Εκτέλεση καθήκοντος ή εν ψυχρώ στο Άργος; Πότε επιτρέπεται η χρήση όπλων από τους αστυνομικούς
12/07/2026
Σοκαρισμένη – αλλά και σε καλοκαιρινή μάλλον ραστώνη – η κοινή γνώμη παρακολούθησε τις τελευταίες ημέρες την υπόθεση του Άργους, που θα μπορούσε να αποτελεί σενάριο χολυγουντιανής αστυνομικής ταινίας, αλλά δυστυχώς τα γεγονότα ήταν όλως διόλου αληθινά, με έναν 20χρονο – και μάλιστα όπως αναφέρει η μητέρα του με αναπηρία βρισκόμενος στο φάσμα του αυτισμού – να καταλήγει αρχικά βαρύτατα τραυματισμένος – από σφαίρα στο κεφάλι – και εγκεφαλικά νεκρός και τελικά να αφήνει την τελευταία του πνοή, μετά από αστυνομικά πυρά.
Το περιστατικό σημειώθηκε ξημερώματα της Τετάρτης (08/07), όταν ο 20χρονος οδηγός αγνόησε σήμα ελέγχου των ανδρών της ΟΠΚΕ. Σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, ακολούθησε καταδίωξη και οι αστυνομικοί κατάφεραν τελικά να εγκλωβίσουν το όχημα λίγο έξω από την πόλη. Στο σημείο εκείνο, ο νεαρός εγκατέλειψε το αυτοκίνητό του και επιχείρησε να διαφύγει πεζός σκαρφαλώνοντας σε έναν μαντρότοιχο. Οι αστυνομικοί έκαναν χρήση των όπλων τους, πυροβολώντας εναντίον του, με αποτέλεσμα ο 20χρονος να δεχθεί σφαίρες στο κεφάλι και να πέσει στο έδαφος. Σύμφωνα με τους γιατρούς του Νοσοκομείου, έφερε κάταγμα ινιακού οστού, δηλαδή στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, χωρίς να καταστεί δυνατό να αφαιρεθεί η σφαίρα από το κρανίο.
Σε βάρος των δύο αστυνομικών ασκήθηκε ποινική δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθώς και για παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων, και κρίθηκαν προφυλακιστέοι με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα. Ωστόσο, μετά τον θάνατο του 20χρονου, το κατηγορητήριο αναμένεται να αναβαθμιστεί από απόπειρα ανθρωποκτονίας, σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία. Οι ίδιοι υποστήριξαν ότι δεν είχαν δόλο και ότι πυροβόλησαν προς εκφοβισμό του 20χρονου.
Η παρούσα τραγική υπόθεση, που θυμίζει βέβαια και άλλες ανάλογες υποθέσεις υπέρμετρης αστυνομικής βίας, έρχεται να επαναφέρει το ζήτημα της χρήσης υπηρεσιακών όπλων εκ μέρους της αστυνομίας, πότε η ενέργεια αυτή επιτρέπεται, πότε απαγορεύεται, πότε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και ποιο είναι το μέτρο που καθορίζει το νόμιμο της ενέργειας.
Οι προϋποθέσεις νόμιμης χρήσης όπλου από αστυνομικό
Σύμφωνα με το αρ. 3 του Ν. 3169/2003, που ρυθμίζει τη χρήση πυροβόλου όπλου από τους αστυνομικούς και καθορίζει τις αρχές που την διέπουν, ορίζεται σαφώς ότι ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον όμως συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου.
Έτσι, ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση του καθήκοντός του θα πρέπει όμως να συντρέχουν οι παρακάτω προυποθέσεις:
- Έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ηπιότερα μέσα είναι ιδίως παραινέσεις, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματικής βίας, αστυνομικής ράβδου, επιτρεπτών χημικών ουσιών ή άλλων ειδικών μέσων, προειδοποίηση για χρήση πυροβόλου όπλου και απειλή με πυροβόλο όπλο.
- Έχει δηλώσει την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου, παρέχοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
- Η χρήση πυροβόλου όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της απειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής.
Αρχικά, πρέπει να καταστεί σαφές ότι ο αστυνομικός, εφόσον τελικώς αναγκαστεί να καταφύγει στο έσχατο μέσον της χρήσης του όπλου του, θα πρέπει να υπακούσει σε μια λογική αναλογικότητας και αναγκαιότητας. Η χρήση του όπλου διέπεται από τις προηγούμενες κατευθυντήριες αρχές που επιβάλλουν κλιμακωτή βαθμηδόν χρήση του πυροβόλου όπλου, από την ηπιότερη στην επαχθέστερη. Ο νομοθέτης ορίζει ότι ηπιότερη χρήση πυροβόλου όπλου νοείται η κλιμάκωση της χρήσης του με τη μικρότερη δυνατή και αναγκαία προσβολή.
Τα είδη των πυροβολισμών
Από το ίδιο το κείμενο του Ν. 3169/2003, προκύπτουν τέσσερα είδη πυροβολισμών:
- Εκφοβιστικός πυροβολισμός
Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει σαφής στόχος του αστυνομικού προς πράγμα ή άνθρωπο. Ο αστυνομικός προκειμένου να προειδοποιήσει τον τρίτο ρίχνει στον αέρα ή στο έδαφος μια βολή. Για να είναι νόμιμος ο εκφοβιστικός πυροβολισμός απαιτείται ο αστυνομικός να έχει λάβει ειδικά μέτρα για να μην πληγεί άνθρωπος έστω και από εποστρακισμό του βλήματος, διότι τότε θα είναι παράνομος ο εκφοβιστικός πυροβολισμός. Αν δηλαδή από αμέλεια του αστυνομικού σχετικά με την στόχευση, προκληθεί κίνδυνος ή επλήγη άνθρωπος , τότε δεν πρόκειται για νόμιμο, αλλά για παράνομο εκφοβιστικό πυροβολισμό.
- Πυροβολισμός κατά πραγμάτων
- Πυροβολισμός ακινητοποιήσεως
Σε αυτή την περίπτωση, ο αστυνομικός στοχεύει σε άνθρωπο, όμως σε σημεία τα οποία η πλήξη δεν μπορεί να επιφέρει θάνατο, όπως πχ τα πόδια και τα χέρια. Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο που να μην υφίσταται αντικειμενικά καμία πιθανότητα πρόκλησης θανάτου. Οι δε πυροβολισμοί επιτρέπονται μόνο σε ανάλογης βαρύτητας προσβολές και όχι σε προσβολές της τιμής ή ηπιότερης βαρύτητας προσβολές εννόμων αγαθών. Σκοπός είναι η πρόκληση σωματικής βλάβης στον τρίτο, ώστε να πάψει αυτός την εγκληματική του συμπεριφορά.
- Πυροβολισμός εξουδετέρωσης
Σε αυτήν την περίπτωση, ο αστυνομικός στοχεύει τον άνθρωπο με τέτοιο τρόπο, ώστε να πιθανολογείται ακόμη και η θανάτωσή του, το οποίο προκύπτει κυρίως από τον πυροβολισμό αδιακρίτως σε σημεία του σώματος που θα μπορούσαν να επιφέρουν και τον θάνατο. Τέτοιου είδους πυροβολισμός μπορεί να νοηθεί μονάχα για την αποτροπή ενός εγκλήματος κατά της ζωής ή μια βαριά σωματική βλάβη που θα τελούσε το πρόσωπο που εξουδετερώνεται.
Κριτήριο για την ένταξη ενός πυροβολισμού σε κάποια από τις τέσσερις κατηγορίες αποτελούν όχι τα υποκειμενικά στοιχεία της πράξης του αστυνομικού (δηλαδή το είδος του δόλου κλπ), αλλά τα αντικειμενικά στοιχεία, και συγκεκριμένα η στόχευση του όπλου, το πού δηλαδή αντικειμενικά κατευθύνεται η βολή.
Πότε απαγορεύεται ο πυροβολισμός
Σύμφωνα με την παρ. 5 του αρ. 3 του Ν. 3169/2003, ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
- Για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης, εφόσον η επίθεση άρχισε ή επίκειται, ώστε κάθε καθυστέρηση αντίδρασης να καθιστά αναποτελεσματική την άμυνα.
- Για την αποτροπή επικείμενης τέλεσης ή εξακολούθησης κοινώς επικίνδυνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή σωματικής βίας.
- Για τη σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που καταλαμβάνεται να τελεί επ` αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στη σύλληψή του και υπάρχει άμεσος κίνδυνος να κάνει χρήση όπλου.
- Για την αποτροπή παράνομης εισόδου στη χώρα ή εξόδου από αυτή προσώπων που επιχειρούν παράνομη διακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων και φέρουν όπλα του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2168/1993.
- Για την προστασία εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας ή χώρων, στους οποίους φυλάσσονται αντικείμενα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία ή τη δημόσια τάξη ή πειστήρια εγκλήματος, εφόσον η φύλαξή τους έχει ανατεθεί ειδικά στον αστυνομικό και επιχειρείται βίαιη είσοδος, προσβολή ή αφαίρεση των φυλασσομένων από ένοπλο.
- Για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένου που επιχειρείται με ένοπλη επίθεση.
- Για την αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού κατά την υπηρεσία του.
Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
- για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου,
- για τη διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης.
Ο νομοθέτης στο αρ. 7 του ως άνω Νόμου, απαγορεύει τον πυροβολισμό ακινητοποίησης και εξουδετέρωσης στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος. Σοβαρός κίνδυνος υφίσταται όταν αντικειμενικά είναι πιθανό από τον πυροβολισμό να πληγεί τρίτο πρόσωπο. Ακόμη και αν δεν τραυματισθεί τελικά ο τρίτος, ο πυροβολισμός καθίσταται παράνομος.
- εναντίον ενόπλου πλήθους, εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν άοπλοι. Ακόμη και αν ο αστυνομικός πυροβολήσει κατά τρίτου που βρίσκεται εντός αμάχου πλήθους και δεν τραυματιστεί κανένας, ο πυροβολισμός καθίσταται παράνομος.
- εναντίον ανηλίκου, εκτός αν αποτελεί το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου θανάτου. Καθίσταται ωστόσο επιτρεπτός ο πυροβολισμός κατά ανηλίκου αν είναι το μόνο επιτρεπτό πρόσφορο μέσο για να αποτραπεί ο ανήλικος από το να τελέσει ανθρωποκτονία ή σωματική βλάβη με κίνδυνο θανάτου ή θανατηφόρα έκθεση ή κάποιο από τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα.
- εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο. Κατά την περίπτωση αυτή απαγορεύεται η πραγματοποίηση βολής ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης. Έτσι απαγορεύεται η ρίψη όταν το πρόσωπο τρέπεται σε φυγή: είτε για να αποφύγει την σύλληψη, είτε για να αποφύγει τον έλεγχο, είτε διότι έτσι τελεί ολοκληρωμένα το έγκλημα και αυτό δεν βρίσκεται εν εξελίξει.
Η υπέρβαση των ορίων εκ μέρους του αστυνομικού, που καθιστά τον πυροβολισμό παράνομο, τυποποιείται ως αυτοτελές ποινικό αδίκημα, το οποίο συρρέει με το εκάστοτε ποινικό αδίκημα, επαυξάνοντας την ποινή. Έτσι στη περίπτωση που ο αστυνομικός εκτελεί παρανόμως πυροβολισμό ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών έως πέντε ετών.
Τι προκύπτει στη περίπτωση του Άργους
Στην τραγική περίπτωση του Άργους, με βάση τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, φαίρεται ότι οι αστυνομικοί έχουν υπερβεί τα όρια που θέτει ο νόμος, προβαίνοντας ουσιαστικά σε πυροβολισμό εξουδετέρωσης, και μάλιστα κατά προσώπου που έχει τραπεί σε φυγή, το οποίο ρητώς απαγορεύεται!
Αν και οι αστυνομικοί κάνουν λόγο για πυροβολισμό εκφοβισμού, το σημείο που επλήγη και προκάλεσε και το θάνατο του 20χρονου, δηλαδή του πίσω μέρους του κεφαλιού, καταδεικνύει πως πρόκειται για πυροβολισμό εξουδετέρωσης και για το νόμιμο αυτού, θα έπρεπε να συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Δηλαδή είτε απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου, που παραπέμπει στα στοιχεία της άμυνας, και ο κίνδυνος είναι επικείμενος, άμεσος και υπαρκτός, είτε για διάσωση ομήρων.
Καμία όμως από τις δύο περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις, δεν πληρούται εν προκειμένω, καθώς, όπως προκύπτει, ο 20χρονος δεν σταμάτησε απλώς σε σήμα για έναν τυπικό έλεγχο. Ακόμη και στη περίπτωση που προσπάθησε να εμβολίσει προηγουμένως, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, το όχημα των αστυνομικών, όπως επικαλείται η ΕΛΑΣ, προφανώς χωρίς επιτυχία, εκφεύγει των νομίμων περιπτώσεων.
Πέραν όμως των ανωτέρω, ο νόμος ρητώς απαγορεύει τον πυροβολισμό εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο. Όπως ακριβώς εν προκειμένω, ο 20χρονος προσπάθησε πεζός να διαφύγει, και όντας περικυκλωμένος σκαρφάλωσε σε μαντρότοιχο, όπου δέχτηκε και τα θανατηφόρα πυρά. Όχι απλώς δεν υπήρχε επομένως κανένας υπαρκτός κίνδυνος, όχι απλώς δεν τελούσε εν προκειμένω κανένα απολύτως αδίκημα, και ότι και να θεωρηθεί πως έπραξε κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, είχε πλέον ολοκληρωθεί, αλλά διέφευγε πεζός μην απειλώντας κανένα έννομο αγαθό. Επομένως, ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης είναι παράνομος, και η αστυνομική βία που ασκήθηκε εν προκειμένω, για ακόμη μία φορά, υπέρμετρη. Ας ελπίσουμε, η τόσο πληγωμένη σήμερα Δικαιοσύνη, να σταθεί στο ύψος αυτής της περίστασης.





