Ο Τραμπ την πάτησε με το Ορμούζ όπως οι Αγγλογάλλοι στο Σουέζ
03/07/2026
Αμέσως μετά την υπογραφή του μνημονίου των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν, ορισμένοι παρασύρονται σε παράλληλα σημεία της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, με ανάλογα της κρίσης του Σουέζ το 1955, μία άλλη κρίση, της οποίας αξίζει να θυμηθούμε το ιστορικό χρονικό.
Μετά την απόφαση του Αιγυπτίου προέδρου Gamal Abdel Nasser να εθνικοποιήσει την Διώρυγα του Σουέζ, στα τέλη Ιουλίου του 1956, οι Ισραηλινοί εισβάλλουν στις 29 Οκτωβρίου στην χερσόνησο του Σινά και ένα διήμερο αργότερα ακολουθούν σφοδροί βομβαρδισμοί Βρετανών και Γάλλων, που καταστρέφουν τις αιγυπτιακές αεροπορικές βάσεις. Ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Anthony Eden διαθέτοντας ήδη επίλεκτες μονάδες στην διώρυγα, κρίνει πως η περικυκλωμένη από Βρετανούς, Γάλλους και Ισραηλινούς Αίγυπτος, πρόκειται να καταρρεύσει εντός μερικών ημερών, αλλά οι εξελίξεις τον διαψεύδουν.
Πάντως η επέμβαση δεν έχει τις ευλογίες των Αμερικανών και σύντομα καταλήγει σε κατάπαυση του πυρός από τις δύο πλευρές, ενώ σοβαρότατη αποδεικνύεται η απειλή του τότε Ρώσου πρωθυπουργού Nikolai Bulganin να πλήξει με βαλλιστικά όπλα την Βρεταννία, την Γαλλία και το Ισραήλ, εάν δεν διακοπούν αμέσως οι εχθροπραξίες, με συνέπεια τον ενταφιασμό της ψευδαίσθησης της αυτοκρατορικής αιωνιότητας στην έρημο. Αργότερα αποκαλύπτεται πως οι Ρώσοι δεν διαθέτουν πυραύλους με την απαιτούμενη εμβέλεια για να πλήξουν τις τρείς χώρες, αλλά στην κρίσιμη περίοδο του Νοεμβρίου του 1956, η απειλή κρίνεται επικίνδυνα πραγματική.
Παράλληλα ο Λευκός Οίκος με τον τότε πρόεδρο Eisenhower, αποσύρει την χρηματοοικονομική υποστήριξη του Λονδίνου από τις ΗΠΑ, με συνέπεια την κατάρρευση της ισοτιμίας της στερλίνας στις αγορές και την παραίτηση του Eden μερικές εβδομάδες αργότερα. Η πλειοψηφία των χρηματοοικονομικών αναλυτών συμφωνεί πως πρόκειται για την μοιραία στιγμή που επισφραγίζει το τέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αν και εξακολουθεί να διατηρεί έναν χρηματοοικονομικό ιστό που καλύπτει ολόκληρο τον πλανήτη, χωρίς όμως καμία άλλη ισχύ. Ουδείς δεν αναφέρεται τότε σε ήττα των δύο μεγάλων δυνάμεων της Δύσης, αλλά απλώς σε μία “κατάπαυση του πυρός”, χωρίς άλλη ιδιαίτερη σημασία.
Περίεργες ομοιότητες με τα Στενά του Ορμούζ
Αν και υπάρχουν κάποιες ομοιότητες με την σχεδόν γελοία υπαναχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ, σε σύγκριση με την εξίσου γελοία ιδέα του Eden με στόχο τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ, στην πραγματικότητα πρόκειται για μία κρίση με διάχυτο το άρωμα του Σουέζ,, χωρίς όμως να ανταποκρίνεται στο κύριο ζήτημα. Αναμφίβολα και αυτή την φορά κανείς δεν αναφέρεται σε ήττα, αλλά για όλους το μνημόνιο με το Ιράν, συνιστά “κατάπαυση του πυρός”, αν και από την πλευρά του ο Τραμπ δηλώνει πως υπογράφει μία “ιστορική συμφωνία ειρήνης με το Ιράν”.
Εάν αφαιρεθεί η επικοινωνιακή συσκευασία, υπάρχει μία εκεχειρία 60 ημερών, αποχώρηση των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων από τα Στενά του Ορμούζ και ένα πλαίσιο 14 σημείων που εγκαταλείπει τα ζωτικά ερωτήματα για τα πυρηνικά του Ιράν, τα βαλλιστικά όπλα, τις κυρώσεις και τον εμπλουτισμό ουρανίου για κάποιες διαπραγματεύσεις σε ευθετότερο χρόνο. Τα Στενά υποτίθεται πως θα επανέλθουν σε ομαλές συνθήκες ναυσιπλοΐας εντός τεσσάρων εβδομάδων, το Ιράν αποκτά μία περίοδο χάριτος και την προοπτική αποδέσμευσης των κεφαλαίων του, ενώ ο Λευκός Οίκος επιτυγχάνει μία ανάπαυλα.
Αναμφίβολα ο Τραμπ διαφεύγει από μία επικίνδυνη παγίδα και μάλλον μετανοεί για το γεγονός ότι επιτρέπει να τον παρασύρουν, με την στάση του να προδίδεται από την επιθετική συμπεριφορά του έναντι του επικίνδυνου “φίλου” Benjamin Netanyahu. Όμως δεν υπάρχει ένας μόνιμος διακανονισμός, δεν επαληθεύεται η αποπυρηνικοποίηση, δεν υφίσταται συμφωνία για τα επίπεδα εμπλουτισμού του ουρανίου, αλλά μόνον μία χρονική διακοπή με συγκεκριμένη διάρκεια, μία διέξοδος από τα δεσμά των θαλασσίων διαδρόμων των στενών.
Το γνωστό οικονομικό περιοδικό The Economist χαρακτηρίζει την κατάσταση “αρχή του τέλους”, με τον επίσης γνωστό οργανισμό στρατηγικών μελετών Stratfor να τονίζει ωμά πως το μνημόνιο “δεν επιλύει κανένα ακανθώδες ζήτημα”, με την ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ “να αποκαθίσταται σταδιακά”, με δεδομένους τους κινδύνους αναφλέξεων και παρενόχλησης πλοίων. Οπωσδήποτε υπάρχει ο πειρασμός να σκεφθεί κάποιος πως “δεν υπάρχουν λόγοι εμπλοκής σε ασκόπους πολέμους”, με το κυρίαρχο ζήτημα της υπεραξίας των Στενών να παραμένει, αλλά με προσωρινή διακοπή των διακυμάνσεων.
Τα διδάγματα του Σουέζ
Πολλοί χρηματοοικονομικοί κυρίως αναλυτές ανατρέχουν στα γεγονότα της κρίσης του Σουέζ, αναζητώντας αναλογίες και οπωσδήποτε στρέφονται προς την σωστή κατεύθυνση, αλλά καταλήγουν σε λανθασμένα διδάγματα. Ένα από τα καίρια δεν αφορά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μία απότομη συρρίκνωση της ισχύος τους, όπως η άλλοτε κραταιά Βρετανική Αυτοκρατορία, από την στιγμή που ναι μεν το Λονδίνο παύει να ελέγχει την Διώρυγα του Σουέζ το 1956, αλλά από την άλλη πλευρά, η Βρετανία παραμένει επί δεκαετίες μία μεγάλη δύναμη.
Υπάρχει ένα περισσότερο εξειδικευμένο δίδαγμα που προσφέρει δυνητικά μεγάλα οφέλη στους απανταχού επενδυτές, από την στιγμή που η κρίση του Σουέζ αποδεικνύει ότι η ωμή στρατιωτική επέμβαση δεν επιλύει την υποφώσκουσα οικονομική πραγματικότητα. Η Γερμανία επιχειρεί το 1940 να υποτάξει την Βρετανία με μεγάλης κλίμακας αεροπορικές επιδρομές, τακτική που εφαρμόζεται τότε για πρώτη φορά, αλλά το εγχείρημα της απόβασης οδηγείται σε πλήρη αποτυχία.
Οι φρικαλέοι εμπρηστικοί βομβαρδισμοί της Δρέσδης το 1942 δεν οδηγούν στην συνθηκολόγηση της Γερμανίας και θα απαιτηθεί η απόβαση στην Νορμανδία, η μεγάλη μάχη των Αρδεννών σε συνδυασμό με την προέλαση των Ρώσων και την καταστροφή της Βαρσοβίας, για να συνθηκολογήσει άνευ όρων το Βερολίνο. Οι εμπρηστικοί βομβαρδισμοί του Τόκυο με θερμοβαρικά όπλα δεν κάμπτουν την αντίσταση των Ιαπώνων και τελικά θα απαιτηθεί η χρήση της ατομικής βόμβας για να προκύψει η πολυπόθητη νίκη των Συμμάχων.
Αναμφίβολα όμως κανείς δεν προκρίνει την χρήση πυρηνικών όπλων εναντίον του Ιράν, με την χρήση τους το 1945 να αποτελεί εξαίρεση.
Οι αγορές αρχίζουν να αξιολογούν μία πραγματικότητα ανάλογη με την εξαΰλωση της διπλωματικής επιρροής του Λονδίνου μετά την κρίση του Σουέζ. Αντιλαμβάνονται πως ο Τραμπ εμπλέκεται στην επιχείρηση με ουσιαστικά με ένα τελεσίγραφο για τον αφοπλισμό ή την καταστροφή του Ιράν. Όμως ένα τρίμηνο αργότερα οι ΗΠΑ αποδέχονται με μνημόνιο μία εκεχειρία που επιτρέπει στο καθεστώς να παραμείνει άθικτο, την κύρια εξαγωγική οδό του να επανέρχεται σε λειτουργία και τα πυρηνικά του αποθέματα να τίθενται “σε πλαίσιο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις”.
Υποτίθεται πως από τον Μάρτιο η Τεχεράνη απορρίπτει πολλές προσκλήσεις για διαπραγματεύσεις, ενέργεια που φροντίζει πάντως να αποφύγει όποιος αντιλαμβάνεται πως ηττάται κατά κράτος. Οι Ιρανοί κρίνουν πως έχουν την δυνατότητα να αντέξουν σε μία υψηλής έντασης σύγκρουση επί ένα δίμηνο, ή ακόμα και ένα τρίμηνο και δεν επιδιώκουν κατάπαυση του πυρός. Γνωρίζουν πως οι αγορές θα κλυδωνισθούν και πως η δημοφιλία του Αμερικανού προέδρου πρόκειται να συρρικνωθεί, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές απέχουν μόλις ένα τετράμηνο, δεδομένα μάλλον καταστροφικά για τον Τραμπ. Δεν απαιτείται να χαρακτηρίσει κάποιος την εξέλιξη ήττα, για να αντιληφθεί το πώς πρόκειται να αντιδράσουν οι αγορές.
Τα δύο σκέλη
Για το οποιοδήποτε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, το μνημόνιο μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν δημιουργεί δύο σκέλη που με κανένα τρόπο δεν πρέπει να έλθουν σε επαφή και να συνδυασθούν. Το πρώτο αφορά συναλλαγές για την ανακούφιση του χαρτοφυλακίου, με την χειρότερη εξέλιξη, τον αποκλεισμό των Στενών, συνεχή πυραυλικά πλήγματα εναντίον των υποδομών των χωρών του Περσικού Κόλπου, να απομακρύνεται πλέον.
Τα ασφάλιστρα στο συγκεκριμένο κοστίζουν υπερβολικά, αλλά μειώνονται απότομα, ενώ και το αργό πετρέλαιο υφίσταται υποχώρηση των υπεραξιών της κρίσης, όπως επίσης και τα ναύλα που επιβαρύνονται με πολλαπλάσια ασφάλιστρα κατά την διάρκεια της κρίσης. Όσα χαρτοφυλάκια σχηματίζονται με την προοπτική μεγάλης χρονικής διάρκειας ανατροπών στον Περσικό Κόλπο, επιβάλλεται να εκτιμηθούν με νέα δεδομένα και να αναδιαρθρωθούν, χωρίς να συγχέεται η αναγκαστική συμπίεσή τους με την τελική απόφαση, που οφείλει να παραμείνει ανεπηρέαστη.
Το δεύτερο σκέλος αφορά την δομή, με το χρονόμετρο των 60 ημερών να τίθεται σε λειτουργία. Τίποτε στο μνημόνιο δεν επιλύει το ζήτημα των πυρηνικών, η θέση του Ισραήλ παραμένει αμετάβλητη και οι αψιμαχίες του παρέχουν τα κίνητρα για να ανατρέψει την ανακωχή πριν οι συνομιλίες διαμορφώσουν ένα μονιμότερο πλαίσιο για μία τελική συμφωνία.
Η κατάσταση προσλαμβάνει την μορφή μίας κίνησης από την διάχυση μίας “ολοκληρωτικής κρίσης” στην “παρατεταμένη χαμηλού βαθμού αστάθεια”, με το καταστροφικό σκέλος να σημειώνει μεγάλες απώλειες έντασης. Αντίθετα το άλλο σκέλος κερδίζει έδαφος και παρά τις επαναλαμβανόμενες αψιμαχίες, τις συνέπειες των κυρώσεων και τις περιοδικές προσβολές με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), παραμένει με μεγαλύτερη ισχύ.
Αμετάβλητα σημεία
Το Ιράν εξακολουθεί να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, τον θαλάσσιο διάδρομο που εξυπηρετεί την διακίνηση σε αδρές γραμμές του 20% του αργού πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με τα φυσικά δεδομένα να μην μεταβάλλονται με την υπογραφή του μνημονίου. Οι παραγωγοί του Περσικού Κόλπου έχουν πλέον τα απαραίτητα κίνητρα για να αντισταθμίσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ με στενότερους δεσμούς με το Πεκίνο και την Μόσχα, ακόμα και αν συνεχίσουν τις αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Οι κλασσικοί εισαγωγείς αργού πετρελαίου του δυτικού κόσμου θα αρχίσουν να σχηματίζουν μέσω των εφοδιαστικών τους αλυσσίδων μεγαλύτερα αποθέματα σε ζωτικές πρώτες ύλες, μειώνοντας ταυτόχρονα την εξάρτησή τους από τις ροές ενέργειας του Περσικού Κόλπου. Αναγκαστικά θα αποδεχθούν το πρόσθετο κόστος των εναλλακτικών διαύλων εφοδιασμού, αν και οι νέες διαβρωτικές επιβαρύνσεις θα συσσωρεύονται με την πάροδο των ετών, προκαλώντας και πληθωριστικές πιέσεις.
Η αμερικανική στρατιωτική αξιοπιστία, από την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, έως τα στενά της Φορμόζας, θα απομειωθεί, αλλά όχι δραματικά στο άμεσα επόμενο χρονικό διάστημα, αν και η τάση κρίνεται προφανής. Η Κρίση του Σουέζ δεν προκαλεί το τέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά μεταβάλλει καθοδικά την αξία των υποσχέσεων του Λονδίνου και η ίδια αναπροσαρμογή εξελίσσεται και για τις ανάλογες αμερικανικές.
Πάντως το μνημόνιο, όπως και το χρονόμετρο των 60 ημερών συνιστά μία νέα πραγματικότητα, που επιχειρούν να αποτιμήσουν οι αγορές. Στο Σουέζ το Λονδίνο εξανεμίζει την ικανότητα να προσποιείται πως οι υποσχέσεις της αυτοκρατορίας πάντα υλοποιούνται, αποδεικνύοντας τις αδυναμίες του να τις πραγματοποιεί. Η προσαρμογή πρόκειται να απαιτήσει μία πολυετή διαδρομή, με αφετηρία της την διακοπή της χρηματοοικονομικής υποστήριξης των ΗΠΑ προς την Μεγάλη Βρετανία.
Το μνημόνιο με το Ιράν σηματοδοτεί μία ανάλογη αφετηρία με τις αγορές να αποτιμούν την αμερικανική ισχύ με μεγαλύτερη ακρίβεια και συνεπακόλουθα τις εγγυήσεις ασφαλείας που προσφέρουν οι ΗΠΑ. Ο κίνδυνος που ενσωματώνουν τα Στενά του Ορμούζ με την ιδιότητα μίας αναμφίβολης υπεραξίας, δεν εξαφανίζεται τελικά με το μνημόνιο, αλλά απλώς αλλάζει μορφή.





