Έχουν συμφέρον οι ΗΠΑ να φτάσουν σε τελική συμφωνία με το Ιράν;
20/06/2026
Τρείς εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου, ΗΠΑ και Ιράν είχαν δώσει στη δημοσιότητα ο καθένας τη δική του λίστα απαιτήσεων για τερματισμό του πολέμου.
Τα 15 σημεία των ΗΠΑ, που ισοδυναμούσαν με άνευ όρων παράδοση και οι απαιτήσεις του Ιράν – που σχολιάστηκαν τότε περίπου ως παρανοϊκά από Δυτικούς και Έλληνες ειδήμονες περί την γεωπολιτική. Σημειώναμε τότε ότι «η λογική της σύγκρουσης θα καταλήξει σε κάτι πιο κοντά στις απαιτήσεις της Τεχεράνης, που οι περισσότεροι σχολιαστές θεωρούν παρανοϊκές γιατί οι ίδιοι δεν έχουν εννοήσει τη λογική της σύγκρουσης και πού οδηγεί» (SLpress 21/03/2026).
Οι ιδεοληπτικές αναγνώσεις των διεθνών εξελίξεων και συστηματική αστοχία προβλέψεων από “ειδήμονες”, το πολύ-πολύ καταλήγει στην απαξίωσή τους, επειδή συσκοτίζουν αντί να φωτίζουν τις εξελίξεις, αγνοώντας πραγματικότητες που μπορεί να διακρίνει και ένας απλός, μη ειδικός παρατηρητής.
Η ιδεοληψία δεν οφείλεται σε έλλειψη δεδομένων ή έλλειψη ευφυίας, αλλά σε ευνόητες και γνωστές ξένες εξαρτήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες εξαρτήσεις και ιδεοληψίες καθορίζουν και την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, με το περίβλημα μιας δήθεν “εθνικής υπευθυνότητας”. Οι αστοχίες σε αυτό το πεδίο, το πεδίο της ασφάλειας της χώρας, θα κοστίσουν πολύ ακριβότερα από την όποια προσωπική διάψευση κάποιου ειδικού. Μετά την αναγκαία αυτή προειδοποίηση πάμε στο θέμα μας.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι τι θα κάνει το Ισραήλ
Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα μετά το Μνημόνιο Κατανόησης. Πρώτον, πώς θα διαχειριστεί η Τεχεράνη την κατοχή του νοτίου Λιβάνου με δεδομένο ότι στο σημείο (1) του Μνημονίου αναφέρεται ρητά ότι ΗΠΑ και Ιράν συμφωνούν στη “διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας του Λιβάνου”, στο προτελευταίο σημείο (13) ότι οι διαπραγματεύσεις θα ξεκινήσουν μόνο εφόσον ξεκινήσουν να εφαρμόζονται τα σημεία 1, 4, 5, 10 και 11, και με δεδομένο επίσης ότι η Χεσμπολάχ δεν πρόκειται να αποδεχτεί “ειρηνική” ισραηλινή κατοχή (και καλά θα κάνει).
Το δεύτερο και πιο σημαντικό ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ θα επιλέξουν πράγματι την επίτευξη μιας “τελικής συμφωνίας”, που περιγράφεται στο Μνημόνιο. Αυτό είναι το πιο βασικό ερώτημα, από το οποίο θα εξαρτηθούν και τα υπόλοιπα, αλλά για κάποιους λόγους δεν αξιολογείται από τους περισσότερους αναλυτές.
Όταν συνάφθηκε η συμφωνία εκεχειρίας στις 8 Απριλίου, οι ΗΠΑ είχαν αποδεχτεί τις ιρανικές απαιτήσεις ως “βάση διαπραγμάτευσης”, καθώς και τον τερματισμό του πολέμου στο Λίβανο. Όπως αποδείχτηκε αυτό που κυρίως ενδιέφερε τότε την Ουάσινγκτον ήταν να πάρουν από τους Ιρανούς τουλάχιστον το πάγωμα της σύγκρουσης, αφού δεν μπορούσαν να ανοίξουν τα Στενά. Δεν είχαν ακόμη αποφασίσει για διαπραγματεύσεις, ούτε είχαν αποφασίσει να συγκρατήσουν το Ισραήλ στο Λίβανο. Προκειμένου να πάρουν το πάγωμα υποχρεώθηκαν να αποδεχτούν τις απαιτήσεις της Τεχεράνης για εκεχειρία, που παραβίασαν στη συνέχεια.
Αυτό που παίρνουν τώρα με το Μνημόνιο είναι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Προκειμένου να το πάρουν υποχρεώθηκαν να αποδεχτούν τις απαιτήσεις της Τεχεράνης για τη λήξη του πολέμου. Αν τελικά η εκεχειρία θα καταλήξει σε συμφωνία ειρήνευσης, είναι για τις ΗΠΑ ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Αυτό το γνωρίζει και η Τεχεράνη και η περίπλοκη αρχιτεκτονική του Μνημονίου αποτυπώνει αυτό το ενδεχόμενο και το τι θα έχει χάσει και κερδίσει η κάθε πλευρά, στην περίπτωση που τελική συμφωνία δεν υπάρξει, ή καθυστερήσει για μεγάλο διάστημα. Άλλωστε το Μνημόνιο ρητά αναφέρει ότι το διάστημα των 60 ημερών είναι “επεκτάσιμο” (extendable). Μέχρι το άπειρο…
Η αρχιτεκτονική του MoU
Άμα τη υπογραφή της συμφωνίας, οι ΗΠΑ υποχρεούνται εκτός της άρσης του ναυτικού αποκλεισμού
- να αποδεσμεύσουν μέρος από τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια.
- να άρουν τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο.
- να μην προβούν σε νέες κυρώσεις και
- να μην αναπτύξουν άλλες στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
Επίσης, οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τα “κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών στα Στενά του Ορμούζ”, και αποδέχονται ότι το «Ιράν θα διεξάγει διάλογο με το Σουλτανάτο του Ομάν για τον καθορισμό των μελλοντικών διαχειριστικών και ναυτιλιακών υπηρεσιών σε συνεννόηση με άλλα παράκτια κράτη του Περσικού Κόλπου». Τέλος, το Ιράν δεσμεύεται για την ελεύθερη και “ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων χωρίς τέλη μόνον για 60 ημέρες”, που σημαίνει ότι εμμέσως οι ΗΠΑ αποδέχονται την προοπτική το Ιράν να επιβάλλει τέλη “για υπηρεσίες” μετά τις 60 ημέρες.
Αν και μόνο το (1) είναι μη αντιστρέψιμο στην περίπτωση που οι ΗΠΑ αλλάξουν γνώμη, οποιαδήποτε παραβίαση των υπολοίπων δίνει τυπικά στο Ιράν το δικαίωμα να παραβιάσει τη δική του δέσμευση στο Μνημόνιο και να ξανακλείσει τα Στενά. Συνεπώς, μέχρις εδώ οι ΗΠΑ είναι αναγκασμένες να τηρήσουν το Μνημόνιο, ανεξάρτητα αν θα επέλθει τελική συμφωνία. Ας πάμε τώρα στις υπόλοιπες δεσμεύσεις των ΗΠΑ εφόσον επέλθει τελική συμφωνία. Σε αυτή την περίπτωση οι ΗΠΑ πρέπει:
- να άρουν όλες τις κυρώσεις, πρωτογενείς και δευτερογενείς, (άρα κάθε πυρηνική συμφωνία θα είναι καλύτερη για το Ιράν συγκριτικά με τη JCPOA στο σκέλος των κυρώσεων, όπως είχαμε προβλέψει)
- να απομακρύνουν τις δυνάμεις τους που βρίσκονται “πλησίον του Ιράν”, εντός 30 ημερών.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά του Μνημονίου σε βαλλιστικό οπλοστάσιο και συμμάχους του Ιράν ως ζήτημα διαπραγμάτευσης, εξέλιξη που είχαμε επίσης προβλέψει, πριν ακόμη ξεκινήσει ο πόλεμος και κατά τη διάρκεια. Τέλος, η ανάληψη ευθύνης για ανάπτυξη σχεδίου για 300 δισ. ανοικοδόμηση δεν αξιολογείται εδώ, γιατί είναι διατυπωμένο με τρόπο που πρακτικά δεν συνιστά υποχρέωση. Καλύπτει επικοινωνιακά και ηθικά το Ιράν εν είδει “πολεμικών αποζημιώσεων”, χωρίς να συνιστά τυπικά δέσμευση για τις ΗΠΑ.
Το πιο βασικό ερώτημα λοιπόν είναι αν οι ΗΠΑ έχουν συμφέρον να φτάσουν σε μια “τελική συμφωνία”. Για να κερδίσουν τι; Από το Μνημόνιο οι ΗΠΑ αποδέχονται το σημερινό πυρηνικό στάτους του Ιράν μέχρι να υπάρξει, αν υπάρξει, τελική συμφωνία. Αν υπάρξει συμφωνία η αναγνώριση του δικαιώματος εμπλουτισμού είναι ήδη δεδομένη.
Να θυμίσουμε ότι η εξωφρενική απαίτηση Τραμπ-Νετανιάχου για μηδενικό εμπλουτισμό ήταν υποτίθεται ο βασικός λόγος που ο Τραμπ δεν ήταν ικανοποιημένος από τις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη και ξεκίνησε τον πόλεμο. Το δε εμπλουτισμένο ουράνιο δεν θα φύγει από τη χώρα. Δεν είναι μόνο λόγοι εθνικής αξιοπρέπειας, είναι κυρίως το γεγονός ότι η “αραίωση” σε ιρανικό έδαφος αποτελεί ένα κάποιο εχέγγυο εφαρμογής των συμφωνηθέντων από την άλλη πλευρά (πχ να μην επαναφέρουν κυρώσεις την επομένη που το Ιράν θα παραδώσει το απόθεμα).
Τι σημαίνει για ΗΠΑ μια τελική συμφωνία
Αν υπάρξει λοιπόν συμφωνία, με τα δεδομένα του Μνημονίου και με τα δεδομένα στην περιοχή που έχουν διαμορφωθεί μετά τον πόλεμο, το Ιράν θα βρεθεί σε πολύ καλύτερη και ισχυρότερη θέση από αυτή που βρισκόταν την επομένη της JCPOA, το Ισραήλ σε χειρότερη, ενώ αν οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν το νέο στάτους του Ιράν, ωθούνται και έχουν περισσότερους λόγους να το αναγνωρίσουν άλλοι γείτονες στο Κόλπο, ανατολικά (Πακιστάν, Ινδία) και βόρεια.
Η λογική λέει ότι οι ΗΠΑ θα κάνουν κάτι τέτοιο μόνο αν έχουν αποφασίσει να προσεγγίσουν πραγματικά το Ιράν, περισσότερο και από όσο ήταν διατεθειμένος να το προσεγγίσει ο Ομπάμα, και να τροποποιήσουν τη θέση τόσο του Ιράν, όσο και του Ισραήλ στην εξίσωση της αμερικανικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή. Πόσο πιθανή ή απίθανη είναι μια τέτοια στροφή; Όχι μόνο λόγω του εβραϊκού λόμπι, αλλά και λόγω αντικρουόμενων επιδιώξεων των ίδιων των ΗΠΑ με το Ιράν. Επίσης, μια τέτοια στροφή θα προϋπέθετε νέα αλλαγή πολιτικής μετά το περσινό φιάσκο με τον δασμολογικό πόλεμο και το φετινό φιάσκο στο Ιράν, μετά την επιθετική εκκίνηση του 2026 με Βενεζουέλα, Γροιλανδία, Κούβα κλπ. Το βέβαιο είναι ότι δεν έχουν ακόμη παρθεί τέτοιες “ακραίες” αποφάσεις στροφής πολιτικής στην Ουάσιγκτον.
…και μη-συμφωνία
Αντίθετα, αν οι ΗΠΑ επιλέξουν την μη-συμφωνία, πρώτον, έχουν πολλούς τρόπους να το μεθοδεύσουν. Με στήριξη της υπονόμευσης του Ισραήλ σε Λίβανο και αλλού, με υπαναχώρηση της άρσης κάποιων κυρώσεων, με νέες υπερβολικές απαιτήσεις για τα πυρηνικά. Δεύτερον, το να μην υπάρξει συμφωνία για τα πυρηνικά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το Ιράν θα αναπτύξει πυρηνικό όπλο. Το πιθανότερο, θα επανέλθει στην πολιτική του ενός βήματος πριν την ανάπτυξη, όπως πριν τον πόλεμο (Λανθάνουσα Ικανότητα). Οι υπόλοιπες ειρηνικές πυρηνικές δραστηριότητες είναι άνευ σημασίας για τις ΗΠΑ, που μόνο ως πρόφαση τις χρησιμοποιούσαν, όπως έχουμε επανειλημμένα εξηγήσει.
Τρίτον, η μη-συμφωνία, και εφόσον βέβαια οι ΗΠΑ δεν υπαναχωρήσουν και από τις δεσμεύσεις τους άμα τη υπογραφή του Μνημονίου, τόσο ώστε να δώσουν στο Ιράν το πάτημα να ξανακλείσει τα Στενά, δίνει τη δυνατότητα στην Ουάσινγκτον να επανέλθει στην περιοχή με πολιτικές ανάσχεσης του Ιράν, διαχείρισης ζημίας από τον πόλεμο, και περιορισμού της αναβαθμισμένης επιρροής του στην αραβική Χερσόνησο και ευρύτερα. Ειδικότερα, μετά τη προσπάθεια της Τεχεράνης να μεταβάλει την εξίσωση της περιοχής χτυπώντας για πρώτη φορά το Ισραήλ – όχι σε απάντηση ισραηλινής επίθεσης στο Ιράν, αλλά σε τρίτο μέρος (Λίβανο) – το αν οι ΗΠΑ θα αποδεχτούν τη νέα αυτή εξίσωση ή όχι , θα είναι δείκτης των προθέσεών τους στην περιοχή.
Τι θα έχουν χάσει οι ΗΠΑ σε περίπτωση μη-συμφωνίας; Πέραν των περιφερειακών και παγκόσμιων επιπτώσεων της ήττας τους στον πόλεμο, που έτσι κι αλλιώς δεν αναιρούνται ούτε με συμφωνία, θα έχουν τυπικά ή άτυπα ανεχτεί το νέο στάτους στα Στενά, θα έχουν αποδεσμεύσει κάποια ιρανικά κεφάλαια, και θα έχουν πρακτικά εγκαταλείψει τον πυρηνικό περιορισμό του Ιράν ως μέσο εκβιασμού και επιβολής περιφερειακής πολιτικής, ενώ είναι αμφίβολο αν πλέον θα συνεχίσουν άλλες χώρες (πχ κάποιες ευρωπαϊκές) να ευθυγραμμίζονται με την Ουάσινγκτον στο ζήτημα Ιράν.
Συνεπώς, το πώς θα αντιμετωπιστεί η “αντιμνημονιακή” διάθεση και δραστηριότητα του Ισραήλ εξαρτάται από πολύ ευρύτερες σταθμίσεις, που αναγκαστικά θα κάνουν οι ΗΠΑ, εκκινώντας από ένα σημείο που είναι σίγουρα χειρότερο για τις ίδιες απ’ ό,τι πριν τον πόλεμο. Αντίθετα, για το Ιράν η επίτευξη τελικής συμφωνίας είναι ο μόνος τρόπος να κεφαλαιοποιήσουν το μέγιστο των κερδών από τον πόλεμο και λογικά θα φτάσουν μακριά για να ο καταφέρουν. Αλλά αν οι ΗΠΑ επιλέξουν την μη-συμφωνία, κάθε υποχώρησή του θα είναι μάταια.





