Ο τουρκικός υπερπλεονασμός, η ελληνική απουσία και οι δυτικοί υπνοβάτες
09/07/2026
Μελετώ τα ζητήματα της Διεθνούς Πολιτικής εδώ και δεκαετίες. Δεν έχω άλλο παράδειγμα, εκτός αυτού της Ελλάδας, που ηχηρό, αν όχι πλειοψηφικό, τμήμα του πολιτικού, ακαδημαϊκού και δημοσιογραφικού κόσμου της χώρας με κάθε ευκαιρία τονίζει το πόσο α) μεγάλη, β) σημαντική είναι η Τουρκία και πως η συνεννόηση της Αθήνας με την Άγκυρα είναι μονόδρομος! Ας δούμε τα δεδομένα.
Είναι η Τουρκία μεγάλη; Το ερώτημα είναι απλουστευτικό και θυμίζει το ανέκδοτο με τον κρεοπώλη που θέτει το ερώτημα στην κυρία που έρχεται να προμηθευτεί το κρέας της εβδομάδας, “Τρία κιλά, να τ’ αφήσω;”! Οι ποσοτικές [quantitative] αναλύσεις ενέχουν πάντα τον κίνδυνο της μη κατανόησης των ποιοτικών δεδομένων που διαμορφώνουν σε βάθος την κρατική οντολογία. Ένα κράτος συγκροτείται στη βάση υλικών και άυλων συντελεστών ισχύος.
Η δεύτερη κατηγορία δεν παραμετροποιείται ποσοτικά και διαμορφώνει σημαντικό ρόλο στον τρόπο που ένα κράτος κινείται στη διεθνή σκηνή. Ως εδαφική επικράτεια και ως αριθμητική αποτύπωση πληθυσμού η Τουρκία είναι ένα “μεγάλο” κράτος, που όμως δεν είναι ούτε Μεγάλη Δύναμη, ούτε ασφαλώς ένας μεγάλος περιφερειακός δρών.
Ο ρόλος της είναι αυτός του κομβικού κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο, κυρίως λόγω της εντυπωσιακής υποχώρησης κρατών όπως η Ελλάδα από το 2010 έως και σήμερα, αλλά και της στροφής της τουρκικής Υψηλής Στρατηγικής προς τη Μέση Ανατολή και την εκστρατεία γοητείας προς τον Αραβικό κόσμο, κυρίως τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Τέλος, η μετατροπή της Συρίας σε κράτος μαριονέτα της Άγκυρας και η πύκνωση του ρόλου ποδηγέτησης της Σομαλίας από την Τουρκία ενισχύει την προοπτική της γείτονας.
Τα δομικά προβλήματα συγκρότησής της
Το μέγεθος της Τουρκίας όμως, εξ’ αιτίας των δομικών προβλημάτων συγκρότησης του κράτους, καθίσταται σε σημαντικό βαρίδι για την ίδια. Η εθνική ενότητα αποτελεί το σημαντικότερο ζήτημα, με την Τουρκική κοινωνία να μη μπορεί να ξεπεράσει την πρωτόλεια τομή μεταξύ του αστικού Κεμαλικού κόσμου και του Πολιτικού Ισλάμ της Ανατολίας, με τον πυρήνα του Κουρδικού πληθυσμού, για πρώτη ίσως φορά στην τουρκική ιστορία, να κρατά αποστάσεις από τους εκπροσώπους του Πολιτικού Ισλάμ.
Η Τουρκική κοινωνία είναι βαθιά διχασμένη, η σύγκρουση με τα δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν εντός του κράτους έχουν δημιουργήσει ρηγματώσεις εντός του ισλαμικού στρατοπέδου, ενώ ακόμη και τα τμήματα της μέσης και ανώτερης τάξης δεν έχουν ξεπεράσει ακόμη τα όσα ακολούθησαν του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016.
Όλα αυτά επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι οι ελλειμματικοί πολιτικοί θεσμοί και η καθεστωτική σκιά του Ερντογάν και του AKP δεν επιτρέπουν στην κοινωνία να βρει τρόπους αποσυμπίεσης και ομαλής εξωτερίκευσης της κόπωσης που δημιουργεί η πολυετής κυβερνητική παρουσία του Τούρκου Προέδρου και της αυλής του. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον η κούρσα διαδοχής των επιγόνων του Ερντογάν, ο ρόλος της Ακροδεξιάς στην όλη διαδικασία και το τι θα πράξει τελικώς το Κεμαλικό κόμμα, που αν και αποδυναμωμένο έχει τη δυνατότητα να κατεβάσει στους δρόμους σημαντικούς αριθμούς πολιτών. Η εθνική ενότητα στην Τουρκία σήμερα αποτελεί ένα άδειο πουκάμισο, που αν δοκιμασθεί τότε είναι σίγουρο ότι θα λεκιαστεί, ίσως και να σκιστεί σε αρκετά σημεία.
Η οικονομία
Η οικονομία αποτελεί άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα. Ο ετήσιος πληθωρισμός παραμένει στο 31-32%, ενώ η τουρκική λίρα συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα πλέον ευμετάβλητα εθνικά νομίσματα στη παγκόσμια αγορά, κυρίως εξαιτίας των διαρκών – και πολλές φορές “σιωπηλών” – υποτιμήσεων που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του διεθνούς χρέους.
Η Τουρκία, εξ’ αιτίας μεγέθους, είναι ένα κράτος που εξαρτάται από τις εισαγωγές σε γεωργικά προϊόντα, ενώ από την άλλη η οικονομία της – όπως και η ελληνική – είναι μονομερής και εξαρτώμενη σε μεγάλο ποσοστό από τον τουρισμό, ένα γεγονός που υποβαθμίζει τις υποδομές και εθίζει τη νεολαία σε διαδικασίες παραγωγικού παρασιτισμού. Ο τραπεζικός τομέας είναι άλλο ένα κρίσιμο στοίχημα, αφού η φούσκα των στεγαστικών δανείων, όχι μόνο δεν έχει αντιμετωπισθεί, αλλά καλύπτεται με υπερδανεισμό και πληθωριστικά τεχνάσματα.
Τέλος, η συζήτηση για την τουρκική αμυντική βιομηχανία μας φέρνει εμπρός σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Τα εξαγωγικά αποτελέσματα του Bayraktar προσφέρουν $10-11 δισ. το έτος στην τουρκική οικονομία, ποσά που δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν την τουρκική αμυντική βιομηχανία σε απεξάρτηση από την ανάγκη εισαγωγών τεχνικών εξαρτημάτων και τεχνογνωσίας. Ασφαλώς και αυτοί οι αριθμοί αν τεθούν σε σύγκριση με αυτά της αναιμικής αμυντικής βιομηχανίας της Ελλάδας θα βαρύνουν εντυπωσιακά προς την Τουρκία, αλλά απέχουν από το σημείο να αποδώσουν τον όρο γίγαντα στη γείτονα.
Παίζει σωστά τα χαρτιά της
Η Τουρκία από το 1923 έως και σήμερα μοιάζει με μια μεγάλη ακανόνιστη μάζα που και δεν μπορεί να σχηματοποιηθεί, ώστε να επιτύχει να καθορίσει αποφασιστικά το χώρο που αυτή καταλαμβάνει. Η Τουρκία είναι ένα μεγάλο κράτος, κάποιες φορές ένας Ιπτάμενος Ολλανδός και κάποιες άλλες ένας Ιανός, που επιβιώνει όχι λόγω των φορτίων ισχύος που διαθέτει αλλά εξαιτίας του ότι οι ηγεσίες του διαχρονικά έπαιζαν σωστά την κάρτα του “αν η Τουρκία θα καταρρεύσει θα δημιουργήσει ένα τέτοιο τσουνάμι που θα επηρεάσει όλα τα όμορα κράτη”. Για πόσο όμως ακόμη η απειλή της πτώσης που θα βλάψει και τα παρακείμενα κράτη θα καθίσταται δυνατή να διασφαλίζει στην Τουρκία το ρόλο του κακομαθημένου Άσωτου Υιού;
Είναι δυνατόν να μεταβληθεί η κατάσταση αυτή και η Τουρκία να καταστεί από κομβικό γεωγραφικά κράτος σε κράτος πρώτης γραμμής; Ασφαλώς! Αρχικώς, εάν η Τουρκία καταστεί πυρηνική δύναμη τότε το status της αυτόματα αναβαθμίζεται. Μια Τουρκία με πυρηνικό οπλοστάσιο θα έχει τη δυνατότητα και να συνάπτει καλύτερες συμφωνίες με το διεθνή παράγοντα σε όλα τα επίπεδα, αλλά και να επιβάλει την άποψη της σε κεντρικό επίπεδο. Περιέργως πως, αν εξαιρέσουμε κάποιες αναλύσεις λίγων Διεθνολόγων και δημοσιογράφων σε διεθνές επίπεδο, η Ευρώπη αλλά και οι ΗΠΑ σιωπούν ως προς αυτό το ζήτημα.
Η Ευρώπη ως συνήθως υπνοβατεί, ενώ οι ΗΠΑ στέλνουν τη συζήτηση στις καλένδες. Η Ευρώπη από πολιτική ανωριμότητα και οι ΗΠΑ από υπερβολική σιγουριά δεν κατανοούν ότι μια πυρηνική Τουρκία δεν θα μπορεί να τιθασευτεί και ότι θα δημιουργούνται διαρκώς υψηλές τριβές στον πυρήνα της διεθνοπολιτικής διεργασίας λόγω της αμετροέπειας της Άγκυρας. Το μόνο κράτος που δείχνει να ενδιαφέρεται και να κατανοεί πραγματικά το μέγεθος του προβλήματος είναι το Ισραήλ, αλλά και αυτό βρίσκεται αντιμέτωπο με τις συνέπειες ενός χαμηλού βαρομετρικού στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ. Η Αθήνα ως προς το πυρηνικό πρόγραμμα της Τουρκίας επιλέγει τη στάση του “δεν βλέπω, δεν μιλώ, δεν ακούω”, ξορκίζοντας το κακό με…παθητικότητα.
Στη συνέχεια, το πρόγραμμα SAFE έχει τη δυνατότητα να προσφέρει σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας στην Τουρκία να συνδιαμορφώσει την Ευρωπαϊκή αμυντική ατζέντα. Σε μια πρωτοφανή αντιθεσμική διαδικασία που στην ουσία ακυρώνει το ενωσιακό εγχείρημα οι Βρυξέλλες αγνοούν ότι η Τουρκία είναι υπόλογος στρατιωτικής κατοχής ευρωπαϊκού εδάφους, υποβαθμίζουν το ότι ο τουρκικός αναθεωρητισμός στοχεύει σε βίαιη αλλαγή συνόρων εις βάρος κράτους μέλους της ΕΕ και δημιουργούν τις προϋποθέσεις αυτές για να καταστεί de jure η Τουρκία συμμέτοχος, συνδιαμορφωτής και μια εκ των βασικών επισπευδουσών αρχών της ευρωπαϊκής αμυντικής τεχνογνωσίας.
Τέλος, αν οι ΗΠΑ προσφέρουν τελικώς τη δυνατότητα στην Τουρκία, όχι μόνο να αγοράσει F35, αλλά να γίνει μέρος του κατασκευαστικού consortium του αεροσκάφους, κόντρα σε κάθε λογική εθνικής ασφάλειας, αλλά και αντίθετα με τις αποφάσεις της Αμερικανικής Πολιτείας (Countering America’s Adversaries Through Sanctions), τότε η Τουρκία αναβαθμίζει ρόλο και παρουσία εντός του δυτικού πλαισίου, παρ’ όλο που λειτουργεί ξεκάθαρα και συστηματικά ως εμπόδιο στην αμερικανική εξωτερική πολιτική (εισβολή στο Ιράκ 2003, Συρία και προσπάθεια περιορισμού των τζιχαντιστικών οργανώσεων, μετά-Κανταφική Λιβύη, Γάζα, Κέρας της Αφρικής κ.α.), και δεν έχει κρύψει ποτέ την αντι-ισραηλινή και ανθελληνική της ατζέντα.
Ελληνικές παραμυθίες και δισταγμοί
Η διεθνής πολιτική απεχθάνεται το κενό. Η Τουρκία κινείται με τόσο μεγάλη άνεση μεταξύ των γραμμών της συμμαχικής σχέσης και της Πέμπτης Φάλαγγας εντός του δυτικού κόσμου εξ’ αιτίας της αδυναμίας της Ελλάδας να θέσει ξεκάθαρες κόκκινές γραμμές απέναντι σε ΕΕ και ΗΠΑ, αναφορικά με τη διάθεση τους να επιτρέψουν την ενίσχυση της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας.
Επιπροσθέτως, εξαιτίας τους δισταγμούς της Ελλάδας να ενισχύσει το εφαρμοστικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς αποτροπής που το Ισραήλ προτείνει για την ενίσχυση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και την ενδυνάμωση της αποτρεπτικής μας δυναμικής, την απροθυμία της Ελλάδας να διευρύνει το εύρος δράσης του στρατηγικού αποτυπώματος της με σημεία αναφοράς, όχι μόνον αυτά της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και τη Σερβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Ινδία και τη Σομαλιλάνδη.
Να επισημάνουμε και την αποτυχία της Ελλάδας να ενημερώσει με σαφήνεια και ευκρίνεια το δυτικό πόλο, αλλά και όχι μόνο, τι σημαίνει μια πυρηνική Τουρκία για την ατζέντα ασφαλείας του διεθνούς συστήματος, αλλά και τι σημαίνει η τουρκική Πέμπτη Φάλαγγα για την προσπάθεια της ΕΕ να πατήσει στα πόδια της γερά και ενισχύσει το ρόλο της ως λειτουργικός παράγοντας του Ατλαντικού πεδίου. Αντ’ αυτού, στην Αθήνα αντηχεί η παραμυθία του “να τα βρούμε με τη γείτονα” ως μια μόνιμη επωδός κατευνασμού, που θυμίζει την απέλπιδα προσπάθεια του γητευτή να υπνωτίσει την κόμπρα μέσα από το μονότονο ρυθμό μιας κακόηχης σύνθεσης.
Να λύσει η χώρα τους γόρδιους δεσμούς που δημιούργησε
Ας αναρωτηθούμε όμως με ειλικρίνεια, αν η προοπτική του να τα βρούμε με τη γείτονα είναι κάτι το αρνητικό. Πρέπει, άραγε, να αποστρεφόμαστε τις προοπτικές της ειρήνης και της συνεργασίας με την Άγκυρα; Η Τουρκία δεν επιθυμεί μια ισότιμη σχέση καλής γειτονίας με την Ελλάδα, αλλά τη μετατροπή της χώρας μας σε μια άλλη, άβουλη και αμέτοχη, Αρμενία.
Το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας και οι “προτάσεις συνδιαχείρισης” των ενεργειακών πηγών στον υποθαλάσσιο χώρο του Αιγαίου αποτελεί μια πρωτοφανή προσπάθεια εκλογίκευσης της αρπακτικής στρατηγικής της Άγκυρας εις βάρος της χώρας μας, ενώ εγχώριες απόψεις που μιλούν για ασφυξία της Τουρκίας στο Αιγαίο στερούνται βασικών γνώσεων των προνοιών του δικαίου της θάλασσας, καθώς και δείχνουν να αγνοούν βασικά δεδομένα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τη γένεση του κράτους έως και σήμερα.
Ασφαλώς και η καλύτερη λύση για την Ελλάδα, αλλά και την Τουρκία, είναι οι σχέσεις των δυο κρατών να βελτιωθούν, οι πιθανότητες πολέμου να μηδενισθούν και οι εθνικές οικονομίες να μπορούν να ρίξουν την προσοχή τους σε άλλους τομείς ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Φεύ, η σταθερότητα, όπως και το ταγκό, χρειάζεται τουλάχιστον δυο πρόθυμους. Σε διαφορετική περίπτωση δεν είναι ταγκό, αλλά ζεϊμπέκικο. Με τον έναν να χορεύει όρθιος στην πίστα και τον άλλο γονατισμένο να χτυπά μονότονα και υποτακτικά παλαμάκια!
Απέναντι στην ιδεαλιστική – και συνάμα πλανεμένη – θέση ότι ο ρόλος της Ελλάδας είναι να λειτουργεί ως ο παράγοντας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, ή ως ο ενήλικος στο δωμάτιο, και στην ακραία και εξίσου ουτοπική θέση περί συνολικής αλλαγής της ιστορικής τοποθέτησης της πατρίδας μας ως κομμάτι του δυτικού κόσμου οφείλει να αναδειχθεί και μια τρίτη προσέγγιση, άκρως ρεαλιστική. Με ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές προς συμμάχους και αντιπάλους, με συγκεκριμένες διπλωματικές προτάσεις και στρατηγική ενεργητικότητα στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής, με τον πραγματισμό και τη γνώση των δεδομένων που προκύπτουν από το σύγχρονο διπολισμό στη συστημική κατανομή ισχύος.
Οφείλουμε να πιάσουμε ξανά το νήμα από την άκρη του και με περίτεχνες κινήσεις να λύσουμε τους πολλούς γόρδιους δεσμούς που οι δικές μας αστοχίες έχουν δημιουργήσει. Ας ξεκινήσουμε από την επαναψηλάφηση των δεδομένων δογμάτων, όπως για παράδειγμα ότι αυτό εδώ το κράτος εμφανίστηκε στο διεθνές σύστημα μέσα από τους αγώνες του Έθνους των Ελλήνων όχι για να υπερασπιστεί μια ασαφή και θολή “Ειρήνη” αλλά για να παλέψει για την προάσπιση των εθνικών του συμφερόντων!
Η Ελλάδα ασφαλώς και οφείλει να επιθυμεί τη γεωστρατηγική σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά όχι εις βάρος των στρατηγικών εθνικών μας συμφερόντων! Ας διαμηνύσουμε με ένταση ότι το γεγονός πως δεν επιθυμούμε νέα εδάφη σε καμία των περιπτώσεων δεν σημαίνει ότι είμαστε διατεθειμένοι ούτε να “συνδιαχειριστούμε” [sic] τα ημέτερα, ούτε να απωλέσουμε τα κεκτημένα. Με κάθε τίμημα!





