ΘΕΜΑ

Πως η σοσιαλδημοκρατία έμεινε κέλυφος…

Πως η σοσιαλδημοκρατία έμεινε κέλυφος... Δημοσθένης Μιχόπουλος
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΤΣΑΡΑΣ

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Δύση βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες ερώτημα. Πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί η επανάληψη της οικονομικής καταστροφής του Μεσοπολέμου, η οποία είχε οδηγήσει σε κοινωνική αποσύνθεση, μαζική φτώχεια και τελικά στην άνοδο ολοκληρωτικών καθεστώτων; Η απάντηση που δόθηκε ήταν η οικοδόμηση μιας νέας διεθνούς οικονομικής τάξεως.

Το 1944, στην πόλη Bretton Woods των ΗΠΑ, οι νικήτριες δυνάμεις συμφώνησαν στη δημιουργία ενός συστήματος νομισματικής σταθερότητας. Το δολάριο έγινε το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και συνδέθηκε με τον χρυσό, ενώ τα υπόλοιπα μεγάλα νομίσματα συνδέθηκαν σταθερά με το δολάριο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Δύση γνώρισε μία πρωτοφανή περίοδο οικονομικής αναπτύξεως. Η βιομηχανική παραγωγή εκτοξεύθηκε, οι μισθοί αυξήθηκαν, δημιουργήθηκαν ισχυρές μεσαίες τάξεις και εδραιώθηκε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους, αγοράς και κοινωνίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες κυριάρχησε ένα πρότυπο καπιταλιστικής αναπτύξεως με ισχυρά κεϋνσιανά στοιχεία και κρατικές παρεμβάσεις, ενώ στη Δυτική Ευρώπη αυτό εκφράστηκε συχνά μέσα από την σοσιαλδημοκρατία και την διεύρυνση του κοινωνικού κράτους. Αυτή η ευημερία δεν ήταν ακόμη “δανεική”. Πατούσε, σε μεγάλο βαθμό, επάνω σε πραγματική παραγωγική ισχύ. Οι κοινωνικές παροχές, η δημόσια υγεία, η παιδεία και η προστασία της εργασίας χρηματοδοτούνταν κυρίως από πλούτο που πράγματι παραγόταν.

Ταυτόχρονα, η Δύση είχε και έναν δεύτερο λόγο να οικοδομήσει αυτό το μοντέλο. Έπρεπε να αποτρέψει τη διείσδυση του σοβιετικού παραδείγματος. Το κράτος πρόνοιας λειτούργησε και ως πολιτικό ανάχωμα. Οι δυτικές κοινωνίες έπρεπε να νιώσουν ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορούσε να προσφέρει ευημερία, ασφάλεια και κοινωνική κινητικότητα.

Αυτή η ισορροπία δεν διήρκεσε επ’ άπειρον. Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να δαπανούν πολύ περισσότερα χρήματα από όσα μπορούσε να στηρίξει το σύστημα. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι εσωτερικές κοινωνικές δαπάνες και η συνεχιζόμενη νομισματική επέκταση υπονόμευσαν τη δυνατότητα διατηρήσεως της συνδέσεως του δολαρίου με τον χρυσό.

Το 1971, ο πρόεδρος Νίξον ανακοίνωσε την παύση της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό. Το Bretton Woods ουσιαστικά κατέρρευσε. Λίγα χρόνια αργότερα, η πετρελαϊκή κρίση του 1973-74 επιτάχυνε ακόμη περισσότερο την αλλαγή εποχής. Ο κόσμος πέρασε σε ένα νέο χρηματοπιστωτικό καθεστώς, όπου το χρήμα αποδεσμεύθηκε από τα προηγούμενα όριά του και το χρέος άρχισε να αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο.

Εδώ συμβαίνει μία μεγάλη ιστορική μεταβολή που συχνά δεν κατανοούμε. Η σοσιαλδημοκρατία δεν καταργήθηκε. Μεταλλάχθηκε. Από κοινωνικό κράτος που στηριζόταν κυρίως σε πραγματική παραγωγική ισχύ, μετατράπηκε σταδιακά σε σύστημα κοινωνικής σταθερότητας που στηριζόταν όλο και περισσότερο στον δανεισμό και στη χρηματοπιστωτική επέκταση.

Η Δύση αγόραζε κοινωνική ειρήνη με δανεικά

Οι κοινωνίες ήθελαν υψηλούς μισθούς, δημόσιες παροχές, αυξανόμενο βιοτικό επίπεδο και πολιτική σταθερότητα. Τα κράτη ήθελαν να αποφεύγουν κοινωνικές εκρήξεις, ταξικές συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια. Και το χρηματοπιστωτικό σύστημα προσέφερε τη λύση. Φθηνό χρήμα, πιστωτική επέκταση και χρέος.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι δυτικές χώρες ακολούθησαν την ίδια πορεία με τον ίδιο τρόπο. Η Γερμανία συνέχισε να διατηρεί ισχυρή βιομηχανική βάση υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η Γαλλία διατήρησε ενεργειακή και παραγωγική αυτονομία. Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης επένδυσαν στην τεχνολογία, στην εκπαίδευση, στην καινοτομία και στην εξαγωγική τους ισχύ. Ακόμη και όταν αυξανόταν το χρέος τους, σημαντικό μέρος των πόρων επενδυόταν παραγωγικά και μετατρεπόταν σε μακροπρόθεσμη εθνική ισχύ.

Η Ελλάδα, αντίθετα, αξιοποίησε αυτή τη νέα εποχή με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Αντί τα δανεικά να επενδυθούν σε βιομηχανία, τεχνογνωσία, παραγωγική ανασυγκρότηση, αγροτική αναβάθμιση και εξαγωγικό προσανατολισμό, κατευθύνθηκαν προς την κατανάλωση και την πολιτική πελατεία. Δημιουργήθηκε μία οικονομία όπου το κράτος λειτουργούσε όλο και περισσότερο ως μηχανισμός διανομής χρημάτων που δεν είχαν παραχθεί και το κόμμα ως μηχανισμός προσβάσεως σε αυτά.

Οι επιδοτήσεις δεν έγιναν επένδυση, έγιναν κατανάλωση. Ο δημόσιος τομέας διογκώθηκε χωρίς πάντοτε αντίστοιχη παραγωγική αποτελεσματικότητα. Η βιομηχανική βάση της χώρας υποχώρησε, η αγροτική παραγωγή αποδιαρθρώθηκε σε σημαντικό βαθμό και η οικονομία μετατράπηκε ολοένα περισσότερο σε οικονομία εισαγωγών. Η χώρα κατανάλωνε προϊόντα που παρήγαν άλλοι, συχνά με χρήματα που επίσης προέρχονταν από άλλους.

Η σοσιαλδημοκρατία ως ψευδαίσθηση

Εδώ αρχίζει η δεύτερη, βαθύτερη διάσταση του προβλήματος. Η δανεική ευημερία δεν δημιούργησε μόνο οικονομική εξάρτηση. Δημιούργησε και σταδιακή μεταβίβαση κυριαρχίας. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάστηκε ως ιστορική εγγύηση ασφαλείας και ευημερίας. Όμως η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν ήταν ουδέτερη διαδικασία. Η Ελλάδα εισήλθε σε μία ένωση άνισων οικονομιών, όπου ο βιομηχανικός Βορράς παρήγαγε πλεονάσματα και ο ασθενέστερος Νότος κατανάλωνε μέσω δανεισμού. Οι χώρες του Βορρά εξήγαν προϊόντα, ενώ οι τράπεζές τους χρηματοδοτούσαν την κατανάλωση των χωρών του Νότου.

Ιδίως μετά την είσοδο στο ευρώ, ο δανεισμός έγινε εξαιρετικά φθηνός. Οι αγορές δάνειζαν την Ελλάδα σχεδόν σαν να ήταν γερμανική οικονομία, παρότι οι δομικές της αδυναμίες ήταν εμφανείς. Εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Ήταν πράγματι αφέλεια; Δεν γνώριζαν οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ότι η Ελλάδα δεν επένδυε επαρκώς στην παραγωγή, ότι απο-βιομηχανοποιείτο σταδιακά και δεν γνώριζαν ότι μεγάλο μέρος των δανειακών ροών διοχετευόταν κυρίως στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγική ανασυγκρότηση; Δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Όχι μόνο γνώριζαν, αλλά ήταν το ίδιο το ευρωπαϊκό οικονομικό πλαίσιο που υπαγόρευε αυτήν τη διάρθρωση.

Διότι, ας το πούμε όπως είναι. Ο προτεστάντης δεν δανείζει έτσι τα λεφτά του. Δεν δανείζει αφειδώς, επί δεκαετίες, χωρίς να γνωρίζει ότι ο δανειζόμενος δεν επενδύει αλλά καταναλώνει. Το κάνει επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι η σχέση χρέους παράγει και σχέση εξαρτήσεως. Και όταν ήρθε η κρίση, η Ελλάδα ανακάλυψε το πραγματικό κόστος αυτής της επιλογής. Με το ευρώ είχε ήδη παραδώσει το βασικό εργαλείο νομισματικής πολιτικής. Παλαιότερα, μία χώρα μπορούσε, έστω προσωρινά, να χρησιμοποιήσει υποτίμηση του νομίσματος για να ανακτήσει ανταγωνιστικότητα. Με το κοινό νόμισμα, αυτή η δυνατότητα είχε εκλείψει. Η χώρα βρέθηκε με υψηλό χρέος, χαμηλή παραγωγικότητα και χωρίς βασικά εργαλεία οικονομικής προσαρμογής.

Η κρίση του 2010 δεν υπήρξε ιστορικό ατύχημα. Ήταν η αποκάλυψη ενός μοντέλου. Η Ελλάδα μπέρδεψε την ευημερία με την κατανάλωση, την πρόοδο με τον διορισμό και την ανάπτυξη με το δάνειο. Και τελικά παρέδωσε σημαντικούς βαθμούς οικονομικής και πολιτικής αυτονομίας μέσα σε μία ευρωπαϊκή δομή που αποδείχθηκε πολύ λιγότερο αλληλέγγυα απ’ όσο είχε παρουσιαστεί.

Η δανεισμένη σοσιαλδημοκρατία υπήρξε, τελικά, μία μεγάλη ιστορική ψευδαίσθηση. Μία ψευδαίσθηση ευημερίας χωρίς παραγωγικό θεμέλιο, κοινωνικής ειρήνης χωρίς πραγματική ισχύ και πολιτικής αυτονομίας, χωρίς οικονομική ανεξαρτησία.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

Σαν να έχω ξανακουσει και στο παρελθόν την κεντρική ιδέα αυτού του άρθρου: Οι εργατικοί βορειοευρωπαίοι που παράγουν και οι τεμπέληδες Ελληνες που τρώνε τα έτοιμα. Δεν νομιζω να χρειάζεται άλλος σχολιασμός.

1
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx