Η επόμενη μάχη για το περιβάλλον στο άρθρο 24
03/07/2026
Η διαδρομή από το Χωροταξικό για τις ΑΠΕ στη συνταγματική μεταρρύθμιση του άρθρου 24 δεν είναι μεγάλη και, στην ουσία, αποτυπώνει μια σταθερή πορεία αποδυνάμωσης των περιβαλλοντικών εγγυήσεων, μέχρι την τελική συνταγματική κατοχύρωση της αποδόμησης κάθε ουσιαστικής περιβαλλοντικής αντίστασης.
Ο νομοθέτης, εδώ και χρόνια, υποκαθιστά τη Διοίκηση. Αντί να αφήνει τη διοικητική διαδικασία, τα γνωμοδοτικά όργανα και τη διαβούλευση με τους πολίτες να διαμορφώνουν το αποτέλεσμα, αποφασίζει ο ίδιος εκ των προτέρων. Έτσι λαμβάνει ουσιαστικά μια διοικητική απόφαση, την οποία θωρακίζει με τον τυπικό νόμο και, τελικά, επιχειρεί να την καταστήσει δικαστικά απρόσβλητη.
Από το 2019 έως σήμερα, πολλές περιβαλλοντικές ρυθμίσεις και διατάξεις για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας βρέθηκαν στο επίκεντρο νομικών αμφισβητήσεων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικές ορισμένες από αυτές, κυρίως επειδή παραβίαζαν την αρχή της αειφορίας, τη δασική νομοθεσία και τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Η βασική αντίφαση είναι ότι οι νόμοι έδιναν προτεραιότητα στην επενδυτική δραστηριότητα έναντι της συνταγματικής υποχρέωσης προστασίας του περιβάλλοντος.
Για να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα αυτά, η κυβέρνηση προχώρησε στην εκπόνηση νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, με στόχο να αντικατασταθεί το παλαιό πλαίσιο του 2008. Υποσχέθηκε εκσυγχρονισμό των κανόνων χωροθέτησης ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, καθώς και νέους περιορισμούς σε ευαίσθητες περιοχές. Ωστόσο, η καθυστέρηση του νέου πλαισίου συνοδεύτηκε από τη θεσμοθέτηση Περιοχών Επιτάχυνσης ΑΠΕ, όπου τα έργα διευκολύνονται μέσω ταχύτερων διαδικασιών και περιορισμένου ελέγχου.
Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν κοινό στόχο: τη χαλάρωση των υφιστάμενων περιορισμών, τη διευκόλυνση επενδύσεων και την υποβάθμιση της προστασίας της φύσης. Πρόκειται για συστημική μετατόπιση από τις θεσμικές εγγυήσεις και την περιβαλλοντική προστασία προς την επιτάχυνση επενδύσεων με μειωμένο δημοκρατικό έλεγχο.
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, του οποίου μόλις ολοκληρώθηκε η διαβούλευση, δεν φαίνεται να αποτελεί πραγματικά νέο και επιστημονικά τεκμηριωμένο σχεδιασμό. Αντίθετα, λειτουργεί ως παράταση και νομιμοποίηση του παλαιού πλαισίου, το οποίο ήδη εμφανίζει σοβαρές νομικές και περιβαλλοντικές αδυναμίες. Οι μεταβατικές διατάξεις επιτρέπουν σε υφιστάμενα ή ήδη αδειοδοτημένα έργα ΑΠΕ να συνεχίσουν με βάση το παλαιό καθεστώς, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση με αυστηρότερες προβλέψεις.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο δεν εξετάζει επαρκώς τη φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων, δεν τεκμηριώνει τις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ΑΠΕ και δεν λαμβάνει υπόψη κρίσιμα ζητήματα, όπως η απώλεια βιοποικιλότητας, η αλλαγή χρήσεων γης, η σφράγιση εδάφους και η διατάραξη των υδάτων. Ανοίγει έτσι ο δρόμος για εγκαταστάσεις σε περιοχές Natura 2000, νησιά, τοπία και ευαίσθητα οικοσυστήματα, με γενικά και οριζόντια κριτήρια αντί για ειδική επιστημονική αξιολόγηση κάθε περιοχής.
Σοβαρές είναι και οι παραλείψεις ως προς την αποκατάσταση των χώρων μετά το τέλος ζωής των εγκαταστάσεων, τη διαχείριση αποβλήτων από ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, καθώς και τους κινδύνους από μονάδες αποθήκευσης ενέργειας.
Το άρθρο 24 σε κρίσιμη καμπή
Την ίδια στιγμή, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ότι η περαιτέρω αύξηση της παραγωγής ΑΠΕ υπηρετεί πραγματικές εθνικές ενεργειακές ανάγκες και όχι κυρίως εξαγωγικούς ή επενδυτικούς σκοπούς. Με βάση αυτά, μπορεί κανείς να συμφωνήσει με την άποψη της Μαρίας Καραμάνωφ ότι το μεγαλύτερο πλήγμα στο περιβάλλον προκαλείται συχνά από την ίδια την κοινή νομοθεσία, όταν προσπαθεί συστηματικά να παρακάμψει τις συνταγματικές επιταγές. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 24.
Με πρόσχημα την προσαρμογή στη νέα εποχή της κλιματικής αλλαγής, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 24 ώστε να συνδεθούν οι ΑΠΕ και ο χωροταξικός σχεδιασμός με έργα εθνικού και δημόσιου συμφέροντος. Όμως το ισχύον άρθρο 24 αποτελεί ήδη ένα από τα πιο προοδευτικά οικολογικά συνταγματικά πλαίσια. Καλύπτει την προστασία του περιβάλλοντος, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αειφορία, χωρίς να χρειάζεται ασαφή “επικαιροποίηση”.
Ο κίνδυνος είναι ότι μια ρήτρα κλιματικής κρίσης, αν δεν οριστεί με σαφήνεια, θα λειτουργήσει ως νομικό όχημα παράκαμψης των περιβαλλοντικών κανόνων. Έργα πράσινης μετάβασης, όπως αιολικά, φωτοβολταϊκά ή αναπλάσεις θα μπορούσαν να προβάλλονται ως υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και να υπερισχύουν της προστασίας δασών, τοπίων, μνημείων και οικοσυστημάτων. Έτσι, η ισορροπία που έχει διαμορφώσει το ΣτΕ γύρω από το περιβαλλοντικό ισοζύγιο μπορεί να αποδυναμωθεί.
Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι η έλλειψη νόμων, αλλά η μη εφαρμογή τους. Η σύνδεση της κλιματικής κρίσης με τον χωροταξικό σχεδιασμό μπορεί να αποτελέσει επικοινωνιακό ελιγμό, ενώ στην πράξη θα συνεχίζονται οι αυθαίρετες επεμβάσεις και η έλλειψη ελέγχων. Με πρόσχημα έργα ανθεκτικότητας, αντιπλημμυρικά ή αντιπυρικά, μπορεί να διευκολυνθεί η αλλαγή χρήσεων γης σε οικολογικά ευαίσθητες περιοχές.
Το άρθρο 24 δεν είναι απλώς μια ειδική περιβαλλοντική διάταξη. Είναι θεμελιώδης κανόνας που οργανώνει τη σχέση κράτους, κοινωνίας, οικονομικής ανάπτυξης, ιδιοκτησίας και χώρου. Η αποδυνάμωσή του θα σήμαινε αποδυνάμωση του ίδιου του νομικού πλαισίου προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος.
Ο Ανδρέας Χιωτάκης είναι ερευνητής





