Όταν ο κυπριακός Ελληνισμός συνάντησε τον βορειοηπειρωτικό…
21/07/2026
Επειδή όλοι και πάντοτε έχουμε ανάγκη καλών νέων, τα καλύτερα τα βρίσκει κανείς αυθόρμητα μέσα στην αστείρευτη παράδοση των ελληνικών κοινοτήτων, του γνωστού εθελοντισμού και αλληλεγγύης που συντηρεί τον Ελληνισμό. Μας το θυμίζουν με τρόπο απλό – που ωστόσο δεν είναι – οι κάτοικοι της Κυπερούντας στην Κύπρο, ως ένα αντίδοτο στην καθημερινή καταχνιά και τα δύσκολα που δημιουργεί εδώ και πολλά πλέον χρόνια η οικονομική δυσπραγία στην μητροπολιτική Ελλάδα.
Κάθε χρόνο – προκειμένου να κρατούν τους κοινοτικούς δεσμούς και να συντηρούν τις ρίζες τους – διοργανώνουν πολυήμερες εκδηλώσεις κάθε Αύγουστο, όπου βοά ο Ελληνισμός. Φέτος, την Κυριακή 2 Αυγούστου, έχουν επιλέξει να φιλοξενήσουν αδελφούς από την Βόδριστα της Δροπόλεως στο Αργυρόκαστρο.
Ουσιαστικά οι Κυπερουντιώτες θέλουν να ανυμνηθούν μια πρωτοβουλία – για την οποία οι γηγενείς Έλληνες της Βόδριστας, κατέναντι ουσιαστικά της μεθοριακής εισόδου στην Κακκαβιά, τους θυμούνται κάθε πρωί, κάθε μέρα, κάθε φορά που πίνουν νερό να ξεδιψάσουν, ή ποτίζουν τα λουλούδια στις αυλές τους…
Το καλοκαίρι του 1993 εκπαιδευτικός από τη Βορειοηπειρωτική Βόδριστα είχε βρεθεί στην Κύπρο, στα πλαίσια επιμορφωτικού σεμιναρίου που διοργάνωσε το υπουργείο Παιδείας, σε συνεργασία με υπηρεσίες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Προσκλήθηκε να μιλήσει στις αναφερόμενες ετήσιες θερινές εκδηλώσεις της Κυπερούντας. Με την προσοχή και το ενδιαφέρον που διακρίνει τους Κύπριους, τον άκουσαν και μάλιστα του υποσχέθηκαν ότι θα τον επισκεφθούν στο χωριό του σύντομα.
Η πρωτοβουλία των νέων της Κυπερούντας
Ακριβώς επειδή διακρίνονται για την συνέπεια τους οι Έλληνες της Κύπρου, τον Οκτώβριο “ανταπέδωσαν” την επίσκεψη. Είδαν και άκουσαν. Πόνεσαν – και καθώς ήταν και πρόσφυγας συνεπεία της τουρκικής εισβολής και κατοχής ένας εκ των επισκεπτών – αντιλήφθηκαν εύκολα ότι εάν κάτι δεν βελτιωνόταν στη Βόδριστα, δεν θα υπήρχε βάσιμη ελπίδα ώστε κάποιοι να παραμείνουν. Συν τις άλλοις, ήταν μία περίοδος που και οι πολιτικές των Τιράνων ήταν απολύτως μη φιλικές για τους γηγενείς Έλληνες.
Κατέληξαν στα γρήγορα ότι μια πρώτη παρέμβαση που θα είχε αντίκτυπο, καταστώντας πολύ αντιληπτό το μήνυμα της πανελλήνιας αλληλεγγύης, θα ήταν η υδροδότηση, διότι το χωριό υπέφερε και βεβαίως επειδή το νερό αποτελεί την βασική ζωτική ανάγκη…
Επέστρεψαν, λοιπόν, αφού είχαν κάνει συγκεκριμένες μετρήσεις και αποτυπώσεις της τοπογραφίας της κοινότητας Βόδριστα. Ενήργησαν σαν σε κατάσταση συναγερμού: Σχεδίασαν, υπολόγισαν και κοστολόγησαν, διοργάνωσαν τον έρανο με επιτροπή αποπεράτωσης του έργου, έκαναν έρευνα της αγοράς και το Πάσχα του 1994 ήταν έτοιμοι, αποστέλλοντας τα υλικά στο Λιμάνι του Πειραιά. Είναι εύκολο να αντιληφθούμε το τι διαδικασίες επικρατούσαν για την εισαγωγή τους στην Αλβανία…
Με την άφιξη όμως των υλικών στο χωριό, αφίχθηκε και η ομάδα των εθελοντών. Οι Κύπριοι Έλληνες έχουν και άλλο ένα γνώρισμα μαζί με την τελειομανία, την εργατικότητα. Στη Βορειοηπειρωτική Βόδριστα έφτασε και ομάδα εθελοντών από την Κυπερούντα. Όχι απλώς για να επιβλέψουν και να παρακολουθήσουν, αλλά για να σκάψουν τους τάφρους, να διανείμουν τους αγωγούς, να συναρμολογήσουν τους σωλήνες… και εν τέλει να χαρούν το νερό, που έφτασε σε σχεδόν σε κάθε σπίτι στη Βόδριστα.
Δεν είναι ωραιοποιημένη ιστορία. Είναι απλά μία αναπαράσταση ενός θαυμάσιου αποτελέσματος της ελληνικής αυτο-οργάνωσης, υπό συνθήκες μάλιστα που καμιά αισιόδοξη έκβαση δεν προμηνύονταν. Και είναι επίσης ένα παράδειγμα απ’ αυτά που έχουμε ανάγκη. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος αρέσκετο στο να επαναλαμβάνει τη γνωστή ρήση: “Αντί να καταριέσαι το σκοτάδι, άναψε μια λαμπάδα και σκορπίζει από μόνο του”. Ιδού μια απόδειξη…
Ο κυπριακός Ελληνισμός γνωρίζει τον Βορειηπειρωτικό…
Όμως, τι είχε προηγηθεί αυτής της ιστορίας που περιγράψαμε επιγραμματικά; Και πολλών άλλων ανάλογων που αφορούν δεκάδες, ίσως εκατοντάδες οικογένειες Βορειοηπειρωτών και ενός ιστού σχέσεων – που ενώ εμπεριέχουν το στοιχείο του ιδιωτικού χαρακτήρα – αποτελούν εντούτοις απόδειξη και τεκμήριο της συνέχειας του Ελληνισμού, από την Ανατολική Μεσόγειο στην Αδριατική…
Στα μέσα της άνοιξης του μακρινού πλέον 1992, από μία ιδιωτική – πλην όμως διορατική χειρονομία – δύο αγαπημένων προσώπων από το χώρο της δημοσιογραφίας – με εγνωσμένη ωστόσο συνεισφορά στην προώθηση των εθνικών δικαίων στο Κυπριακό και τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό – οι Σταύρος Λυγερός και Λάζαρος Μαύρος, οργάνωσαν την πρώτη μετάβαση στην Κύπρο, μιας μικρής αντιπροσωπείας Βορειοηπειρωτών.
Ξεπεράστηκαν δυσκολίες που αφορούσαν τις δαπάνες φιλοξενίας, ταξιδιού, θεώρησης των διαβατηρίων (Αλβανία και Κύπρος δεν είχαν καν προξενική σύμβαση και διπλωματικές σχέσεις) – και άλλες παράμετροι που αφορούν στην (κυριολεξία) μικρή πολιτική της Αθήνας κ.α. Η πρωτοβουλία των προαναφερμένων ήταν μία συνεισφορά στην ιδέα του ενιαίου Ελληνισμού, σε όλο το γεωγραφικό χώρο που ιστορικά και σήμερα μαρτυρείται. Επιπλέον, στην δημιουργία ευκαιριών και στην απαραίτητη εκείνη την εποχή αλληλεγγύη στους χειμαζόμενους Βορειοηπειρώτες.
Μόνο που οι εξελίξεις ξεπέρασαν τις προσδοκίες ενός ιδεαλιστικού παράτολμου εγχειρήματος. Διότι οι Κύπριοι – έχοντας νωπές τις εμπειρίες και έντονο το ένστικτο της αυτοάμυνας από την τουρκική εισβολή και κατοχή, τη βιαιότητα και την εχθρότητα έναντι του Ελληνισμού των φορέων της Ημισελήνου – έγραψαν πολλές σελίδες στην σύγχρονη-αδελφική ζύμωση με τους Βορειοηπειρώτες.
Φιλοξενίες μαθητών, σεμινάρια επαγγελματικής κατάρτισης, στήριξη ενοριών στην Βόρεια Ήπειρο, κατασκηνώσεις, βαπτίσεις και κουμπαριές που προέκυψαν, έργα κοινοτικά, επισκέψεις σε όλο το χώρο – από την Νάρτα και τη Χιμάρα, μέχρι τα ορεινά της Πωγωνίου – συνετέλεσαν ώστε να γνωριστούν καλύτερα τα κομμάτια αυτά του ενιαίου Ελληνισμού. Και να βιώνουν συνειδητά από κοινού δοκιμασίες και προκλήσεις στην σύγχρονη ιστορική πορεία.
Μέσα από πολύ απλές ανθρώπινες χειρονομίες και πρωτοβουλίες ανθρώπων – που δεν έχουν κάποια θεσμική υποχρέωση – πραγματώνεται η ενότητα του Ελληνισμού και προσλαμβάνει αυτός το απαραίτητο στρατηγικό βάθος και βάρος…





