Αναδιάταξη των ευρασιατικών ισορροπιών ισχύος
22/06/2026
Η μακρά και εσχάτως επιταχυνόμενη μετάβαση από τον “επίπεδο κόσμο” της μεταψυχροπολεμικής παγκοσμιοποίησης και το υποτιθέμενο “τέλος της ιστορίας” στην ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος, υπέρ των αναδυόμενων πόλων της Ασίας και του ευρύτερου Παγκόσμιου Νότου, αναδεικνύουν ένα περιβάλλον διεθνούς αταξίας, θέτοντας τέλος στις όποιες κανονικότητες του -υπό αμερικανική/δυτική υπεροχή- μεταπολεμικού υποδείγματος διεθνών σχέσεων.
Η επικράτηση της ισχύος, του αυταρχισμού και του αναθεωρητισμού, μάλιστα υπό την εκδοχή ακήρυκτων ή και αδικαιολόγητων “προληπτικών” πολέμων, περιθωριοποιούν κάθε έννοια νομιμότητας, πολυμερούς συνεργασίας και πλουραλιστικής δημοκρατίας στη διεθνή πολιτική. Ο κόσμος επιστρέφει σε ένα σκληρό, αλληλένδετο και τεχνολογικά προηγμένο γεωοικονομικό και γεωπολιτικό ανταγωνισμό για σφαίρες επιρροής, αναδιαμόρφωση ενεργειακών και εμπορικών ζωνών, διαδρόμων και εφοδιαστικών αλυσίδων, καθώς και σε εναλλακτικά πολιτισμικά αφηγήματα, με επίκεντρο τον πλούσιο σε κρίσιμες ύλες ευρύτερο χώρο της Ευρασίας.
Για τη διάσωση της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ (τεχνολογική, χρηματοοικονομική, στρατιωτική…), η Διοίκηση Τραμπ 2.0 προέκρινε, αφενός, τον “προστατευτισμό” της αμερικανικής οικονομίας (επιβολή δασμών, επαναπατρισμός αμερικανικών κεφαλαίων/ανασυγκρότηση βιομηχανικής βάσης…), αφετέρου, ένα εύρος στοχευμένων -αλλά και συχνά ασαφών- επιλογών μεταξύ απομονωτισμού και εκτεταμένου παρεμβατισμού, από το Δυτικό Ημισφαίριο/Ευρώπη μέχρι την Μέση Ανατολή και τον Ινδοειρηνικό, όπου έχει μεταφερθεί το κέντρο βάρος του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Παράλληλα, όπως καταγράφηκε και στην τελευταία εμβληματική Έκθεση “Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας” (NSS), ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει προσανατολισθεί προς ένα νέο δόγμα εξισορρόπησης και συναλλακτικών πρακτικών/ενδεχόμενων συνεργασιών ισχύος των ΗΠΑ με τους άλλους δύο μεγάλους πόλους, της αλματωδώς αναπτυχθείσας και συστημικής αντιπάλου Κίνας και της πάντα υπολογίσιμης πυρηνικής δύναμης της Ρωσίας, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του έναν ιδιότυπο ρόλο ειρηνοποιού.
Ουκρανικό και Μεσανατολικό
Η αμερικανική επιρροή μπορεί να παράγει άμεσα αποτελέσματα στο Δυτικό Ημισφαίριο (με χαρακτηριστική την απομάκρυνση Μαδούρο από τη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας), όμως δεν συμβαίνει το ίδιο στη δύσβατη Ευρασία. Αντί της -υποσχεθείσας από τον Τραμπ και σε εικαζόμενη συνεννόηση με τον Πούτιν- γρήγορης λήξης των συγκρούσεων στην Ουκρανία, ο εκατέρωθεν πόλεμος φθοράς διαιωνίζεται τόσο με την αργή, αλλά σημαντική επέκταση των εδαφικών κερδών της Ρωσίας, όσο και με τα πλήγματα των ουκρανικών drones βαθιά στη ρωσική επικράτεια.
Η ανησυχία για ενδεχόμενη κλιμάκωση της σύρραξης, σχετίζεται με τη στοχοποίηση από την Ρωσία του ίδιου του Κιέβου, αλλά και θεωρούμενων ως εμπλεκόμενων υπέρ της Ουκρανίας στρατιωτικών υποδομών ανατολικοευρωπαικών χωρών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ευρωπαϊκή ασφάλεια/ενδεχόμενη αντίδραση του ΝΑΤΟ, μη αποκλειομένου και του πειρασμού χρήσης πυρηνικών, όπως υποστηρίζεται από σκληροπυρηνικούς της Μόσχας. Βεβαίως, το παράθυρο ευκαιρίας για ειρήνευση παραμένει ανοικτό με την εκφραζόμενη πρόθεση διαπραγματεύσεων των εμπολέμων, μέσω και πιθανής διαμεσολάβησης των ΗΠΑ ή/και ευρωπαϊκών χωρών (που εξ υπαρχής έχουν καταδικάσει τη ρωσική εισβολή και έχουν συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά την Ουκρανία).
Εκείνο, όμως, που ανέδειξε τα όρια των αμερικανικών σχεδιασμών για την απομείωση της ισχύος σύμπλευσης Ιράν-Κίνας, είναι η απόπειρα εκκαθάρισης του τοπίου στη Μέση Ανατολή, σε συνέχεια των εκκρεμοτήτων του περυσινού 12ήμερου πολέμου Ισραήλ-Ιράν και της επιδίωξης ενεργειακής αποκοπής της Κίνας, ιδίως μέσω των Στενών του Ορμούζ (απ’ όπου διακινείται περί το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής ενεργειακών/πετροχημικών προϊόντων, με το 85% αυτών να κατευθύνεται προς την Ασία και να καλύπτει το 90% των οικείων αναγκών της Κίνας).
Ο αμερικανο-ισραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν χωρίς καθαρό νικητή, η επέκταση των χτυπημάτων του Ιράν σε Μοναρχίες του Κόλπου και του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο καταλαμβάνοντας εδάφη του, καθώς και οι εύθραυστες εκεχειρίες χωρίς συμφωνίες ειρήνης, αντικατοπτρίζουν ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παίγνιο, που δοκιμάζει τις συνολικές ευρασιατικές ισορροπίες και αναδιατάσσει τις δυναμικές του νέου πολυπολικού κόσμου.
Παρά το μεγάλο στρατιωτικό και οικονομικό κόστος του πολέμου για το Ιράν (υπολογιζόμενο στα 250 με 300 δις ευρώ), η σκακιστική αντοχή του θεοκρατικού καθεστώτος, έχοντας επιτύχει εθνική συσπείρωση απέναντι στον κεντρικό στρατηγικό στόχο της ανατροπής του “παράδοσης άνευ όρων”, από τους επιτεθέντες, μετέφερε το εσωτερικό πρόβλημα στον Τραμπ, με τις επιλογές του οποίου να έχουν σημειώσει μεγάλη δημοσκοπική πτώση ενόψει, μάλιστα, των κρίσιμων για το Κογκρέσο ενδιάμεσων εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου.
Aκανθώδεις εκκρεμότητες
Η συνακόλουθη αναδίπλωση του Αμερικανού Προέδρου κατέληξε τελικώς σε προκαταρκτική συμφωνία παράτασης 60 ημερών της κατάπαυσης του πυρός με πολλές και ακανθώδεις εκκρεμότητες, στα “σημεία” των οποίων φαίνεται να “κερδίζει” το Ιράν: Ναι μεν άνοιγμα/αποτροπή καθολικού ιρανικού ελέγχου των Στενών του Ορμούζ (με παράλληλη άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού λιμανιών του Ιράν) και επί της αρχής περιστολή του πυρηνικού προγράμματος, αλλά συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου, την άρση των κυρώσεων (εξαγωγών πετρελαίου, παγωμένων κεφαλαίων, γενναία “αποζημίωση” ανασυγκρότησης…) και τη μη συμπερίληψη στη συμφωνία του ισχυρού βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν.
Στην αμερικανική αναζήτηση εξόδου από την κρίση, συνέβαλε, ασφαλώς, η διατάραξη της ενεργειακής και μεταφορικής/επισιτιστικής αλυσίδας, με την ολοένα και απειλητικότερη εξάντληση των ενεργειακών αποθεμάτων, που εκτόξευσε τις τιμές ενεργειακών προϊόντων και τροφίμων, προκαλώντας τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις και εφιαλτικά σενάρια στασιμοπληθωρισμού για την παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής (που επιπλέον έχει επιβαρυνθεί και από το καθευατό μεγάλο κόστος του πολέμου, υπολογιζόμενο από 25 έως και -κατά την Moody’s- 100δις $).
Ωστόσο, ο αμερικανο-ιρανικός συμβιβασμός, επεκτείνοντας την εκεχειρία και στα μέτωπα του Λιβάνου, βρίσκει αντίθετο τον τρίτο καθοριστικό παίκτη του πολέμου, τον Νετανιάχου, ο οποίος θα ήθελε τη συνέχιση των επιχειρήσεων μέχρι εξουδετερώσεως της “υπαρξιακής απειλής” της Χεζμπολάχ και του Ιράν, ώστε να παρουσιάσει νίκη επιβίωσής του στην επερχόμενη μάχη των ισραηλινών εκλογών, το φθινόπωρο. Μένει να φανεί αν ο Τραμπ πείσει τον Νετανιάχου να υποχωρήσει από τις περιφερειακές του φιλοδοξίες με διάφορα ανταλλάγματα, όπως η διαβεβαίωση επέκτασης των Συμφωνιών Αβραάμ και σε άλλες αραβικές χώρες, η τύχη όμως των οποίων μέλλει να επανατεθεί υπό το φως των νέων πραγματικοτήτων στην Μέση Ανατολή.
Γεωπολιτική αναδιάταξη της Ευρασίας
Πάντως, εκείνοι που τελικώς έχουν επωφεληθεί από την νέα κρίση στην Μέση Ανατολή είναι, κυρίως, οι ανταγωνιστές ισχύος των ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία, που προσβλέπουν στον περιορισμό της αμερικανικής επιρροής: Η μεν Ρωσία, η οποία επιδιώκει βιαιότερη μετάβαση στον πολυπολικό κόσμο, έχει ανακτήσει ενεργειακά κέρδη και αυτοπεποίθηση, τη στιγμή που δοκιμάζεται η οικονομία της με το Ουκρανικό, η δε ισχυρότερη Κίνα, επενδύοντας με στρατηγική υπομονή -έναντι του βιαστικού Τραμπ- στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της διεθνούς της αξιοπιστίας, έχει φιλοτεχνήσει την εικόνα μιας υπερδύναμης σταθερότητας και συνεργασίας.
Εν προκειμένω, Σι και Τραμπ φέρονται να συμπλέουν ως προς την αποφυγή -τουλάχιστον στον παρόντα χρόνο- της μεγα-σύγκρουσης των δύο ισχυρότερων πόλων του πλανήτη, με τον Σι να ανάγει την εν προκειμένω αντιπαράθεση στη διδαχή-αποφυγή της “παγίδας του Θουκυδίδη”. Από πλευράς της, ο έτερος γοργά ανερχόμενος -δημογραφικά και οικονομικά- πόλος της Ευρασίας, η Ινδία, κατατάσσεται στους ανησυχούντες, επιζητώντας ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και σταθερές σχέσεις συνεργασίας τόσο με το Ισραήλ, όσο και με τις Αραβικές χώρες, υπολογίζοντας και τον εκ των πραγμάτων ανασχεδιασμό του IMEC.
Επιπλέον, η αποχώρηση των ΗΑΕ από τον OPEC+ δεν εξαντλείται στην αντιστάθμιση των αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στη χώρα, με την αποδέσμευσή της από τις ποσοστώσεις παραγωγής και εξαγωγής πετρελαίου, αλλά απηχεί τη δυναμική αναδιάταξης του status quo της ευρύτερης περιοχής: την ισχυροποίηση της στρατηγικής σύμπλευσης ΗΑΕ-Ισραήλ, έναντι της όποιας μεταπολεμικής επιρροής του Ιράν και της εξασθένησης της αμερικανικής ομπρέλας προστασίας των χωρών του Κόλπου.
Συγχρόνως, στη δυναμική της εν λόγω αναδιάταξης, καταγράφεται η αντίστοιχη διαφοροποίηση των ΗΑΕ από τους άλλους στρατηγικούς παίκτες της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, τη σύγκλιση με τα συμφέροντα των οποίων καλλιεργεί η Τουρκία για την περαιτέρω αναβάθμιση του περιφερειακού της ρόλου (κυρίως έναντι των Ισραήλ-Ιράν), έχοντας στο μεταξύ προωθήσει τη θέση της στο χάρτη των διασυνδέσεων (Μεσαίος Διάδρομος) και επωφελούμενη από τη διάσταση ΗΠΑ-Ισραήλ.
Ακολουθεί το Β’ ΜΕΡΟΣ: Η ευρωπαϊκή παράμετρος και ο εθνικός πυλώνας





