Μια πολυεπίπεδη διαδρομή στο μουσείο Μπενάκη
22/09/2026
Έργα της σύγχρονης Πολωνίδας καλλιτέχνιδος Aleksandra Waliszewska (Αλεξάνδρα Βαλιζέφσκα) τοποθετούνται διάσπαρτα σε δύο ορόφους του μουσείου Μπενάκη δημιουργώντας αναπάντεχες στάσεις σε μία πορεία επανερμηνείας του παρελθόντος στο παρόν. Την έκθεση “Η εισβολή της αρχαιότητας”, που διαρκεί ακόμα για λίγες μέρες, επιμελείται η Αlison Gingeras.
Την έκθεση συνδιοργανώνουν το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ και το μουσείο Μπενάκη στα πλαίσια μιας σειράς εκθέσεων του μουσείου που επιχειρούν συνδέσεις ανάμεσα στα μόνιμα εκθέματα όλων των περιόδων με έργα σύγχρονων καλλιτεχνών προβάλλοντας αρχετυπικές και διαχρονικές έννοιες.
Βασισμένη στο ανολοκλήρωτο, φιλόδοξο έργο Άτλαντας της Μνημοσύνης του ιστορικού και θεωρητικού τέχνης Άμπι Βάρμπουργκ (1866- 1929) – έναν οπτικό χάρτη συλλογικής πολιτιστικής μνήμης που θα φανέρωνε την καταγωγή της Αναγέννησης από την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα – η έκθεση βασίζεται στην ιδέα ενός ζωντανού παρελθόντος που ταξιδεύει, εισέρχεται στο σήμερα και μεταπλάθεται με νέους τρόπους αναπαράστασης.
Δεν πρόκειται για μια απλή, αποστασιοποιημένη αντιπαραβολή εικόνων και μοτίβων αλλά για μια έκθεση που αντικατοπτρίζει την έννοια του «pathosformel» του Βάρμπουργκ. Σύμφωνα με αυτήν, η τέχνη της αρχαιότητας απορρέει από έντονες συναισθηματικές καταστάσεις και αποτελεί φορέα μιας πρωταρχικής, έντονης ψυχικής ενέργειας που δεν χάνεται ούτε περιορίζεται χρονικά αλλά αντιθέτως επιβιώνει, εμμένει και εισβάλλει με την δύναμή της στο παρόν για να γονιμοποιήσει νέες ιδέες.
Οι γεμάτες ένταση, μυστήριες και συχνά αιχμηρές εικόνες της γεννημένης στην Βαρσοβία το 1976 Βαλιζέφσκα με το νέο-γοτθικό τους ύφος, ακόμα και όταν δεν γοητεύουν το θεατή, είναι κατά κάποιον τρόπο οι πλέον κατάλληλες για να προβάλλουν την ιδέα αυτή (μιας ενδόρρηξης του παρελθόντος στο παρόν) καθώς αναδεικνύουν αρχέγονες και ασυνείδητες δυνάμεις διαχρονικής σημασίας που δρουν υπόγεια και καθορίζουν την ανθρώπινη συνείδηση.
Τα έργα της καλλιτέχνιδος αναδεικνύουν μια σκοτεινή πραγματικότητα αναμέτρησης με πάθη και με αντιθετικές δυνάμεις, με τον θάνατο, την επιθυμία, τον έρωτα, την βία, την εξουσία, την γέννηση και την καταστροφή, την θνητότητα και την μεταμόρφωση. Σε έναν από τους δεκαέξι πίνακες της έκθεσης, το προφίλ ενός αλόγου φέρει στο εσωτερικό του τους κολασμένους που οδηγούνται στον Άδη. Υποδηλώνει ίσως τέσσερα μαύρα άλογα του άρματος του Άδη. Ένα αγαλματίδιο (750 – 725 π.Χ.) απεικονίζει μια κουροτρόφο θεότητα σε άλογο . Το άλογο είναι σύμβολο δύναμης και κοινωνικής υπεροχής και με αυτή την έννοια το έργο της καλλιτέχνιδος τοποθετείται κοντά σε μελανόμορφο κρατήρα με σκηνή μάχης (5ος – 4ος αιώνας π.Χ.).
Μάγισσες, υβριδικά πλάσματα, φαντάσματα, νεράιδες, ανθρωπόμορφες γάτες, ζώα που φέρνουν στο νου τα μεσαιωνικά βιβλία με θηρία, ζωντανοί νεκροί και μοτίβα-σύμβολα πλάθουν ένα κόσμο μυθολογιών με έντονο το αλληγορικό, φαντασιακό και απόκοσμο στοιχείο. Στα περισσότερα έργα ελλοχεύουν η απειλή και ο κίνδυνος, μια μετέωρη, αμφίσημη κατάσταση ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο, την υποταγή και την ενεργητική δράση.
Επανερχόμενο μοτίβο το φίδι ως σύμβολο καταστροφής αλλά και θεραπείας (σύμβολο του Ασκληπιού), γνώσης, προστασίας (σύμβολο των Φαραώ) και αναγέννησης εκφράζει την διττή φύση της πραγματικότητας. Σε ένα από τα έργα τα ξάγρυπνα ανοιχτά μάτια μιας γυναικείας μορφής δίπλα στη οποία στέκεται ένα μικροσκοπικό φίδι αποδίδου αυτές τις αινιγματικές αμφισημίες προσθέτοντας ένα ίχνος παιγνιώδους διάθεσης.
Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη
Από μια άποψη το στυλιστικό ιδίωμα της Βαλιζέφσκα εκφράζει μια εδραιωμένη καλλιτεχνική τάση διερεύνησης του αλλότριου και της υποκουλτούρας που αντιπαλεύουν το συμβατικό και ευρέως αποδεκτό – κυρίως ως προς το ρόλο των γυναικών – για να διεκδικήσουν μια πιο ελεύθερη, ρευστή και γεμάτη ενδεχομενικότητες πραγματικότητα που δεν αναπτύσσεται γραμμικά αλλά με διακλαδώσεις και αμφίδρομες διαδρομές ανάμεσα στο χθες, το σήμερα και το όραμα ενός μέλλοντος.
Τα έργα της Βαλιζέφσκα είναι σύγχρονα στον προβληματισμό τους κυρίως ως προς την έμμεση διερεύνηση μιας λιγότερο λογικής και τεχνο-επιστημονικής προσέγγισης της πραγματικότητας, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητούν την «διακριτή» ταυτότητα των φύλων. Διακριτικά τοποθετημένα όπως είναι ανάμεσα σε εκθέματα όλων των εποχών γεννούν μια περιέργεια γύρω από την σημασία που σύμβολα και μοτίβα αποκτούν διαχρονικά, μια περιέργεια που δεν είναι μόνο εγκυκλοπαιδική αλλά προκύπτει μέσα από τις αισθήσεις και μια επιθυμία για μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Πολυαναφορική, η καλλιτέχνης παντρεύει διαφορετικές μεταξύ τους επιρροές όπως χαρακτηριστικά ο συμβολισμός (η έκθεση Dark Arts στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Βαρσοβίας συνέδεσε το έργο της με τον συμβολισμό στην Πολωνία, την Ουκρανία, την Τσεχία και τις Βαλτικές χώρες) και επιδράσεις από το σλαβικό φολκλόρ, όπως επίσης την πολωνική οπτική κουλτούρα και την πολωνική τέχνη. Κάποιες συγγένειες ανιχνεύονται σε έργα καλλιτεχνών όπως ο Marian Wawrzeniecki (Μαριάν Βαβζενιέτσκι,1863 – 1943), οι ζωγράφοι της Mloda Polska (Νεαρή Πολωνία) στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βέλγος συμβολιστής Λεόν Σπιλιαέρτ ή μεταγενέστεροι καλλιτέχνες όπως οι Zdzisław Beksiński (Zντζίσουαφ Μπεκσίνσκι 1929-2005) –ακόμα και με τα έργα του συνομηλίκου Πολωνού ζωγράφου Jakub Julian Ziółkowski (Γιάκουμπ Γιούλιαν Ζιολκόφσκι 1980).
Το σκεπτικό της έκθεσης προκύπτει από την μέθοδο της καλλιτεχνικής πρακτικής της Βαλιζέφσκα και συγκεκριμένα από την συστηματική και διαρκή αναδίφηση της στην ιστορία της τέχνης (ο κατάλογος της έκθεσης ξεδιπλώνει τις πολλαπλές αναφορές). Η ζωγράφος αντλεί ιδέες από μια τεράστια δεξαμενή έργων, όμως η διερεύνηση της συνδέεται με προσωπικά βιώματα, όπως με τον κεντρικό ρόλο που η γυναικεία παρουσία είχε στην ζωή της καθώς η ίδια ανήκε σε η ίδια ανήκε σε οικογένεια γυναικών καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων η γιαγιά της Άννα Ντέμπσκα, μια καταξιωμένη γλύπτρια της μεταπολεμικής περιόδου γνωστή για την απεικόνιση ζώων.
Συνεχίζοντας την ίδια παράδοση, η Βαλιζέφκσα απεικονίζει συχνά την γάτα της – στην έκθεση η Mitusia επιστρέφει στην ζωή στο υπόβαθρο μιας σκηνής μεσαιωνικού «μακάβριου χορού». Η αντιπαραβολή με ένα κύπελλο του 1ου αιώνα μ.Χ. είναι εδώ κυρίως χρωματική.
Η γυναίκα πρωτοστατεί
Η γυναίκα ως δυναμική αλλά και δευτερευόντως ως πεδίο εκδίπλωσης της ανδρικής ισχύος είναι εκείνο που κυρίως πρωτοστατεί στην έκθεση. Η απειλητική γυναίκα γοργόνα σε αντιπαραβολή με ένα διακοσμητικό ανάγλυφο (Κυκλάδες, 17ος – 18ος αιώνας) γοργόνας (η πολεμίστρια γοργόνα γνωστή “Syrenka Warszawska” είναι επίσης σύμβολο της Βαρσοβίας και κοσμεί τον θυρεό της πόλης) αποτελεί παράδειγμα της σχέσης αυτής. Όμως αν προσέξει κανείς καλύτερα, οι ανδρικές φιγούρες στο υπόβαθρο και οι απολήξεις των χεριών της γοργόνας υποδηλώνουν την ανυπεράσπιστη γυναικεία παρουσία. Τέτοιου είδους διφορούμενα είναι διαρκή.
Ένας άλλος πίνακας απεικονίζει το τσίμπημα του γυναικείου στήθους από φίδι (σε γειτνίαση με ένα χρυσό βραχιόλι σε σχήμα φιδιού από τον 1ο αιώνα μ.Χ.) και φέρνει στο νου τον μύθο της Κλεοπάτρας ως μιας ανεξάρτητης, δυνατής γυναίκα που επιλέγει η ίδια να πεθάνει από το δάγκωμα ενός φιδιού. Φέρνει επίσης στο νου την σχέση έρωτα και θανάτου και από ψυχαναλυτική σκοπιά.
Ίσως από τα πιο αινιγματικά και λιγότερο αφηγηματικά έργα είναι η απεικόνιση ενός χεριού με μακριά, μανιεριστικού ύφους δάχτυλα που προβάλλει πίσω από μια πόρτα πιάνοντας το πόμολό της. Σε γειτνίαση, μια εικόνα του Αγίου Αντωνίου της ύστερης Παλαιολόγειας περιόδου: Τα χαρακτηριστικά επιμήκη δάχτυλα στις βυζαντινές εικόνες είναι ένας από τους τρόπους που η τέχνη αυτή αποδίδει την υπεροχή της πνευματικότητας έναντι της ύλης.
Στο σύνολό της η έκθεση στο μουσείο Μπενάκη αποτελεί μια επιτυχημένη ένταξη σύγχρονης τέχνης ανάμεσα στην πλούσια συλλογή του μουσείου. Απαιτεί το χρόνο του θεατή, εστιάζει στις λεπτομέρειες και αναδεικνύει σταθερές στην πορεία των μοτίβων ανά τους αιώνες.
Ως τις 27/9, Μουσείο Μπενάκη, κεντρικό κτίριο (Κουμπάρι 1 & Βασιλίσσης Σοφίας), ώρες: Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο 10:00 – 18:00, Πέμπτη:10:00 – 00:00, Κυριακή:10:00 – 16:00, Τρίτη κλειστά.





