Από τη “Σουλτάνα” στη σημερινή κρίση – Το ιστορικό υπόστρωμα των σχέσεων ΗΠΑ-Ομάν
30/05/2026
Η πρόσφατη αναφορά του Donald Trump, την οποία διεθνή μέσα απέδωσαν ως ευθεία απειλή να «ανατινάξει» (blow up) το Σουλτανάτο του Ομάν εν μέσω της κρίσης για τα Στενά του Ορμούζ, καθιστά περισσότερο αναγκαία από ποτέ μια ψύχραιμη, εις βάθος, και ιστορική ανασκόπηση των διμερών σχέσεων.
Αυτό γίνεται ακόμα πιο επιβεβλημένο, γιατί εάν η σχέση ΗΠΑ-Ομάν αποσπασθεί από το ιστορικό της βάθος και εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα της τρέχουσας επικαιρότητας, υπαγορεύεται αποκλειστικά από τις τρέχουσες ισορροπίες. Συχνά, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τη διεθνή σκηνή μέσα από το πρίσμα ενός εσωστρεφούς αμερικανικού εξαιρετισμού, όπου η ανάγκη για προβολή ισχύος και η ικανοποίηση του εγχώριου πολιτικού ακροατηρίου επισκιάζουν την ιστορική μνήμη.
Ενώ οι ΗΠΑ σε λίγες εβδομάδες θα γιορτάσουν τα 250 χρόνια της ανεξαρτησίας τους, από το 1776, στο Ομάν, μόνο η δυναστεία των Al Said ξεκίνησε το 1744, ενώ η ευρύτερη ιστορία του Ομάν ξεκινά από το «Βασίλειο του Μαγκάν» περίπου το 3000 π.Χ.
Η σχέση των ΗΠΑ με το Ομάν αποτελεί μία από τις παλαιότερες και πιο ανθεκτικές κρατικές σχέσεις των ΗΠΑ σε όλη την Μέση Ανατολή. Η σχέση αυτή είναι θεμελιωμένη σε επίσημες συνθήκες, μακροχρόνια προξενική παρουσία, μόνιμες διπλωματικές αποστολές, αμυντικές συμφωνίες, μια ολοκληρωμένη συμφωνία ελευθέρου εμπορίου και, κυρίως, στην επανειλημμένη χρήση του Ομάν ως ενός διακριτικού διαύλου για την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων σε περιόδους οξύτατων κρίσεων με το Ιράν, την Υεμένη και τη Συρία.
Η ιστορική διαδρομή
Η αντοχή και μακροβιότητα αυτής της σχέσης βασίζεται όχι μόνον στην γεωπολιτική χρησιμότητά της αλλά και σε μία πολύ λιγότερο γνωστή, αλλά πλούσια, προϊστορία εμπορικής ναυσιπλοΐας. Η πρώτη αμερικανική ναυτική προσέγγιση στο λιμάνι του Μουσκάτ γίνεται το 1790 (κατά μερικούς το 1795), όταν το αμερικανικό εμπορικό πλοίο «Boston Rambler» κατέπλευσε στην περιοχή.
Όποια και αν είναι η ακριβής χρονολογία, η πρώτη επίσημη πράξη αμοιβαίας αναγνώρισης σφραγίστηκε με την υπογραφή της Συνθήκης Φιλίας και Εμπορίου (Treaty of Amity and Commerce) το 1833. Η συνθήκη υπεγράφη στο Μουσκάτ από τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο Edmund Roberts και τον Σουλτάνο Said bin Sultan. Το ιστορικό γραφείο του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ τη χαρακτηρίζει ως μία από τις πρώτες επίσημες αμερικανικές επαφές με τη Μέση Ανατολή, θέτοντας τις βάσεις για το πρώτο διμερές σύμφωνο των ΗΠΑ με αραβικό κράτος του Κόλπου.
Ο Σουλτάνος Said bin Sultan δεν ήταν ένας απλός ηγέτης ενός μικρού κράτους, αντίθετα κυβερνούσε μια εκτεταμένη θαλάσσια δύναμη που εκτεινόταν από το Μουσκάτ έως τη Ζανζιβάρη και την ανατολικοαφρικανική ακτή, ενώ ανατολικά κατείχε και μέρος του σημερινού Μπαλουτσιστάν.
Ο Σουλτάνος κατέστησε τη Ζανζιβάρη κυρίαρχη δύναμη της Ανατολικής Αφρικής και κεντρικό εμπορικό κέντρο. Αντιλαμβανόμενος τη γέννηση μιας νέας δύναμης χωρίς τις αποικιοκρατικές φιλοδοξίες της Βρετανίας ή της Γαλλίας, προχώρησε σε ένα πρωτοποριακό βήμα διπλωματίας. Το 1840, επέλεξε τον πολιτικό του σύμβουλο, Ahmad bin Na’aman al-Ka’bi, για να ηγηθεί μιας επίσημης αποστολής προς τις ΗΠΑ, επιβαίνοντας στην τρίστηλη κορβέτα «Σουλτάνα», που ναυπηγήθηκε στη Βομβάη το 1833. Το ταξίδι διήρκεσε 87 ημέρες, αναχωρώντας από τη Ζανζιβάρη και φτάνοντας στη Νέα Υόρκη την άνοιξη του 1840, μέσω Αγίας Ελένης.
Ο Ahmad bin Na’aman αναγνωρίζεται επίσημα ως ο πρώτος διπλωμάτης από την Μέση Ανατολή που διαπιστεύθηκε στις ΗΠΑ. Η αποστολή αποτελούσε ταυτόχρονα εμπορικό και πολιτικό εγχείρημα. Η Σουλτάνα μετέφερε ένα φορτίο που περιλάμβανε γαρύφαλλα από τη Ζανζιβάρη, ελεφαντόδοντο από την Ανατολική Αφρική, χουρμάδες από το Μουσκάτ, καφέ από την Υεμένη και περσικά χαλιά. Τα έσοδα χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά αμερικανικών βαμβακερών υφασμάτων. Η υποδοχή ήταν θερμότατη, και το δημοτικό συμβούλιο της Νέας Υόρκης παρήγγειλε μάλιστα πορτρέτο του απεσταλμένου για το City Hall.
Η αποστολή άγγιξε ευαίσθητα συνταγματικά όρια. Τα δώρα προς τον Πρόεδρο Martin Van Buren προκάλεσαν έντονη συζήτηση λόγω της Foreign Emoluments Clause του αμερικανικού Συντάγματος. Η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου καταγράφει εγκρίθηκε ειδικό ψήφισμα το 1840, επιτρέποντας τη δημοπράτηση των δώρων υπέρ του αμερικανικού δημοσίου ταμείου. Επίσης, η αμερικανική κυβέρνηση ανέλαβε την επισκευή της Σουλτάνας, ως ανταπόδοση για την προγενέστερη βοήθεια που είχε παράσχει το Ομάν στο αμερικανικό πλοίο Peacock.
Το 1880 ξεκίνησε και η διπλωματική παρουσία των ΗΠΑ στο Σουλτανάτο του Ομάν με την ίδρυση του αμερικανικού προξενείου. Η πρώτη αυτή φάση παρέμεινε σποραδική έως τον 20ό αιώνα, και πιο συγκεκριμένα το 1958 με την υπογραφή της «Συνθήκης Φιλίας, Οικονομικών Σχέσεων και Προξενικών Δικαιωμάτων». Από τότε, σε αμερικανικό υπηρεσιακό σημείωμα του 1959, η Ουάσιγκτον συνέδεε ρητά το προξενείο με τη στρατηγική θέση του Σουλτανάτου κατά μήκος της διαδρομής των πετρελαιοφόρων και τις πετρελαϊκές έρευνες. Η τελική φάση πλήρους κανονικοποίησης των διπλωματικών σχέσεων ολοκληρώθηκε το 1973 με την έναρξη της Ομανικής πρεσβείας στην Washington, ενώ η αντίστοιχη στο Μουσκάτ είχε ξεκινήσει τις λειτουργίες της ένα χρόνο πριν.
Οι σχέσεις ΗΠΑ-Ομάν
Από το 1980 και μετά, η αμυντική συνεργασία προσέδωσε στρατηγικό υπόβαθρο. Το Congressional Research Service (CRS) σημειώνει ότι το Ομάν ήταν το πρώτο κράτος του Κόλπου που τυποποίησε αμυντικές σχέσεις με τις ΗΠΑ μέσω της Facilities Access Agreement (1980), η οποία χρησιμοποιήθηκε για την επιχείρηση διάσωσης ομήρων στην Τεχεράνη και ανανεώθηκε διαδοχικά τα έτη 1985, 1990, 2000 και 2010. Η οικονομική διάσταση ενισχύθηκε με την FTA το 2006 που μπήκε σε ισχύ από 2009.
Το 2019, το Framework Agreement επέκτεινε την πρόσβαση στα λιμάνια της Σαλάλα (Salalah) και του Ντούκουμ (Duqm), ενώ τη δεκαετία του 2020 (2022, 2024, 2026) ο Στρατηγικός Διάλογος εδραίωσε την ειρήνη μέσω της διπλωματίας. Αυτή η θεσμική διαστρωμάτωση εξηγεί γιατί το Ομάν αποτελεί αναντικατάστατο κράτος-κόμβο για τις ΗΠΑ.
Σε ευθεία αντίθεση με την συχνά θορυβώδη και βραχυπρόθεσμη ρητορική εντυπωσιασμού της αμερικανικής ηγεσίας, η εξωτερική πολιτική του Ομάν, υπό την καθοδήγηση του Υπουργού Εξωτερικών, Sayyid Badr bin Hamad Al Busaidi, αποτελεί την επιτομή της ρεαλιστικής και συνετής διπλωματίας. Παρά τις εντάσεις και την ενίοτε εγωκεντρική στάση των συνομιλητών του, το Μουσκάτ συνεχίζει αθόρυβα να εξασφαλίζει τη γεωπολιτική σταθερότητα.





