήτοι ηλιακοί συλλέκτες και μονάδες συσσωρευτών για την αποθήκευση που ολοκληρώνονται σε ένα μόλις δεκαοκτάμηνο, παρεμποδίζονται από την κυβέρνηση, εκχωρώντας με τις συγκεκριμένες διαδικασίες το πλεονέκτημα της καμπύλης κόστους στην Κίνα.





