Χριστιανισμός της Κυριαρχίας και Χριστιανισμός της Ελευθερίας – Οι επιπτώσεις στη γεωπολιτική
20/08/2026
Η Δυτική και η Ελληνορθόδοξη οντολογία του Θεού, του ανθρώπου και της σχέσης και ο γεωιστορικός τους ρόλος: Σε τρία προηγούμενα άρθρα μου στο SLpress είχα εξετάσει τη “σχεσιακή γεωπολιτική“, καθώς και τη Woke Κουλτούρα και πώς αυτή αποτυπώνεται στην πιο ακραία της έκφανση. Αυτή η ιδεολογία για την εξάλειψη του ανθρώπου εκφράζεται από την καθηγήτρια Patricia MacCormack και όχι μόνο.
Είχα υποστηρίξει ότι η Woke Κουλτούρα δεν είναι προϊόν παρθενογένεσης αλλά αντιθέτως αποτελεί μέρος ενός γεωιστορικού αρχιτεκτονήματος, τα θεμέλια του οποίου είναι γνωσίες (cognitions) και κοσμοαντιλήψεις, προερχόμενες από τον πυρήνα του Δυτικού Πολιτισμού, που είναι ο Δυτικός Χριστιανισμός. Και αν αναζητούσαμε, κατά κάποιον τρόπο, τον πυρήνα του πυρήνα, αν θα θέλαμε, δηλαδή, να ορίσουμε τον Δυτικό Χριστιανισμό και συνακόλουθα τον Δυτικό Πολιτισμό, με μία λέξη και τον Ελληνορθόδοξο Πολιτισμό με άλλη μία, οι δύο αυτές λέξεις θα ήταν Κυριαρχία και Ελευθερία αντιστοίχως.
Πράγματι, αν επιχειρούσαμε, με όλους τους κινδύνους που εμπεριέχει μια τόσο μεγάλη και υπεραπλουστευτική συμπύκνωση, να αποδώσουμε σε μία μόνο έννοια τη βαθύτερη διαφοροποίηση των δύο μεγάλων ρευμάτων που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό του Χριστιανισμού, θα καταλήγαμε στις δύο παραπάνω λέξεις. Όχι βέβαια ως απόλυτες ιστορικές κατηγορίες, ούτε ως αυθαίρετη διαίρεση μεταξύ μιας “κακής Δύσης” και μιας “καλής Ανατολής”, αλλά ως δύο ιδεοτυπικές οντολογικές “γραμματικές”. Ως δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να νοηθεί ο Θεός, ο άνθρωπος, η ισχύς, η ετερότητα και τελικά η ίδια η σχέση.
Η διάκριση αυτή μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο ανάγνωσης της προβληματικής που αναπτύσσει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος γύρω από τη γένεση του χριστιανικού εαυτού, τη βούληση, την ισχύ και τις αναλογικές ταυτότητες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς ποια χαρακτηριστικά αποδίδονται στον Θεό ή στον άνθρωπο, αλλά ποιο από αυτά αποκτά οντολογική προτεραιότητα. Είναι η ισχύς εκείνη που καθιστά δυνατή την ελευθερία, ή η ελευθερία εκείνη που δίνει νόημα και όρια στην ισχύ; Υπάρχει πρώτα μια παντοδύναμη βούληση που εισέρχεται κατόπιν σε σχέση, ή η ίδια η ύπαρξη πραγματώνεται εξαρχής ως ελεύθερη σχέση;
Διαφορετικές πτυχές του Χριστιανισμού
Από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να μιλήσουμε, συμβατικά, για έναν Χριστιανισμό της Κυριαρχίας. Στο εσωτερικό του η παντοδυναμία τείνει να μετατρέπεται από ιδιότητα του Θεού σε θεμελιώδη οντολογική αρχή. Ο Θεός νοείται πρωτίστως ως απόλυτη βούληση, ως η ύπαρξη που δεν περιορίζεται από τίποτε και της οποίας η ελευθερία εκφράζεται ως απεριόριστη δυνατότητα ενεργείας. Σε ένα τέτοιο σχήμα ακόμη και η αμαρτία μπορεί εύκολα να προσλάβει κυρίως νομικό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί πρωτίστως τραυματισμό της σχέσης, αστοχία του τρόπου υπάρξεως και απομάκρυνση από την κοινωνία, αλλά παράβαση ενός νόμου που απαιτεί αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξεως.
Η λέξη-κλειδί είναι το “απαιτεί”. Η σωτηρία μπορεί αντιστοίχως να περιγραφεί με όρους χρέους, δικαιοσύνης, ποινής και ικανοποίησης. Η ισχύς, ο νόμος και η βούληση σχηματίζουν έτσι ένα ενιαίο οντολογικό σύμπλεγμα και ο Θεός, ατύπως αλλά ουσιωδώς, αντιμετωπίζεται ως δέσμιος της ίδιας Του της Δικαιοσύνης, η οποία, με τη σειρά της, πηγάζει από την Ισχύ Του, ως πρωταρχική Του ιδιότητα.
Το παράδοξο είναι ότι η νεωτερική εξέγερση του ανθρώπου εναντίον ενός τέτοιου Θεού δεν κατήργησε αυτή την οντολογία. Απλώς αντέστρεψε τον φορέα της κυριαρχίας. Ο άνθρωπος απομάκρυνε τον Θεό από το κέντρο, αλλά κατέλαβε ο ίδιος τη θέση Του. Ο νεωτερικός άνθρωπος επεδίωξε να γίνει κύριος του εαυτού του, κύριος της φύσεως, κύριος της ιστορίας. Η βούληση για απελευθέρωση μετετράπη σε βούληση για έλεγχο. Η θεϊκή παντοδυναμία εκκοσμικεύτηκε σε ανθρωποκεντρική παντοδυναμία.
Έτσι, ο Χριστιανισμός της Κυριαρχίας μπορεί, μέσα από μια μακρά και ασφαλώς μη γραμμική ιστορική διαδικασία, προσέφερε ορισμένες από τις οντολογικές προϋποθέσεις μιας κουλτούρας του ελέγχου, που είναι κυρίαρχη στη Δύση. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι προκάλεσε νομοτελειακά τον ατομικισμό, τον τεχνοκρατισμό, τον ιμπεριαλισμό ή τη βούληση για ισχύ. Όμως παρείχε μια “γραμματική” για την ανάγνωση του κόσμου, δια της οποίας ο εαυτός μπορεί να κατανοηθεί ως κέντρο βουλήσεως και ο Άλλος ως εξωτερικό αντικείμενο με το οποίο η σχέση οργανώνεται πρωτίστως μέσω ισχύος.
Απέναντι σε αυτή την οντολογική δυνατότητα μπορούμε να τοποθετήσουμε έναν Χριστιανισμό της Ελευθερίας, όπως αυτός αναδύεται μέσα από την ελληνική Πατερική Παράδοση. Και σε αυτήν ο Θεός είναι παντοδύναμος. Όμως, η παντοδυναμία Του δεν αποτελεί αναγκαιότητα που Τον δεσμεύει. Ο Θεός δεν είναι αιχμάλωτος ούτε της ίδιας Του της ισχύος. Είναι απόλυτα ελεύθερος. Συνακόλουθα, η Δημιουργία δεν νοείται ως αναπόφευκτη εκδήλωση μιας απεριόριστης δύναμης, αλλά ως πράξη ριζικής ελευθερίας. Ο κόσμος υπάρχει επειδή ο Θεός, ελεύθερα, θέλει να υπάρξει κάτι που δεν είναι ο ίδιος.
Η αντίληψη του προσώπου
Εδώ εμφανίζεται η ετερότητα ως κομβικό στοιχείο στην οντολογία του Θεού, αλλά και του ανθρώπου. Ο Θεός δημιουργεί τον Άλλον χωρίς να τον απορροφά. Και τον δημιουργεί ελεύθερο ακόμη και να αρνηθεί τη σχέση μαζί Του. Η παντοδυναμία αποκαλύπτεται έτσι με έναν παράδοξο τρόπο. Όχι μόνο ως δυνατότητα ασκήσεως απεριόριστης ισχύος, αλλά και ως απόλυτη ελευθερία μη ασκήσεώς της ως κυριαρχίας. Ο Θεός είναι τόσο ελεύθερος, ώστε μπορεί να αφήσει χώρο στον Άλλον.
Εάν όμως η ετερότητα δεν αποτελεί απειλή αλλά προϋπόθεση της σχέσης, τότε αλλάζει ολόκληρη η ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται κατακτώντας απόλυτη αυτάρκεια. Γίνεται περισσότερο ο εαυτός του μέσα από τη σχέση. Η ελευθερία του δεν συνίσταται πρωτίστως στην απουσία περιορισμών, ούτε στην ικανότητα επιβολής της βούλησής του. Συνίσταται στη δυνατότητα να εξέλθει από τον κλειστό εαυτό προς τον Άλλον, χωρίς ούτε να τον απορροφήσει ούτε να απορροφηθεί από αυτόν.
Εδώ αποκτούν ιδιαίτερο νόημα η συνέργεια, η μετοχή, η θέωση και τελικά η έννοια του προσώπου. Στον Μάξιμο τον Ομολογητή και στον Γρηγόριο Παλαμά η ένωση Θεού και ανθρώπου δεν απαιτεί την εξαφάνιση της ετερότητας. Αντίθετα, η κοινωνία γίνεται τόσο βαθύτερη όσο πιο έντονη παραμένει η διάκριση. Ο άνθρωπος δεν γίνεται Θεός κατά φύσιν αλλά μετέχει ελεύθερα στη θεία ζωή. Έχουμε λοιπόν ένωση χωρίς συγχώνευση, σχέση χωρίς απορρόφηση, κοινωνία χωρίς κατάργηση της ετερότητας.
Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και τον αναλογικό ή “πορώδη” εαυτό, τον οποίο αναδεικνύει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος. Υπό το φως αυτής της αντίληψης ο εαυτός δεν είναι ούτε αδιαπέραστο φρούριο, ούτε άμορφη ύπαρξη που διαλύεται μέσα στους άλλους. Αντιθέτως, διαθέτει υπόσταση και ετερότητα, αλλά, ταυτοχρόνως, είναι ανοικτός στη σχέση. Επιτρέπει, δηλαδή, στον Άλλον να εισέλθει στη διαμόρφωσή του, χωρίς όμως να παύει να είναι ο ίδιος. Η σχέση, με άλλα λόγια, δεν ακολουθεί απλώς την ταυτότητα, αλλά συμμετέχει στη διαρκή πραγμάτωσή της. Η σχέση είναι μέρος της ταυτότητας και όχι ένα επόμενο στάδιο, που προκύπτει όταν η ταυτότητα έχει ήδη προκύψει.
Κυριαρχία ή Ελευθερία;
Μπορούμε λοιπόν να διατυπώσουμε τη θεμελιώδη διαφορά των δύο ιδεοτύπων λέγοντας ότι στη Θεολογία της Κυριαρχίας η σχέση τείνει να υποτάσσεται στην ισχύ, ενώ στη Θεολογία της Ελευθερίας η ισχύς υποτάσσεται στη σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, ελεύθερος είναι τελικά εκείνος που μπορεί να επιβάλει τη βούλησή του. Στη δεύτερη, ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να σχετιστεί χωρίς να χρειάζεται να κυριαρχήσει. Στην πρώτη, ο Άλλος θέτει όρια στην ελευθερία μου. Στη δεύτερη, ο Άλλος καθιστά δυνατή την πραγμάτωσή της.
Η διάκριση αυτή δεν αποσκοπεί στο να καταδείξει την ύπαρξη δύο στεγανών ιστορικών Χριστιανισμών. Στην πραγματικότητα, η Δυτική Παράδοση περιέχει επίσης σοβαρά στοιχεία αγάπης, ελευθερίας και σχέσης, ενώ και ο Ορθόδοξος Κόσμος και η Ορθόδοξη θεολογία έχει υποστεί (καλώς ή κακώς) πολλές επιρροές από τη Δύση. Τις τελευταίες δεκαετίες, αν όχι τον τελευταίο αιώνα, μάλιστα, η Δύση αρχίζει –απρόθυμα και σταδιακά αλλά σταθερά– να μελετά σοβαρά την Ορθόδοξη Παράδοση και Πνευματικότητα. Πρόκειται λοιπόν για δύο οντολογικές δυνατότητες, οι οποίες μπορούν να συνυπάρχουν και να συγκρούονται μέσα στον ίδιο πολιτισμό και ακόμη μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Το γεγονός, όμως, παραμένει ότι διαφέρουν ουσιωδώς στον οντολογικό τους πυρήνα.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η διάκριση μπορεί να έχει σημασία πέρα από τη θεολογία και να ασκεί σοβαρή, αν και αόρατη, επίδραση στη γεωπολιτική ταυτότητα και συμπεριφορά των δρώντων. Με άλλα λόγια, εάν ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον Θεό επηρεάζει ιστορικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο, και εάν η ανθρωπολογία επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο νοούμε την κοινωνία, την εξουσία και τον Άλλον, τότε οι δύο αυτές οντολογίες ενδέχεται να αφήνουν ίχνη πολύ πέρα από τα όρια της Εκκλησίας.
Εν κατακλείδι λοιπόν, πίσω από πολλές αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τις διαφορές Δυτικού Χριστιανισμού και Ορθοδοξίας, όπως, για παράδειγμα ατομικισμός και πρόσωπο, έλεγχος και συνέργεια, ομογενοποίηση και ετερότητα, κλειστή και ανοικτή ιστορία, να βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα. Ποιο είναι το ύψιστο ιδανικό του υπάρχειν; Η κυριαρχία ή η ελευθερία; Ίσως δε η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στους δύο δρόμους να συμπυκνώνεται τελικά σε ένα παράδοξο. Ο Χριστιανισμός της Κυριαρχίας αναζητεί την ελευθερία μέσω της ισχύος, ενώ ο Χριστιανισμός της Ελευθερίας ανακαλύπτει την αληθινή ισχύ ακριβώς στην ελευθερία από την ανάγκη της κυριαρχίας.
Και αυτή η διαφορά είχε μεγάλες συνέπειες στη διαμόρφωση της γεωιστορικής πορείας του ευρωγενούς κόσμου μέχρι σήμερα και θα έχει και στο μέλλον. Άρα, δεν είναι κάτι που μπορούμε να αγνοήσουμε, αν όντως θέλουμε να έχουμε μια ρεαλιστική ανάγνωση του κόσμου, πέραν από υπεραπλουστευτικά ιδεολογήματα, τα οποία θέτουν την πραγματικότητα στην κλίνη του Προκρούστη και αν αυτή δεν συμφωνεί με αυτά, τόσο χειρότερα για την πραγματικότητα…





