Αναζητώντας σταθερές στην αβεβαιότητα της Μέσης Ανατολής – Οι σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ
05/07/2026
Η σχέση Ελλάδας-Ισραήλ, εξελισσόμενη θετικά επί δεκαετίες, αποτελεί, κατά τη γενική αντίληψη, έναν από τους λίγους σταθερούς παράγοντες στην κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν πρόκειται για συγκυριακή προσέγγιση, ούτε συνδέεται στενά με πρωτοβουλίες ηγετών των δύο χωρών.
Η στενή σύνδεση των δύο κρατών μπορούμε να πούμε ότι ξεκίνησε με την πλήρη αναγνώριση του Ισραήλ από την Ελλάδα το 1990 – υπουργός Εξωτερικών μας ήταν τότε ο Αντώνης Σαμαράς. Η εξέλιξη ήταν θετική έως σήμερα. Τις δεκαετίες που μεσολάβησαν αναπτύχθηκαν μια ισχυρή πολιτική συναντίληψη, μια πολύ σημαντική οικονομική σχέση και μια σοβαρή στρατηγική συνεργασία. Η αναντίρρητη φιλία της Ελλάδας προς τους Άραβες δεν χρειάστηκε να θυσιαστεί.
Η αυξανόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας ήταν, όμως, ένας προφανής επιπλέον συνεκτικός δεσμός, ανεξάρτητα από το ότι εκδηλωνόταν με διαφορετικό τρόπο έναντι καθεμιάς από τις δύο χώρες. Ελλάδα και Ισραήλ έχουν αναπτύξει μια φιλία σταθερή, πολύπλευρη, με περαιτέρω θετική προοπτική. Βεβαίως, το να είναι κανείς σύμμαχος του Ισραήλ δεν είναι απλή υπόθεση. Πρόκειται για χώρα με ορκισμένους εχθρούς στην περιοχή μας – το Ιράν και οι δορυφόροι του αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και δεν είναι οι μόνοι.
Επιπλέον, η πολιτική του Ισραήλ καθορίζεται όχι μόνο από την αυτονόητη και απολύτως δικαιολογημένη επιθυμία για την εθνική του επιβίωση. Φθάνει ακόμη και σε φανερά σκληρές ενέργειες, οι οποίες προκαλούν αγανάκτηση και αντισυσπειρώσεις διεθνώς. Είναι αλήθεια ότι αυτό οφείλεται σε τραύματα και ψυχώσεις ενός φοβερού παρελθόντος, που δικαίως πλήγωσε βαθιά το έθνος αυτό και χαλύβδωσε τη χώρα και τον λαό του.
Έτσι, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πολιτική του Ισραήλ έναντι της τρομοκρατίας, έναντι του Ιράν, έναντι των ένοπλων παραστρατιωτικών ομάδων που εδρεύουν στις γύρω χώρες ή ακόμη και έναντι των Παλαιστινίων έχει τη αποδοχή του ισραηλινού λαού, ή στηρίζεται σε ιστορικά θεμέλια, μια ειλικρινώς φιλική χώρα, όπως είναι η Ελλάδα, ή ακόμη και οι ΗΠΑ, δυσκολεύεται να στηρίξει άνευ όρων ενέργειες όπως τα τρομερά αντίποινα που έπληξαν και τους αμάχους της Γάζας, την κατοχή εδαφών του Λιβάνου ή τους συνεχείς εποικισμούς στα παλαιστινιακά εδάφη.
Συμμαχία με το Ισραήλ, χωρίς λευκή επιταγή
Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου, η προστασία των αμάχων και τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, για εμάς δεν είναι απλώς ιδανικά. Για κράτη όπως η Ελλάδα, όλα αυτά αποτελούν προϋποθέσεις για τη μακροχρόνια ειρηνική συμβίωση των λαών. Δεν είμαστε μόνο σταθεροί σύμμαχοι του Ισραήλ και φίλοι των αραβικών λαών. Είμαστε, πάνω απ’ όλα, μια χώρα που πιστεύει ακράδαντα ότι η διεθνής ειρήνη και συνεργασία δεν αποτελούν ουτοπίες, αλλά αναγκαιότητα.
Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι οι αλήθειες που προαναφέρθηκαν δεν αποτελούν αφορμή για αμφισβήτηση της σκοπιμότητας ή της βιωσιμότητας της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας-Ισραήλ. Είναι μια σχέση που βασίζεται σε ισχυρή κοινή θέση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, για την απομόνωση της τουρκικής επιθετικότητας, για τη συνεργασία και την οικονομική ανάπτυξη των χωρών μας και της περιοχής μας. Υπάρχουν κοινά συμφέροντα και συγγενής κουλτούρα.
Είμαστε δύο δημοκρατικές χώρες, οι λαοί των οποίων θέλουν να ζήσουν ειρηνικά. Έχουμε συμπληρωματικές δυνατότητες στη γεωπολιτική, στην τεχνολογία, στην οικονομία και στην άμυνα. Έχουμε, δυστυχώς, έναν κοινό αντίπαλο που συχνά μας αντιμετωπίζει με αμετροέπεια. Βρισκόμαστε στην ίδια ιστορική περιοχή. Προφανώς, όλα αυτά συνιστούν ισχυρή βάση για τη σταθερή και δυναμικά αναπτυσσόμενη σχέση μας.
Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις εξελίσσονται συνεχώς επί 35 χρόνια προς μια στενή, πολυεπίπεδη, σχεδόν άρρηκτη σχέση. Διαδοχικές κυβερνήσεις των δύο χωρών και διαδοχικοί κυβερνήτες επέλεξαν την ίδια οδό, εμβαθύνοντας και εμπλουτίζοντας τη στρατηγική μας συνεργασία. Η κυπριακή συνιστώσα προφανώς ισχυροποιεί την κοινή προσπάθεια. Την καθιστά, επίσης, ακόμη πιο χρήσιμη για το Ισραήλ και ακόμα πιο προσφιλή για την Ελλάδα.
Προ ημερών διάβασα ότι μεταξύ των τομέων που προτάσσονται τώρα για συνεργασία βρίσκεται η αμυντική τεχνολογία. Πρόκειται, βεβαίως, για τομέα όπου εμείς «έχουμε μείνει πίσω», όπως συχνά κοινώς και ορθώς λέγεται. Τόσο το καλύτερο. Η γρήγορη πρόοδος στον κλάδο αυτό, η αναγέννηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, πρέπει να είναι προτεραιότητα της Ελλάδας. Η Ελλάδα απειλείται χωρίς να προκαλεί, καλείται να υποχωρήσει χωρίς να είναι υπαίτια, σέβεται και επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο χωρίς πάντοτε να εισακούεται.
Η αποτροπή, προφανώς, πρέπει να είναι η πυξίδα της πολιτικής μας, εάν θέλουμε να προστατεύσουμε την πρόοδο των Ελλήνων, την ειρήνη της χώρας μας και της περιοχής μας. Η αποτροπή αυτή οφείλει να είναι πολιτική, διπλωματική και, αναπόφευκτα, αμυντική. Είναι προφανές ότι η συμμαχία με το εβραϊκό κράτος υπηρετεί στενά αυτή την αδήριτη ανάγκη της αποτροπής, της αποθάρρυνσης, δηλαδή, των απειλών του πολύ “δύσκολου” κοινού μας γείτονα. Η επιλογή αυτή έχει σταθερό, στρατηγικό χαρακτήρα για τους Έλληνες.
Καταληκτικά, δεν πρέπει, βεβαίως, να ξεχνάμε ότι μια συμμαχία δεν συνεπάγεται ταύτιση σε όλα με τον σύμμαχο, όπως και μια φιλία δεν σημαίνει επιδοκιμασία κάθε ενέργειας του φίλου μας. Όταν οι εταίροι μας, οι σύμμαχοί μας, οι φίλοι μας, υπερβάλλουν ή, κατά μείζονα λόγο, παρεκκλίνουν από την ορθή πορεία, οφείλουμε να το επισημαίνουμε. Σε τελευταία ανάλυση, έτσι τους βοηθούμε να γίνουν ισχυρότεροι και περισσότερο αποδεκτοί. Γινόμαστε έτσι πολύτιμοι και, κυρίως, ωφέλιμοι εταίροι.





