ΓΝΩΜΗ

Γιατί ο Καραμανλής δεν επενέβη στον Αττίλα II

Γιατί ο Καραμανλής δεν επενέβη στον Αττίλα II, Ιωάννης Παππάς
Φωτό: ΑΠΕ:ΜΠΕ

Όλα τα στοιχεία που εκτέθηκαν στο προηγούμενο άρθρο μου για τη δυνατότητα ενίσχυσης της Κύπρου το 1974 (οι αριθμοί, τα αεροπλάνα, τα κλεμμένα πυρομαχικά, το αμερικανικό “εμπάργκο” κατά της Ελλάδος) αποτελούν το υλικό μέρος ενός πολέμου. Όμως, όπως διαφαίνεται από την παραπάνω ανάλυση, ο πιο κρίσιμος παράγοντας στη στρατιωτική ιστορία είναι ο άνθρωπος: η ποιότητα, η ευφυΐα, η αντιληπτικότητα και η διορατικότητα της στρατιωτικής ηγεσίας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η τραγωδία του 1974.

Η επτάχρονη δικτατορία είχε αποδομήσει πλήρως το διανοητικό επίπεδο και τον επαγγελματισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Μέσα από μια διαδικασία αρνητικής επιλογής, οι πιο ευφυείς, καλλιεργημένοι και ικανοί αξιωματικοί είχαν αποστρατευτεί, φυλακιστεί ή εξοριστεί σαν “επικίνδυνοι” για το καθεστώς. Στην κορυφή της πυραμίδας είχαν απομείνει γραφειοκράτες, “yes-men” μειωμένης αντιληπτικότητας, των οποίων η καθημερινότητα δεν αφορούσε τη στρατηγική σκέψη, αλλά την εσωτερική ασφάλεια, τη λογοκρισία και τις πολιτικές εξουσιαστικές ίντριγκες.

Στις 8-2-1974, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Χένρυ Τάσκα απέστειλε στην Ουάσινγκτον μια εκτενή αξιολόγηση της κατάστασης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, στην οποία εξέφραζε σοβαρή ανησυχία ότι η πολιτικοποίηση του στρατεύματος από το καθεστώς Ιωαννίδη είχε υπονομεύσει την επαγγελματική συνοχή, το ηθικό και την επιχειρησιακή του αποτελεσματικότητα. Στην αναφορά του (τηλέγραμμα 842), ο Τάσκα επεσήμαινε ότι «τα γεγονότα των τελευταίων εννέα μηνών είχαν τραυματική επίδραση στην αποτελεσματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων», ότι η πολιτική αναταραχή είχε «σοβαρά επηρεάσει την πειθαρχία», και ότι το στράτευμα είχε χάσει μέρος της επαγγελματικής του αυτοπεποίθησης, καθώς οι αξιωματικοί κρίνονταν όλο και περισσότερο με βάση τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και όχι της επαγγελματικής τους ικανότητας.

Προειδοποιούσε δε ότι η κατάσταση αυτή δημιουργούσε κίνδυνο για την “συνολική στρατιωτική επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα” των Ενόπλων Δυνάμεων και ότι η αποκατάσταση του στρατιωτικού επαγγελματισμού απαιτούσε την απομάκρυνση του στρατεύματος από την πολιτική. Ειδικά για την αεροπορική ισχύ, ο Τάσκα ανέφερε επί λέξει: «Η Ελληνική Αεροπορία δεν διαθέτει ούτε έμπειρους ούτε καινοτόμους αξιωματικούς που να διασφαλίζουν μια αποτελεσματική ηγεσία σε τακτικό/επιχειρησιακό επίπεδο».

Το υπόμνημα Τάσκα

Η προειδοποίηση αυτή διατυπώθηκε πέντε μήνες πριν από την τουρκική εισβολή. Δεν προέβλεπε την κρίση, αλλά κατέγραφε τους παράγοντες που θα επηρέαζαν την αντίδραση της Ελλάδας: αποδυναμωμένη ηγεσία, διαταραγμένη ιεραρχική συνέχεια, πολιτικοποιημένο σώμα αξιωματικών και μειωμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα. Με την άποψη του Τάσκα ευθυγραμμίζετο πλήρως και η συλλογική άποψη του ΝΑΤΟ για την κατάντια των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων υπό το καθεστώς Ιωαννίδη (βλ. May 1974 draft NATO Assembly Report), όπως αποκάλυψε ο δημοσιογράφος Jack Anderson (Washington Post 24 Ιουλίου 1974), με τίτλο “Greek Army Weak, NATO Memo Says”.

Σε εκείνο το δυστοπικό πλαίσιο, ο Δημήτριος Ιωαννίδης λειτούργησε ως ένας μικρόνους τζογαδόρος: πίστεψε αφελώς τις προφορικές “διαβεβαιώσεις” κατώτερων πρακτόρων της CIA ότι η Τουρκία δεν θα αντιδρούσε στρατιωτικά στο πραξικόπημα. Το Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, υπό τον Στρατηγό Μπονάνο, παρουσίασε εικόνα εγκληματικής ανικανότητας. Μέχρι το μεσημέρι της 20ης Ιουλίου, ενώ οι Τούρκοι βομβάρδιζαν την Κερύνεια, το Γενικό Επιτελείο έστελνε διαταγές αυτοσυγκράτησης, θεωρώντας ότι οι Τούρκοι έκαναν… “ασκήσεις ψυχολογικού εκφοβισμού”! Δηλαδή, ότι οι Τούρκοι στρατηγοί “μπλόφαραν”.

Όταν κηρύχθηκε γενική επιστράτευση, οι ανώτεροι αξιωματικοί κατέδειξαν επί του πεδίου ότι στερούνταν της στοιχειώδους ικανότητας σχεδιασμού εκτάκτων αναγκών και εναλλακτικών επιλογών, που αποτελεί τον πυρήνα των σπουδών κάθε σοβαρής Σχολής Πολέμου. Η επιστράτευση μετατράπηκε σε χαοτικό φιάσκο: έφεδροι χωρίς όπλα, μονάδες μετακινούμενες χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, και μια εφοδιαστική αλυσίδα που παρέλυσε, υπό τη σκιά του αμερικανικού embargo, πριν καν αρχίσει ο πόλεμος.

Στον αντίποδα, η τουρκική στρατιωτική ηγεσία, υπό τον Στρατηγό Σεμίχ Σανκάρ, λειτουργούσε με επαγγελματισμό, ψυχρό ορθολογισμό και πειθαρχία. Είχαν μελετήσει το σχέδιο απόβασης σε βάθος, είχαν προετοιμάσει την εφαρμογή του με ασκήσεις και κατάλληλους αεροναυτικούς εξοπλισμούς επί χρόνια, συντόνιζαν αποτελεσματικά τις αεροναυτικές δυνάμεις με τα τεθωρακισμένα —παρά αρκετές αστοχίες και τοπικές δυσλειτουργίες— και εκμεταλλεύονταν κάθε λάθος της ελληνικής πλευράς. Όπως αποδείχθηκε επί του πεδίου, το διανοητικό επίπεδο των Ελλήνων επιτελών της Χούντας ήταν δραματικά κατώτερο από το αντίστοιχο των Τούρκων επιτελών.

Ο Καραμανλής στο σταυροδρόμι

Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε στην Αθήνα το βράδυ της 23ης προς 24η Ιουλίου, κάθισε στο ίδιο τραπέζι με αυτούς τους Αρχηγούς των Επιτελείων. Το σοκ του ήταν απόλυτο. Δεν βρήκε μπροστά του αποφασισμένους πολεμιστές, αλλά μια ηγεσία σε κατάσταση πανικού, ψυχολογικής κατάρρευσης και πλήρους σύγχυσης. Όταν τους ρώτησε ευθέως αν η Ελλάδα μπορούσε να πολεμήσει στην Κύπρο, οι ίδιοι οι επιτελείς τού ομολόγησαν ότι η στρατιωτική μηχανή ήταν αποδιοργανωμένη και ανίκανη να διεξάγει επιχειρήσεις.

Αποτελεί εθνικό έγκλημα για κάθε πολιτικό ηγέτη να οδηγεί σε πόλεμο όταν γνωρίζει ότι το σώμα των επιτελικών αξιωματικών του είναι διανοητικά και επιχειρησιακά κατώτερο από εκείνο του εχθρού. Ο πόλεμος δεν κερδίζεται με συνθήματα και ευχολόγια. Αν ο Καραμανλής ενέδιδε στην πίεση της κοινής γνώμης και κήρυττε ή προκαλούσε τον πόλεμο κατά τον “Αττίλα ΙΙ” με τους χουντικούς επιτελείς, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν η σωτηρία της Κύπρου.

Με μια ανίκανη και απαξιωμένη στρατιωτική ηγεσία στο τιμόνι, χωρίς επαρκή πυρομαχικά τα Phantom, και με τις ΗΠΑ να μας έχουν κόψει τον ανεφοδιασμό —κατά την έναρξη του Αττίλα II, ο Κίσινγκερ έδωσε εντολή να “καθυστερήσουν” και πάλι οι παραδόσεις πολεμικών συστημάτων και υλικού προς την Ελλάδα, όπως επίσης αυτή τη φορά και προς Τουρκία— η ελληνική στρατιωτική μηχανή θα οδηγείτο σε πανωλεθρία εάν ο πόλεμος παρετείνετο σε 2-3 εβδομάδες. Οι Τούρκοι είχαν κάθε συμφέρον να τον παρατείνουν, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την Κύπρο, αντί των 2-3 ημερών του ιωαννιδικού αφηγήματος.

Ενδεικτικά, όπως καταγράφεται στα πρακτικά του Πολεμικού Συμβουλίου της 14 Αυγούστου 1974, «Δυσφορών ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως … διετύπωσε αυστηράς επικρίσεις διότι όλα αυτά τα ανυπέρβλητα εμπόδια τα οποία ημείς οι πολιτικοί είχομεν άλλοτε λάβει υπ’ όψιν, δεν τα είχον προσφάτως λάβει υπ’ όψιν στρατιωτικοί, οίτινες τα εγνώριζον καλύτερα από ημάς». Το πόσο απαξιωμένη είχε καταστεί η στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδος εκείνη την εποχή καταδεικνύεται και από τα σοβαρά φαινόμενα αμφισβήτησης των διαταγών της.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της 2ης Μοίρας Αλεξιπτωτιστών (2η ΜΑΛ) στη Ρεντίνα Μακεδονίας, η οποία, επικαλούμενη επιχειρησιακά και οργανωτικά ζητήματα, δεν εξετέλεσε τελικά τη διαταγή μεταφοράς της στην Κύπρο κατά τον Αττίλα Ι, γεγονός που έχει αποδοθεί από ορισμένες μαρτυρίες σε συνειδητή αποφυγή εκτέλεσης διατεταγμένης αποστολής. Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι στις 22 Ιουλίου 1974, ενώ ακόμη διεξάγονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κύπρο, ανώτεροι αξιωματικοί του Γ΄ Σώματος Στρατού, υπό τον Αντιστράτηγο Γρηγόριο Ντάβο, συνυπέγραψαν και απέστειλαν τελεσίγραφο προς τη στρατιωτική ηγεσία στην Αθήνα, απαιτώντας την άμεση παράδοση της εξουσίας σε πολιτική κυβέρνηση. Δηλαδή, ο Καραμανλής ανέλαβε την πολιτική ηγεσία μιας χώρας που, πέρα από την εθνική ήττα στην Κύπρο, βρισκόταν στα πρόθυρα σοβαρής εσωτερικής κρίσης, με μια απαξιωμένη και απονομιμοποιημένη στρατιωτική ηγεσία και με ορατό κίνδυνο εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

Κίνδυνος εθνικού ακρωτηριασμού

Εάν η Ελλάδα ενεπλέκετο σε γενικευμένο πόλεμο με την Τουρκία τότε, διακινδύνευε να βρεθεί αντιμέτωπη με πολλαπλό εθνικό ακρωτηριασμό και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε συρρικνωθεί σε στρατηγικό επίπεδο στην Ανατολική Μεσόγειο, σύμφωνα με εκτιμήσεις της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας των ΗΠΑ τότε. Εκείνη η κρίση ανέδυε “άρωμα” Μικρασιατικής Καταστροφής. Η Ελλάδα το 1974 ήταν διπλωματικά και στρατηγικά απομονωμένη από τους δυτικούς συμμάχους της και συνάμα από τη Σοβιετική Ένωση.

Στις 14 Αυγούστου 1974, πολλοί από τους πρώτους δεν απαντούσαν στις κατεπείγουσες τηλεφωνικές κλήσεις του Καραμανλή, ενώ η Σοβιετική Κυβέρνηση θεωρούσε ότι, μετά το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, η Τουρκία δικαιούτο να επικαλείται τα δικαιώματά της ως εγγυήτριας δυνάμεως, ζητώντας ταυτόχρονα την αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Κύπρο και την άμεση επιστροφή του Μακαρίου (βλ. Message from the Soviet Leadership to the U.S. Leadership, undated, FRUS 1969-1976, 15:1023).

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την περίοδο 1967-1974 η Τουρκία, χωρίς να απομακρυνθεί από το ΝΑΤΟ, ακολούθησε πολιτική εξισορρόπησης έναντι των δύο υπερδυνάμεων, βελτιώνοντας αισθητά τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση. Η Μόσχα παρείχε σημαντική οικονομική και τεχνική βοήθεια για τη δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών μονάδων στην Τουρκία (χαλυβουργίες, διυλιστήρια και εργοστάσια αλουμινίου), ενώ οι διμερείς πολιτικές και εμπορικές επαφές εντάθηκαν.

Την ίδια περίοδο, το χουντικό καθεστώς των Αθηνών παρέμενε προσανατολισμένο στην αντικομμουνιστική και φιλοδυτική στρατηγική του, χωρίς να επιδιώξει ουσιαστική εξομάλυνση των σχέσεών του με τη Σοβιετική Ένωση. Η διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος όσον αφορά στις σχέσεις εκάστης χώρας με τη Μόσχα καταδεικνύει ότι η τουρκική πολιτικοστρατιωτική ηγεσία επέδειξε μεγαλύτερη γεωπολιτική ευελιξία και διορατικότητα από τη Χούντα, αξιοποιώντας τη δυνατότητα ταυτόχρονης ανάπτυξης σχέσεων τόσο με τη Δύση όσο και με τη Σοβιετική Ένωση.

Υπό εκείνες τις συνθήκες, ο Καραμανλής ανέλαβε προσωπικά το τεράστιο πολιτικό κόστος της εκεχειρίας, αποδέχθηκε την απώλεια της Βόρειας Κύπρου, προκειμένου να προστατεύσει την ίδια την ύπαρξη της ελληνικής επικράτειας, αλλά και να διασώσει ό,τι απέμενε να διασώσει από την Κύπρο. Κατάλαβε ότι η πρώτη προτεραιότητα για να σωθεί η Ελλάδα, και στο μέλλον η Κύπρος, ήταν να αποκατασταθεί η Δημοκρατία, να ακολουθηθεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να ανασυγκροτηθούν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Κυματοθραύστης της εθνικής οργής

Κρίνοντας τα γεγονότα με την ψυχρή λογική της επιβίωσης ενός έθνους, η ιστορική αλήθεια είναι μία: Μπροστά σε εκείνο το χάος, στερημένος από όπλα, συμμάχους και στρατηγούς, οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος κι αν βρισκόταν στη θέση του Καραμανλή, θα έπραττε ακριβώς το ίδιο—αφού με μικρόνοες επιτελείς και διχασμένο στρατό δεν πας σε πόλεμο. Τελικά, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής πλήρωσε ένα τεράστιο, διαχρονικό πολιτικό κόστος. Επέλεξε συνειδητά, για λόγους εθνικού συμφέροντος, να μην εξηγήσει επακριβώς στον ελληνικό λαό γιατί δεν επενέβη στρατιωτικά στον “Αττίλα II”. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, αρνήθηκε να ανοίξει τον “Φάκελο της Κύπρου” σε όλη του την έκταση, κρατώντας ερμητικά κλειστά τα αρχεία των Επιτελείων.

Ήταν μια απόφαση ύστατης θεσμικής προστασίας. Ο Καραμανλής αντιλήφθηκε ότι αν αποκάλυπτε τη γυμνή αλήθεια —αν έδειχνε στο κοινό τα έγγραφα της απύθμενης ηλιθιότητας, της σύγχυσης και της ανικανότητας της στρατιωτικής ηγεσίας της Χούντας— θα προκαλούσε έναν ανεπανόρθωτο δημόσιο διασυρμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Σε μια περίοδο που η Τουρκία καραδοκούσε στο Αιγαίο, η ολοκληρωτική απαξίωση του στρατεύματος θα διέλυε το εθνικό ηθικό και θα αποθάρρυνε κάθε άξιο, ευφυές νέο στέλεχος από το να καταταγεί στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων στο παρόν και το μέλλον.

Προτίμησε, λοιπόν, να γίνει κυματοθραύστης της λαϊκής αγανάκτησης. Δέχθηκε να φορτωθεί στις πλάτες του το βαρύ, ολοφάνερο πολιτικό κόστος της κατηγορίας για “δειλία” ή “εθνική μειοδοσία” και να στοιχειωθεί η υστεροφημία του από τη φράση “η Κύπρος κείται μακράν”. Το τίμημα αυτό δεν ήταν κρυφό, το πλήρωσε στο ακέραιο και δημόσια. Κρυφός, όμως, παρέμεινε ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να το πληρώσει. Πήρε το μυστικό μαζί του, θυσιάζοντας την προσωπική του δικαίωση για να προστατεύσει τη θεσμική συνέχεια της χώρας και των Ενόπλων Δυνάμεων και να κρατήσει την Ελλάδα όρθια μέσα στο πιο σκοτεινό της ξημέρωμα.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx