Η σχέση Αθήνας-Ριάντ μετά τη Συμφωνία της Μέκκας
01/09/2026
Για αρκετά χρόνια η βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας συνέπεσε με μια περίοδο βαθιάς καχυποψίας ανάμεσα στο Ριάντ και την Άγκυρα. Η σύγκρουση για το Κατάρ, οι διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η υπόθεση Κασόγκι και ο ανταγωνισμός για επιρροή στον αραβικό κόσμο είχαν δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η διμερής σχέση τους κινούνταν συχνά στα όρια της ανοικτής αντιπαλότητας.
Για την Αθήνα η συγκυρία ήταν ευνοϊκή, καθώς η ελληνοσαουδαραβική συνεργασία αναπτυσσόταν σε μια περίοδο κατά την οποία το Ριάντ είχε περιορισμένα κίνητρα να ενισχύει περιφερειακά την Τουρκία. Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, αποτυπώνει πόσο έχει μεταβληθεί αυτή η εικόνα. Το επίσημο κείμενο προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, εισάγοντας μια θεσμοθετημένη σχέση αμοιβαίας άμυνας σε ένα περιφερειακό περιβάλλον που μέχρι πρόσφατα χαρακτηριζόταν περισσότερο από ευκαιριακές συγκλίσεις.
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται πλέον σε θεσμοθετημένη αμυντική σχέση με την Τουρκία, η οποία διατηρεί από το 1995 την απειλή χρήσης βίας. Οι τουρκικές θέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες και το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένουν επίσης σε πλήρη αντίθεση με τις ελληνικές θέσεις. Η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας βρέθηκε δικαιολογημένα στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Ο Χακάν Φιντάν την χαρακτήρισε σε τεχνικό επίπεδο αντίστοιχη με το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Η ομοιότητα εξαντλείται κυρίως στην αρχή της αμοιβαίας συνδρομής και δεν σημαίνει ότι οι δύο ρυθμίσεις έχουν το ίδιο θεσμικό ή επιχειρησιακό περιεχόμενο. Άλλωστε, ούτε το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ επιβάλλει σε κάθε σύμμαχο μια προκαθορισμένη μορφή στρατιωτικής απάντησης. Η ουσιώδης διαφορά βρίσκεται κυρίως στο θεσμικό και επιχειρησιακό βάθος που υποστηρίζει κάθε συμφωνία.
Πίσω από το ΝΑΤΟ βρίσκονται δεκαετίες κοινής στρατιωτικής σχεδίασης, μόνιμες διοικητικές δομές και καθιερωμένες διαδικασίες. Η συμφωνία της Μέκκας δεν διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά. Ο Φιντάν, άλλωστε, έχει διευκρινίσει ότι σε περίπτωση επίθεσης οι τρεις εταίροι θα καθορίζουν μέσω διαβουλεύσεων τον βαθμό και τη μορφή της συνδρομής. Αυτό, ακριβώς, περιορίζει την ιδέα μιας αυτόματης στρατιωτικής εμπλοκής, χωρίς να αναιρεί τη σημασία της νέας θεσμικής δέσμευσης.
Η συμφωνία προχωρά πάντως πέρα από μια γενική πολιτική διακήρυξη. Προβλέπονται μηχανισμοί πολιτικού και στρατιωτικού συντονισμού, κοινές ασκήσεις και συνεργασία στην αεράμυνα, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στον ηλεκτρονικό πόλεμο και στην αμυντική βιομηχανία. Στο πλαίσιο αυτό μπορούν σταδιακά να συνδυαστούν σαουδαραβικοί οικονομικοί πόροι, σημαντικές πακιστανικές στρατιωτικές δυνατότητες και η αναπτυσσόμενη τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Οι συνέπειες δεν πρόκειται να εμφανιστούν άμεσα στο Αιγαίο. Αν όμως η συνεργασία αποκτήσει διάρκεια, χρηματοδότηση και οδηγήσει σε συγκεκριμένα κοινά προγράμματα αμυντικής βιομηχανίας, πρέπει να συνυπολογίζεται στον ελληνικό σχεδιασμό. Το κρίσιμο δεν είναι αν η συμφωνία στρέφεται σήμερα κατά της Ελλάδας, αλλά αν σε βάθος χρόνου διευρύνει τις στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνατότητες της Τουρκίας.
Η σχέση με το Ριάντ έχει ακόμα αξία
Θα ήταν λανθασμένο να ερμηνευθεί η Μέκκα ως σαουδαραβική μεταστροφή εναντίον της Ελλάδας. Η Αθήνα έχει επενδύσει συστηματικά στη σχέση με το Ριάντ και η συνεργασία που έχει οικοδομηθεί δεν ακυρώνεται από τη νέα σαουδαραβο-τουρκική προσέγγιση. Στην πρώτη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας, τον Ιανουάριο του 2025, εγκρίθηκαν 46 κοινές πρωτοβουλίες και συγκροτήθηκαν επτά επιτροπές συνεργασίας. Ήταν η πρώτη φορά που η Ελλάδα δημιουργούσε τέτοιο θεσμικό μηχανισμό με χώρα της Μέσης Ανατολής, αποτυπώνοντας την πρόθεση να αποκτήσει η σχέση μεγαλύτερο εύρος και διάρκεια.
Υπάρχει παράλληλα ουσιαστική στρατιωτική διάσταση. Η ελληνική πυροβολαρχία Patriot βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία από το 2021 και αποτελεί απτό στοιχείο της αμυντικής σχέσης. Στο 2026 απέκτησε και επιχειρησιακή εμπειρία. Στις 19 Μαρτίου η ελληνική δύναμη αναχαίτισε δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς σαουδαραβικά διυλιστήρια. Σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιευμένα στοιχεία, είχε ήδη συμμετάσχει επιτυχώς στην αναχαίτιση τεσσάρων βαλλιστικών πυραύλων και τριών μη επανδρωμένων αεροχημάτων, ενώ στις 27 Αυγούστου καταγράφηκε εμπλοκή εναντίον εχθρικών drones. Η επιχειρησιακή εμπειρία αυτή έχει σαφή αξία και πρέπει να συνυπολογίζεται στην αξιολόγηση της αποστολής.
Υπάρχει επίσης πολιτικό προηγούμενο. Τον Ιούλιο του 2020, η Σαουδική Αραβία συντάχθηκε με την Ελλάδα, την Αίγυπτο, την Κύπρο και το Μπαχρέιν σε κοινή παρέμβαση προς τον ΟΗΕ κατά της καταχώρισης του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η στάση εκείνη δεν ακυρώνεται επειδή το Ριάντ αποφάσισε έξι χρόνια αργότερα να θεσμοθετήσει αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα. Αυτό που πράγματι έχει αλλάξει είναι η παλιά απόσταση ανάμεσα σε Σαουδική Αραβία και Τουρκία.
Η αλλαγή έχει μεγαλύτερη σημασία από τη διμερή προσέγγιση. Στο περιφερειακό περιβάλλον που διαμορφώνεται, η στενή σχέση ενός κράτους με την Ελλάδα δεν αποκλείει μια εξίσου σημαντική συνεργασία του με την Τουρκία. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να εμβαθύνει τη σχέση με την Αθήνα και ταυτόχρονα να οικοδομεί αμυντικούς δεσμούς με την Άγκυρα. Αντίστοιχα, η Αίγυπτος μπορεί να διατηρεί στενή στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα και παράλληλα να αποκαθιστά τις σχέσεις με την Τουρκία.
Για την ελληνική στρατηγική, η εξέλιξη αυτή μετατοπίζει το πραγματικό ερώτημα. Δεν έχει ιδιαίτερη αξία να επιχειρεί η Αθήνα να κατατάσσει τα περιφερειακά κράτη σε φίλους και αντιπάλους, ή να αναζητεί αποκλειστικές ευθυγραμμίσεις. Περισσότερο έχει σημασία να διαμορφώνει σχέσεις τέτοιου βάθους, ώστε η διατήρηση ισχυρών δεσμών με την Ελλάδα να αποτελεί σταθερό συμφέρον για τους εταίρους της, ακόμη και όταν αυτοί αναπτύσσουν παράλληλα συνεργασία με την Τουρκία.
Σε ελληνοτουρκική κρίση
Πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η συμφωνία σε μια μελλοντική ελληνοτουρκική στρατιωτική κρίση; Η Άγκυρα θα μπορούσε να επικαλεστεί τη Συμφωνία της Μέκκας και να ζητήσει βοήθεια από τους εταίρους της. Δεν υπάρχει σήμερα ένδειξη ότι το Ριάντ θα έστελνε στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον της Ελλάδας. Η συμφωνία αφήνει περιθώριο πολιτικής απόφασης, ενώ σε μια σύγκρουση έχει μεγάλη σημασία ποιος ξεκίνησε τη χρήση βίας και πώς έχει διαμορφωθεί η διεθνής αντίληψη για την κρίση.
Ακόμη όμως και χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή, η συνδρομή προς την Τουρκία μπορεί να λάβει άλλες μορφές: Πολιτική στήριξη, πληροφορίες, υλικοτεχνικές διευκολύνσεις, πρόσβαση σε στρατιωτικό υλικό ή οικονομική βοήθεια μπορούν επίσης να επηρεάσουν μια αντιπαράθεση. Το ζητούμενο δεν είναι να θεωρήσουμε δεδομένο ότι η Σαουδική Αραβία θα κινηθεί προς κάποια από αυτές τις κατευθύνσεις, αλλά να πάψουμε να θεωρούμε δεδομένο ότι δεν θα βρεθεί ποτέ μπροστά σε τέτοιο δίλημμα.
Γι’ αυτό η ελληνική διπλωματία δεν έχει συμφέρον να ζητήσει από το Ριάντ δημόσια τοποθέτηση εναντίον της Τουρκίας. Μεγαλύτερη αξία έχει η δημιουργία τέτοιου βάθους στις διμερείς σχέσεις ώστε, εάν κάποτε διαμορφωθεί μια δύσκολη κρίση, το σαουδαραβικό συμφέρον να βρίσκεται περισσότερο στην αποκλιμάκωση της κρίσης και στη συγκράτηση της Άγκυρας. Οι καλύτεροι δίαυλοι του Ριάντ προς την τουρκική ηγεσία μπορούν μάλιστα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν ως πρόσθετος μηχανισμός επιρροής υπέρ της αποκλιμάκωσης.
Η περίπτωση της Αιγύπτου δείχνει ακόμη καθαρότερα ότι η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο τη Σαουδική Αραβία. Το Κάιρο, ένας από τους σημαντικότερους εταίρους της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, εξετάζει την πιθανότητα να συμμετάσχει στη Συμφωνία της Μέκκας. Ακόμη και αν τελικά δεν προσχωρήσει, η εξέταση αυτής της δυνατότητας δείχνει ότι ακόμη και ένας από τους στενότερους περιφερειακούς εταίρους της Ελλάδας δεν θεωρεί ασύμβατη τη συνεργασία με την Αθήνα με μια ευρύτερη θεσμική προσέγγιση προς την Τουρκία. Δεν πρόκειται επομένως μόνο για σαουδαραβική επιλογή.
Αποτυπώνεται μια ευρύτερη τάση κατά την οποία τα κράτη επιδιώκουν να διατηρούν περισσότερες από μία στρατηγικές επιλογές ταυτόχρονα. Γι’ αυτόν το λόγο, η Αθήνα έχει ακόμη μεγαλύτερο συμφέρον να διατηρεί στενή συνεννόηση με το Κάιρο. Το ζητούμενο δεν είναι να απαιτήσει από την Αίγυπτο να επιλέξει ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, αλλά να διασφαλίσει ότι οι σχέσεις της με την Άγκυρα δεν θα θίγουν τα ελληνικά συμφέροντα.
Οι Patriot και οι νέες δικλείδες ασφαλείας
Η τύχη της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot επανεξετάζεται. Το υπουργείο Άμυνας εξετάζει είτε μια σύντομη παράταση με νέα αξιολόγηση μέσα στο φθινόπωρο είτε επιστροφή της πυροβολαρχίας. Είναι όμως λάθος να αποδοθεί η συζήτηση στη Συμφωνία της Μέκκας. Η επανεκτίμηση της αποστολής είχε αρχίσει νωρίτερα και συνδέεται με τις ελληνικές απαιτήσεις αεράμυνας. Υπάρχουν παράλληλα οικονομικές και τεχνικές εκκρεμότητες, όπως οφειλές της σαουδαραβικής πλευράς, χωρίς επίσημη επιβεβαίωση.
Η αρχική συμφωνία προέβλεπε σαουδαραβική κάλυψη του κόστους της αποστολής, αλλά τα οικονομικά στοιχεία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί από το Υπουργείο Άμυνας. Παράλληλα, έχουν δημοσιευθεί πληροφορίες για συζητήσεις σχετικά με σαουδαραβική χρηματοδότηση της αναβάθμισης των ελληνικών Patriot, ύψους περίπου 350 εκατ. δολαρίων, χωρίς να είναι σαφής η έκβαση. Η απόφαση για την πυροβολαρχία δεν προσφέρεται για συμβολισμούς. Αν η ελληνική αεράμυνα απαιτεί την επιστροφή της, η αποστολή πρέπει να τερματιστεί. Αν, αντιθέτως, η παραμονή της προσφέρει μεγαλύτερο στρατιωτικό, επιχειρησιακό και διπλωματικό όφελος, η ανάκλησή της για να σταλεί μήνυμα δυσαρέσκειας προς το Ριάντ δύσκολα δικαιολογείται με όρους εθνικού συμφέροντος.
Η νέα κατάσταση δικαιολογεί αυξημένη προσοχή σε επίπεδο στρατιωτικής διασύνδεσης και προστασίας ευαίσθητης επιχειρησιακής γνώσης. Δεν υπάρχει στοιχείο ότι το Ριάντ μεταφέρει ελληνικά δεδομένα στην Άγκυρα. Όταν όμως ένας εταίρος αποκτά θεσμοθετημένη αμυντική σχέση με την Τουρκία, η Ελλάδα είναι εύλογο να επανεξετάζει τις δικλείδες προστασίας της επιχειρησιακής συνεργασίας. Η γεωοικονομική διάσταση μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την στρατιωτική. Η Ελλάδα έχει λόγο να επενδύει στον IMEC, καθώς ο διάδρομος μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο της χώρας ως ευρωπαϊκής πύλης για εμπορικές, ενεργειακές και ψηφιακές ροές από την Ινδία και τον Κόλπο.
Αθήνα και Ριάντ επανέλαβαν τον Μάιο 2026 ότι αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο έργο. Η Σαουδική Αραβία, ωστόσο, δεν έχει λόγο να περιορίσει τις επιλογές της σε μία μόνο διαδρομή προς την Ευρώπη. Τον Ιούνιο υπέγραψε με την Τουρκία μνημόνια συνεργασίας για σιδηροδρόμους και logistics, με σχεδιασμό που προβλέπει σύνδεση της Σαουδικής Αραβίας με την Τουρκία μέσω Ιορδανίας και Συρίας και στη συνέχεια με την ευρωπαϊκή αγορά.
Ο σχεδιασμός απέχει από την υλοποίηση καθώς υπάρχουν μεγάλα κενά υποδομών, ζητήματα χρηματοδότησης και σοβαρές πολιτικές και τεχνικές δυσκολίες. Δεν αποτελεί σήμερα έτοιμο ανταγωνιστή του IMEC. Η σημασία του βρίσκεται κυρίως στο ότι δείχνει πως το Ριάντ δεν αντιμετωπίζει τις διαφορετικές διαδρομές προς την Ευρώπη ως αμοιβαία αποκλειόμενες. Για μια χώρα που επιδιώκει ανθεκτικότερες αλυσίδες μεταφορών και περισσότερες επιλογές πρόσβασης στις αγορές, η ύπαρξη πολλαπλών οδών αποτελεί πλεονέκτημα.
Σχέση χωρίς τις παλιές βεβαιότητες
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα πρέπει να βλέπει τον ανταγωνισμό των διαδρόμων προς την Ευρώπη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο IMEC θα επικρατήσει απέναντι σε έναν τουρκικό διάδρομο, αλλά κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να καταστήσει οικονομικά ελκυστικό και στρατηγικά χρήσιμο να διέρχεται από το έδαφος της σημαντικό μέρος των εμπορικών, ενεργειακών και ψηφιακών ροών. Η γεωγραφία προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δεν το κατοχυρώνει.
Η αξία της ελληνικής συμμετοχής θα εξαρτηθεί από λιμένες, ενεργειακές διασυνδέσεις, ψηφιακά καλώδια, logistics, ναυτιλιακές υπηρεσίες και επενδύσεις που θα κάνουν τη διαδρομή λειτουργική και ανταγωνιστική. Κυρίως χρειάζεται να δημιουργηθούν σαουδαραβικά και ευρύτερα περιφερειακά συμφέροντα, τα οποία θα συνδέονται με τη λειτουργία της ελληνικής οδού. Οι οικονομικοί διάδρομοι αποκτούν γεωπολιτική σημασία όταν αρχίζουν να μεταφέρουν κεφάλαια, εμπορεύματα, ενέργεια και δεδομένα. Όσο μεγαλύτερο μέρος αυτών των συμφερόντων συνδέεται με την Ελλάδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για έναν εταίρο να την παρακάμψει. Εκεί βρίσκεται το ελληνικό στοίχημα στον IMEC.
Η Συμφωνία της Μέκκας δεν δίνει στην Ελλάδα λόγο να απομακρυνθεί από τη Σαουδική Αραβία. Η αυξανόμενη τουρκική παρουσία στο Ριάντ καθιστά ακόμη σημαντικότερο να ενισχυθεί η διμερής σχέση, αλλά το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς περισσότερες επαφές, συμφωνίες και κοινές δηλώσεις. Η Σαουδική Αραβία βλέπει την Τουρκία σαν μεγάλη περιφερειακή δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ, με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, σημαντική αμυντική βιομηχανία και γεωγραφική πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, τη Συρία και την Ευρώπη. Η σαουδαραβική ηγεσία έχει λόγους να επιδιώκει στενότερη σχέση με την Άγκυρα και οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν πρόκειται να καθορίζουν τη συμπεριφορά του Ριάντ.
Η ελληνική στρατηγική χρειάζεται επομένως να μετακινηθεί από την αναζήτηση αποκλειστικότητας προς την παραγωγή στρατηγικής χρησιμότητας. Το ζητούμενο δεν είναι να παραμείνει η Ελλάδα παρούσα στη Σαουδική Αραβία, αλλά να αποκτήσει τέτοια οικονομική, μεταφορική, ενεργειακή, αμυντική και πολιτική αξία, ώστε η διατήρηση μιας ισχυρής σχέσης με την Αθήνα να αποτελεί αυτοτελές σαουδαραβικό συμφέρον. Αυτό έχει άμεση πρακτική σημασία. Η Ελλάδα χρειάζεται συστηματικό πολιτικό διάλογο με το Ριάντ και το Κάιρο, καθώς και ταχύτερη μετατροπή του IMEC από σχεδιασμό σε πραγματικές υποδομές και οικονομικές ροές. Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου χρειάζεται να ενισχυθούν οι σχέσεις που αυξάνουν το κόστος της παράκαμψης της Ελλάδας.
Η αξία μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης δεν κρίνεται τελικά από το πόσο συχνά δύο κράτη δηλώνουν ότι βρίσκονται κοντά. Κρίνεται και από το πόσα πραγματικά συμφέροντα έχει το καθένα επενδύσει στη διατήρηση αυτής της σχέσης. Για αρκετά χρόνια η αντιπαλότητα Ριάντ-Άγκυρας πρόσφερε στην Ελλάδα πλεονέκτημα που προέκυπτε από επιλογές άλλων κρατών. Η νέα περιφερειακή πραγματικότητα δείχνει ότι αυτή η συνθήκη δεν θεωρείται δεδομένη. Αυτή η περίοδος τελείωσε. Εφεξής, το πλεονέκτημα θα πρέπει να το δημιουργούμε εμείς.
Ο Ελευθέριος Βεργετζής είναι αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ερευνητής αμυντικών και στρατηγικών σπουδών, καθώς και υποψήφιος διδάκτωρ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο είναι προσωπικές και δεν απηχούν θέσεις των Ενόπλων Δυνάμεων ή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.





