Μεταναστευτικό και πολιτιστική συγγένεια
20/06/2026
Η διεθνής εμπειρία με το μεταναστευτικό δείχνει ότι η ενσωμάτωση είναι ευκολότερη όταν υπάρχουν προϋπάρχοντες πολιτισμικοί δεσμοί. Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα, το οποίο της δίνει τη δυνατότητα να προσκαλέσει μετανάστες με κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο, άρα σχετικά εύκολα αφομοιώσιμους. Επί χιλιετίες άσκησε πολιτισμική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, στον Εύξεινο Πόντο και στη Βόρεια Αφρική, χωρίς όμως να ταυτιστεί με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό.
Έτσι, θα μπορούσαν να δοθούν κίνητρα σε πληθυσμούς από περιοχές όπου υπήρξε ιστορική παρουσία από τον Ελληνισμό, όπως η Τουρκία, η Συρία, ο Λίβανος, το Ισραήλ, τα Παλαιστινιακά Εδάφη, η Αίγυπτος και η Λιβύη. Η όλη διαδικασία θα πρέπει να είναι ανοιχτή και διάφανη, με μοριοδότηση που θα λαμβάνει υπόψη της διάφορα κοινωνικά, οικογενειακά και θρησκευτικά κριτήρια. Κεντρικό ρόλο για την εξέταση των δηλώσεων επιθυμίας των ενδιαφερομένων θα πρέπει να παίζουν η γνώση ή η πρόθεση εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας, η αποδοχή του συνταγματικού πλαισίου της χώρας, η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και η διάθεση συμμετοχής στην κοινωνική ζωή του τόπου. Η πίστη στη Χριστιανική θρησκεία εκτιμάται ότι θα πρέπει να αποτελεί ενισχυτικό κριτήριο, ενώ η δήλωση από αλλόθρησκο ότι προτίθεται να ασπαστεί το Ορθόδοξο δόγμα θα προσδίδει επιπλέον μόρια.
Στο σημείο αυτό τίθεται προς συζήτηση μια αιρετική πρόταση. Οι εξελίξεις στη γενετική έχουν καταδείξει ότι οι πληθυσμοί της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζουν σημαντικούς βαθμούς αλληλεπίδρασης. Μελέτες αρχαίου DNA έχουν επιβεβαιώσει την ουσιαστική γενετική συνέχεια των σημερινών Ελλήνων με τους πληθυσμούς του Αιγαίου της Εποχής του Χαλκού. Ομοίως έχει αποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος των πληθυσμών της Ανατολίας, των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής έχουν γενετικές ομοιότητες ή καταβολές από τους Έλληνες. Προφανώς, η εθνική ταυτότητα δεν καθορίζεται μόνο από το DNA.
Η γλώσσα, η παιδεία, ο πολιτισμός, η ιστορική συνείδηση και η συμμετοχή στους θεσμούς ενός κράτους είναι σημαντικότερα στοιχεία. Θα μπορούσε όμως η ύπαρξη αποδεδειγμένων γενετικών δεσμών με τον Ελληνισμό να λειτουργεί ως ένα πρόσθετο κριτήριο προτεραιότητας κατά την αξιολόγηση υποψηφίων μεταναστών. Για λόγους εγκυρότητας η εξέταση θα διεξάγεται από πιστοποιημένα κρατικά εργαστήρια.
Εφόσον δεχθούμε ότι υπήρξε μια διαδικασία εξισλαμισμού και εξαραβισμού – εκτουρκισμού Χριστιανικών Ελληνόφωνων ή Ελληνικών πληθυσμών συνεπεία κατακτήσεων, εάν είμαστε τολμηροί, με φαντασία, επιμονή, υπομονή και θέληση, αυτή η διαδικασία μπορεί να αναστραφεί προς όφελος του Ελληνισμού. Άλλωστε και οι εν λόγω πληθυσμοί δεν ήταν ανέκαθεν Έλληνες, αλλά έγιναν συνεπεία επιγαμιών, της εξάπλωσης του Ελληνισμού από τον Μέγα Αλέξανδρο και τους επιγόνους του, ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επισφράγισε την ταύτισή τους με τον Χριστιανισμό. Σε τελική ανάλυση οι σημερινοί Έλληνες είμαστε οι απόγονοι όσων αρνήθηκαν να εξισλαμιστούν ή να «τουρκέψουν», όπως ευφυώς αναφέρει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος.
Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση που παραμένει αναξιοποίητη. Η Εκκλησία της Ελλάδας απαιτείται να εξέλθει από τον λήθαργο και οι ιεράρχες της να συνειδητοποιήσουν ότι κατέχουν τα αξιώματά τους επειδή υπάρχει η Ελλάδα και οι Έλληνες. Θα πρέπει να αφουγκραστούν τις ανάγκες του Έθνους και να συμβάλουν με τις δυνάμεις τους. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να ιδρυθεί σε κάποια επαρχιακή πόλη της χώρας ένα πανεπιστήμιο υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, αφού πλέον της παρέχει το δικαίωμα ο νόμος.
Στο εν λόγω ακαδημαϊκό ίδρυμα θα φοιτούν στην Ελληνική γλώσσα στις διάφορες επιστήμες άνευ διδάκτρων φτωχά παιδιά Χριστιανών από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, κατόπιν συνεργασίας με τα κατά τόπους Πατριαρχεία, Μητροπόλεις και ιεραποστολές. Με το πέρας των σπουδών τους οι νέοι και οι νέες που θα θέλουν να εργαστούν και να ζήσουν στην Ελλάδα θα μπορούν να το κάνουν με βάση τις προϋποθέσεις που θα ορίζει σχετικός νόμος, ενώ εάν επιλέξουν να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους θα μεταφέρουν τις εμπειρίες τους από την Ελλάδα και θα συμβάλουν στην ανάπτυξη των χωρών τους.
Από τον Φόβο στην Αυτοπεποίθηση
Σήμερα αντιμετωπίζουμε το δημογραφικό είτε με μοιρολατρία είτε με πανικό. Η Ιστορία όμως διδάσκει ότι οι κοινωνίες επιβιώνουν όταν διαθέτουν αυτοπεποίθηση. Το 1922 – 1923 η Ελλάδα υποδέχθηκε περίπου ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες, πολλοί εκ των οποίων δεν μιλούσαν Ελληνικά, μέσα σε συνθήκες ασύγκριτα δυσκολότερες. Μέσα σε λίγες δεκαετίες όχι μόνο ενσωματώθηκαν, αλλά συνέβαλαν καθοριστικά στην οικονομική, πολιτιστική και πνευματική ανάπτυξη της χώρας. Η επιτυχία εκείνης της προσπάθειας δεν οφειλόταν σε κάποια μαγική συνταγή. Οφειλόταν στην ύπαρξη κοινών πολιτισμικών αναφορών, στην κρατική οργάνωση και κυρίως στην κοινή πεποίθηση ότι η Ελλάδα αποτελούσε μια κοινότητα με μέλλον. Αυτό ακριβώς λείπει σήμερα. Η Αυτοπεποίθηση.
Εάν κάποιος ρωτήσει από που θα προέλθουν τα χρήματα για όλα τα παραπάνω, η απάντηση είναι και από την κινητοποίηση των εγχώριων και απόδημων ευπόρων Ελληνίδων – Ελλήνων, κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό και την φιλοδοξία να συνδεθεί το όνομά τους με το μέλλον αυτού του τόπου, όταν οι ίδιοι θα έχουν πεθάνει. Όσοι δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν τέτοιοι ας αναρωτηθούν τι ώθησε τους Ηρώδη τον Αττικό, Βαρβάκη, Αβέρωφ, Ζάππα και αναρίθμητους άλλους ευεργέτες που έφτιαξαν κρήνες, σχολεία, βιβλιοθήκες ή άφησαν κληροδοτήματα για τις επόμενες γενιές σε κάθε χωριό και πόλη της υπέροχης αυτής χώρας. Η παράδοση συνεχίζεται όπως πιστοποιούν τα διάφορα ιδρύματα και πρόσωπα που συντηρούν χώρους πολιτισμού, νοσοκομεία, ή προβαίνουν σε δωρεές εξοπλισμού στις Ένοπλες δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας και τόσα άλλα.
Το δημογραφικό δεν είναι απλώς θέμα αριθμών. Είναι ζήτημα πίστης στη συνέχεια και επιβίωση του Ελληνισμού ως διακριτής πολιτισμικής πρότασης.
Τα νέα «Θεωρικά» για τον Ελληνισμό
Αν υπάρχει μία παρέμβαση που θα μπορούσε να αλλάξει πραγματικά το μέλλον της χώρας, αυτή δεν αφορά μόνο τις γεννήσεις, αλλά την ποιότητα των πολιτών της. Εάν δεν μπορούμε να γίνουμε ο πλουσιότερος λαός του πλανήτη, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να ανεβάσουμε την «κατά κεφαλή καλλιέργειά» μας, σύμφωνα με τον αφορισμό του αείμνηστου Χρήστου Γιανναρά. Οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν θεσπίσει τα «Θεωρικά», ένα δημόσιο βοήθημα που επέτρεπε ακόμη και στους οικονομικά ασθενέστερους να συμμετέχουν στις θρησκευτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις της πόλης. Πλέον ήρθε η ώρα να επαναφέρουμε τον θεσμό στη σύγχρονη Ελλάδα.
Αντί το κράτος να περιορίζεται στη χορήγηση διαφόρων επιδομάτων ή κουπονιών κατανάλωσης, προμήθειας καυσίμων, κλπ, που θυμίζουν τη σχέση φεουδάρχη – δουλοπάροικου, θα πρέπει να θεσπίσει και ένα ετήσιο πολιτιστικό μέρισμα για κάθε ενήλικο και ανήλικο πολίτη, ανεξαρτήτως οικονομικών ή κοινωνικών κριτηρίων. Ένα μέρος θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αγορά έντυπων ή ηλεκτρονικών βιβλίων ή συνδρομών σε εφημερίδες και περιοδικά. Ένα άλλο μέρος θα διατίθεται για παρακολούθηση θεατρικών και κινηματογραφικών παραστάσεων, επισκέψεων σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους και άλλες πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες (πχ συναυλίες, παραστάσεις χορού, κλπ).
Μια κοινωνία δεν επιβιώνει μόνο επειδή γεννά περισσότερα παιδιά. Επιβιώνει όταν μεταδίδει γνώσεις, αξίες, αισθητική και ιστορική συνείδηση στις επόμενες γενιές. Και αυτή θα ήταν ίσως η σημαντικότερη δημογραφική επένδυση για τον Ελληνισμό του 21ου αιώνα.




