Η διαδρομή από την ελπίδα στην πολιτική συνείδηση
01/07/2026
Η μεταπολιτευτική εμπειρία δείχνει ότι το πολιτικό σύστημα διαθέτει την ικανότητα να ανανεώνει διαρκώς τη νομιμοποίησή του μέσα από νέους φορείς και νέα συνθήματα. Κάθε φορά που η κοινωνική δυσαρέσκεια συσσωρεύεται, εμφανίζεται ένα κόμμα ή μια πολιτική δύναμη με ριζοσπαστική ρητορική, η οποία υπόσχεται ρήξη με το κατεστημένο και πολιτικές που υπηρετούν το κοινό συμφέρον. Η κοινωνία, απογοητευμένη από τους προηγούμενους διαχειριστές της εξουσίας, επενδύει εκ νέου τις ελπίδες της στον νέο εκφραστή της αγανάκτησής της.
Ωστόσο, όταν οι δυνάμεις αυτές αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση, οι διακηρύξεις τους υποχωρούν μπροστά στις σταθερές και στις δεσμεύσεις του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Έτσι, οι ασαφείς αλλά ηχηρές ρητορικά προεκλογικές υποσχέσεις εγκαταλείπονται ή προσαρμόζονται, ενώ η κοινωνία, παρότι έχει ήδη βιώσει την προηγούμενη διάψευση, οδηγείται εκ νέου στην αναζήτηση ενός επόμενου “σωτήρα”. Με τον τρόπο αυτό αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος διαδοχικών ελπίδων και αντίστοιχων απογοητεύσεων, χωρίς να μεταβάλλονται οι θεσμικές προϋποθέσεις που παράγουν το πρόβλημα.
Γιατί η κοινωνία δεν διδάσκεται από το παρελθόν και επαναλαμβάνει τις ίδιες συμπεριφορές:
- Οι κοινωνίες στο πλαίσιο της εκλόγιμης μοναρχίας που λειτουργούν ως άθροισμα ατόμων ή ως μάζα δεν συμπεριφέρονται με βάση τη μνήμη και τη λογική, αλλά και με βάση την ελπίδα. Όταν οι πολίτες βιώνουν αδιέξοδα, τείνουν να αναζητούν νέες προσδοκίες, ακόμη και αν προηγούμενες αντίστοιχες προσδοκίες διαψεύστηκαν. Η ανάγκη για αλλαγή υπερισχύει της ιστορικής εμπειρίας. Ο Ερνστ Μπλοχ, στο έργο του “Η Αρχή της Ελπίδας”, υποστήριξε ότι η ελπίδα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης και κινητήρια δύναμη της ιστορίας, καθώς οι άνθρωποι προσανατολίζονται διαρκώς προς ένα καλύτερο μέλλον, ακόμη και όταν έχουν προηγηθεί διαψεύσεις. Αντίστοιχα, ο Τοκβίλ είχε επισημάνει ότι οι κοινωνίες που βιώνουν προσδοκίες αλλαγής είναι συχνά περισσότερο ευάλωτες στη γοητεία νέων πολιτικών υποσχέσεων.
- Το πολιτικό σύστημα σκοπεύοντας στην αναπαραγωγή του αποκρύπτει και διαστρεβλώνει τα ιστορικά γεγονότα, ώστε να αποκόπτεται η συνέχεια της συλλογικής μνήμη στην κοινωνία. Κάθε γενιά δεν έχει προσωπική εμπειρία και δεν διδάσκεται εμπειρίες προηγουμένων καταστάσεων. Έτσι, παλαιά πολιτικά μοτίβα επανεμφανίζονται με νέα πρόσωπα και νέα συνθήματα. Ο Χοσέ Ορτέγα υ Γκασσέτ, στην “Εξέγερση των Μαζών”, παρατηρούσε ότι κάθε γενιά τείνει να θεωρεί τον εαυτό της αφετηρία της ιστορίας και να αποκόπτεται από τη συσσωρευμένη εμπειρία του παρελθόντος. Παράλληλα, ο Τζορτζ Σανταγιάνα διατύπωσε τη γνωστή θέση ότι “όσοι δεν μπορούν να θυμηθούν το παρελθόν είναι καταδικασμένοι να το επαναλάβουν”, αναδεικνύοντας τη σημασία της ιστορικής μνήμης για την αποφυγή της επανάληψης των ίδιων σφαλμάτων.Ο Γκουστάβ Λε Μπον στην “Ψυχολογία των Μαζών” υποστήριξε ότι οι μάζες επηρεάζονται περισσότερο από το συναίσθημα, τα σύμβολα και τις μεγάλες υποσχέσεις παρά από τη λογική ανάλυση των πραγματικών πολιτικών σχέσεων.
- Τρίτον, ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται συνήθως στα πρόσωπα και όχι στους θεσμούς. Οι πολίτες οδηγούνται να πιστεύουν ότι η αποτυχία οφείλεται σε “λάθος ανθρώπους” και όχι στους κανόνες που παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Έτσι, η λύση αναζητείται διαρκώς στην αντικατάσταση των κυβερνώντων και όχι στην αλλαγή των θεσμών. Στο εν λόγω σύστημα κάθε κομματική υπόσχεση, όταν γίνεται κατεστημένο, δεν εκφράζει την κοινωνική βούληση με απουσία θεσμών ελέγχου της εξουσίας από την κοινωνία.
- Η κοινωνία δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη πολιτική αυτοσυνειδησία. Δηλαδή, δεν έχει εμπεδώσει ότι η εναλλαγή κομμάτων μέσα στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αλλαγή πολιτικής ουσίας. Εφόσον ο πολίτης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μόνο ως εκλογέα και όχι ως θεσμικό συντελεστή της πολιτείας, παραμένει εγκλωβισμένος στην προσδοκία ότι ένας νέος πολιτικός φορέας θα πράξει διαφορετικά από τους προηγούμενους.
Η γνώμη – η γνώση και η μέθοδος κατανόησης
Η δύναμη της γνώσης και της ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων: Ο Πλάτων στην “Πολιτεία” διαχώριζε τη γνώμη (δόξα) από την γνώση (επιστήμη), υποστηρίζοντας ότι οι κοινωνίες που στηρίζονται στη δόξα είναι ευάλωτες στη δημαγωγία. Σε πιο σύγχρονο επίπεδο, ο Πιερ Μπουρντιέ θα έλεγε ότι η έλλειψη “πολιτισμικού κεφαλαίου” περιορίζει την ικανότητα των πολιτών να αναγνωρίζουν τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της εξουσίας.
Η γνώση, ως απλή συσσώρευση πληροφοριών ή ως μνήμη ιστορικών γεγονότων, αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη διαμόρφωση ενός συλλογικού αιτήματος αλλαγής του πολιτικού συστήματος. Η ιστορική εμπειρία από μόνη της δεν αρκεί, εάν δεν συνοδεύεται από μια μέθοδο ερμηνείας που να επιτρέπει την κατανόηση των βαθύτερων αιτίων και των θεσμικών μηχανισμών, που παράγουν και αναπαράγουν τα ίδια αποτελέσματα, αλλά και την σύνολη εξελικτική της πορεία. Διαφορετικά, τα γεγονότα καταγράφονται ως αποσπασματικές εμπειρίες χωρίς να μετασχηματίζονται σε πολιτική αυτοσυνειδησία.
Η ικανή συνθήκη προϋποθέτει, επομένως, όχι μόνο γνώση του παρελθόντος, αλλά και ένα γνωσιολογικό εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας, ικανό να αναδείξει τις σχέσεις ισχύος και τη δομή του πολιτικού συστήματος. Μόνο τότε η γνώση μετατρέπεται σε συνείδηση και η συνείδηση σε συλλογική κοινωνική απαίτηση για θεσμικό μετασχηματισμό. Υπό αυτή την έννοια, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία, που έχει θεμελιώσει ο καθηγητής Κοντογιώργης, προτείνει όχι απλώς μια καταγραφή των ιστορικών φαινομένων, αλλά μια μέθοδο κατανόησής τους, ώστε η κοινωνία να μπορεί να υπερβεί την επανάληψη των ίδιων πολιτικών πρακτικών και να συγκροτηθεί ως ενεργό πολιτικό υποκείμενο.
Η θεσμική μετοχή της κοινωνίας ως πραγματικού εταίρου του πολιτικού συστήματος δύναται να μεταβάλει τους συσχετισμούς ισχύος υπέρ του κοινού συμφέροντος, περιορίζοντας την κυριαρχία των οργανωμένων οικονομικών συμφερόντων που, κατά την κριτική αυτή, έχουν κατορθώσει να επηρεάζουν ή να ενσωματώνουν το πολιτικό προσωπικό. Στο πλαίσιο του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, οι θεσμοθετημένοι κανόνες αναπαράγουν ένα σύστημα εξουσίας που παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητο ανεξαρτήτως της εναλλαγής των κυβερνήσεων. Αντιθέτως, η θεσμική ένταξη της κοινωνίας στις διαδικασίες ελέγχου, λογοδοσίας και λήψης αποφάσεων θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις προτεραιότητες της πολιτείας, καθιστώντας το κοινό συμφέρον υπέρτερο των επιμέρους ιδιωτικών επιδιώξεων και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια διαφορετική ισορροπία μεταξύ κοινωνίας και αγορών.
Οι σημερινές, αλλά και οι μελλοντικές πολιτικές πρωτοβουλίες, καθώς και ο ριζοσπαστικός λόγος που συχνά υιοθετούν οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί ή οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για έναν βαθύτερο κοινωνικό προβληματισμό σχετικά με τα όρια και τις δυνατότητες του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Η ιστορική εμπειρία προσφέρει στην κοινωνία την ευκαιρία να αξιολογήσει κατά πόσο η εναλλαγή πολιτικών φορέων, χωρίς αντίστοιχη μεταβολή των θεσμών, επαρκεί για την παραγωγή πολιτικών που υπηρετούν το κοινό συμφέρον. Εάν η εμπειρία αυτή μετασχηματιστεί σε γνώση και η γνώση σε συλλογική συνείδηση, τότε ίσως αναδειχθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η ανάγκη ενός ουσιαστικού θεσμικού μετασχηματισμού, με την κοινωνία να διεκδικεί τον ρόλο που της αναλογεί ως πραγματικού εταίρου της πολιτείας.
*Διευκρινίζεται ότι ο όρος “ελπίδα” χρησιμοποιείται εδώ με τη μεσσιανική εκδοχή, ως προσδοκία μιας κοινωνίας που αναζητά σωτηρία είτε από έναν, είτε από κάποιους.
Ο Κωνσταντίνος Δούνας είναι οικονομολόγος, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΠΑΝΣΥΦΑ.





