Το Λεωνίδιο της μνήμης και της Ιστορίας
31/07/2026
Με το βιβλίο του “Τσακωνιά και Λεωνίδιο. Ιστορική ανασκόπηση” (Ηρόδοτος, Αθήνα 2026) ο ιστορικός, πρώην πανεπιστημιακός Δημήτρης Γ. Μιχαλόπουλος (γ. 1952) επιστρέφει εκεί όπου είχε περάσει έφηβος στιγμές συγκλονιστικά όμορφες, κατέφυγε όταν κλονίστηκε η υγεία του, γνώρισε ανθρώπους των οποίων η ανάμνηση ποτέ δεν σβήστηκε μέσα του, όπως εξομολογείται.
Βιώματα της ζωής του τα έχει ήδη συμπεριλάβει σε άλλο αυτοβιογραφικό βιβλίο του (“Παιγνίδια της ζωής. Για γέλια και για κλάματα…”, Ηρόδοτος, Αθήνα 2025). Αφορμή για το μνημονικό ταξίδι του στο Λεωνίδιο στάθηκε η συνάντησή του στο Βουκουρέστι στα τέλη της δεκαετίας του 1990 με γόνο τσακώνικης οικογένειας, οι απαρχές της οποίας εντοπίζονται στα μέσα του 16ου αιώνα, τον λόγιο νομικό Νικόλαο Τροχάνη (1912-2003).
Σχέση Τσακωνιάς και Λιβάνου
Στη φραγκοκρατούμενη και στη σλαβοκρατούμενη Πελοπόννησο οι κάτοικοι των πλαγιών του Μαλεβού (Πάρνωνα) και του Πενταδάχτυλου (Ταΰγετου) υπήρξαν ροβολάτορες (από το ροβολάω, κατεβαίνω γρήγορα από ορεινά σε πεδινά), ρέμπελοι, ταραχοποιοί, λόγω του ανυπότακτου φρονήματός τους.
Οι Κυνούριοι ήταν Ίωνες που έγιναν Δωριείς, επειδή εξουσιάζονταν από τους Αργείους, βεβαιώνει ο Ηρόδοτος. Η Τσακωνιά δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αρχαία Κυνουρία. Η Κυνουρία συνιστά οροπέδιο περίπου 1200 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με την Τσακωνιά να καταλαμβάνει το νοτιοανατολικό μέρος της. Η λέξη Κυνουρία ετυμολογείται μάλλον από σύνθεση των λέξεων Κυνός ουρά, που έγιναν Κυνοσουρία και Κυνουρία (από τη λέξη κύνουρα της ελληνιστικής περιόδου, τους τραχείς θαλασσινούς βράχους).
Η Τσακωνιά αναφάνηκε στα μεσαιωνικά χρόνια. Ακρίτες του Βυζαντίου, οι εξαιρετικά επιθετικοί Μαρδαΐτες (η λέξη σημαίνει τους αντάρτες) του Λιβάνου, αιρετικοί Χριστιανοί, μαζί με στρατιωτικής οργάνωσης εκχριστιανισμένους Γοτθογραίκους και Ισαύρους, αντιμετώπιζαν σε μάχες τους Μουσουλμάνους.
Συνθήκη ανάμεσα στους Βυζαντινούς και στο Ισλάμ το 686 είχε ως συνέπεια 12.000 Μαρδαΐτες να εγκατασταθούν σε βυζαντινό έδαφος: στη Μικρά Ασία και στα θέματα (διοικητικά διαμερίσματα) της Νικοπόλεως, της Κεφαλληνίας και της Κυνουρίας, η οποία πήρε το όνομα “Τσακωνιά” και όπου απέβαλαν τη γλώσσα τους, αντικαθιστώντας τη με εκείνην των αυτοχθόνων, εξέλιξη της οποίας είναι τα Τσακώνικα.
Πρώτη Επανάσταση και Κατοχή
Η πάντα μαχητική και κλειστή Τσακωνιά δεν υπέκυψε στον οθωμανικό ζυγό. Τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας ανήκε στο ένα από τα τέσσερα θέματα του Βασιλείου του Μορέως, στη Ρωμανία, με πρωτεύουσα το Ναύπλιο. Στις 16 Μαρτίου 1821 Τσάκωνες συνέλαβαν τον Οθωμανό τελώνη, στις 23 Μαρτίου ξέσπασε Επανάσταση στη βόρεια Κυνουρία, στις αρχές Απριλίου είχε πλέον εξαπλωθεί στην Κυνουρία.
Το 1825 τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα άρχισαν να καταφθάνουν στον Μοριά, με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων να κορυφώνεται. Ο Κολοκοτρώνης πήγε στο Λεωνίδιο, από όπου θα μπορούσε να παρακολουθήσει και να ανακόψει την προέλαση των εχθρικών στρατευμάτων στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο. Η αντίσταση κατά των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων δεν έμελλε να κρατήσει πολύ. Έναν χρόνο μετά, το 1826, ο εχθρός επέστρεψε και κατέλαβε την Τσακωνιά.
Το 1941 Γερμανοί έφτασαν στο Λεωνίδιο αλλά σύντομα έδωσαν τη θέση τους στους Ιταλούς που δεν έδειξαν τον χειρότερο εαυτό τους. Πρωταγωνιστής της αντιστασιακής δράσης των Λεωνιδιωτών στάθηκε ο παπα-Στέλιος Καραχάλιος. Το 1943 ο ΕΛΑΣ χτύπησε νικηφόρα τους Ιταλούς που αποχώρησαν το 1943, οπότε το Λεωνίδιο απέκτησε διοικητήριο του ΕΑΜ, ενώ η 25η Μαρτίου 1944 πήρε πανηγυρικό χαρακτήρα. Ακολούθησε ο δραματικός Εμφύλιος…
Σημαντικά κτήρια και αρχοντόσπιτα
Η νεότερη πολιτιστική-πολιτισμική ιστορία του Λεωνιδίου παρουσιάζεται, ακολουθώντας οπτική διαδρομή. Πρώτα το κλασικίζωντος ρυθμού δημοτικό σχολείο, σε σχέδια του νομομηχανικού του Υπουργείου Παιδείας Δημήτριου Καλλία (1858-1939), ανοικοδομήθηκε με δαπάνη του κληροδοτήματος Ανδρέα Συγγρού και λειτούργησε από το 1912.
Στη συνέχεια η Φάμπρικα Πολιτισμού, κτήριο που έγινε από το 1855 έως το 1859 με έξοδα εράνου από τους κατοίκους, λειτούργησε ως σχολείο δημοτικό και ελληνικό (σχολαρχείο), όπως και ως κατοικία δασκάλων και ως δημαρχείο, από το 2008 άρχισαν έργα επισκευής του εκ βάθρων για να στεγάσει πνευματικό κέντρο και τις δημοτικές αρχές, καταλήγοντας συνεδριακό κέντρο. Στον ορίζοντα αναφαίνονται πυργοειδή κωδωνοστάσια ναών που φιλοτέχνησαν Τηνιακοί: το 1865 του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, έργου του Ιωάννη Κασάρχου· το 1867 της Αγίας Κυριακής, έργου του Πέτρου Κασάρχου· και το 1868 των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, έργου του Ιωάννη Θεοτικού.
Το 1978 το Λεωνίδιο αναγνωρίστηκε ως παραδοσιακός οικισμός και το 2010 ως ιστορικός τόπος. Εδώ είχαν κτιστεί εκατόν πενήντα πετρόχτιστα αρχοντόσπιτα, με πρότυπα αντίστοιχα των Σπετσών, επηρεασμένα από παραθαλάσσια ισπανικά μέγαρα, ανάμεσα στα οποία διακρίνονται: του έμπορου Κώστα Χατζηπαναγιώτη, από τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 19ου αιώνα· του ξυλέμπορου Κωνσταντίνου Τσικαλιώτη, από το 1808, πύργο τον οποίον ο συγγραφέας θυμάται ότι ο καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ Νικόλαος Β. Δρανδάκης (1915-2004) τον θεωρούσε ένα από τα ωραιότερα κτήρια της Τουρκοκρατίας, κτήριο που το 1960 πέρασε στη δικαιοδοσία του Δήμου Λεωνιδίου, αργότερα αναπαλαιώθηκε από τον καθηγητή στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ Ιωάννη Κίζη και τους συνεργάτες του, Χρήστο Πανουσάκη, Παναγιώτη Γραμματόπουλο και Σταύρο Μαμαλούκο, με τη μελέτη τους να έχει αποσπάσει βραβείο της ΕΟΚ, μεταξύ 1100 άλλων· του Τσούχλου, στο οποίο έζησε και ο ντόπιος ζωγράφος Βρασίδας Τσούχλος (1904-1981), αγοράστηκε από τον Δήμο Λεωνιδίου και το 2015 παραχωρήθηκε στο “Αρχείον της Τσακωνιάς”.
Τα αρχοντόσπιτα έχουν βοτσαλωτές αυλές, εκτεταμένες στέρνες για το βρόχινο νερό, ασβεστωμένους μαντρότοιχους, κήπους οπωροφόρων δέντρων, χαγιάτια με κεραμοσκεπές, και σκαλιστές ή ζωγραφιστές οροφές.
“Αρχείον της Τσακωνιάς” και Κοιμητήριο Λεωνιδίου
Το “Αρχείον της Τσακωνιάς” ιδρύθηκε το 1954 από τον γιατρό και δήμαρχο Λεωνιδίου (1960-78) Στυλιανό Σπ. Μερικάκη (1902-1980). Στις φροντίδες του έχει το Τσακώνικο Συνέδριο, με ενότητες για την ιστορία, για τη διάλεκτο και για τη λαογραφία, και το περιοδικό “Χρονικά των Τσακώνων” —το 2005 τιμήθηκε με έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών για την προσφορά του. Η ακμή του Λεωνιδίου αντανακλά και στο Κοιμητήριο των Αγίων Πάντων, γλυπτά του οποίου έχουν φιλοτεχνήσει ο Γιαννούλης Χαλεπάς (1851/3;-1938) και άλλοι Τηνιακοί γλύπτες.
Τα έχει μελετήσει η καταγόμενη από το Λεωνίδιο διδάκτωρ Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης, αρχαιολόγος στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Μαρία Σάλτα (“Τηνιακά”, τ. 1, 1996, σ. 283-320, και “Χρονικά των Τσακώνων”, τ. 20, 2008, σ. 127-149). Το 2007 το Κοιμητήριο Λεωνιδίου χαρακτηρίστηκε ιστορικός τόπος.
Λεωνιδιώτες της δράσης, του πνεύματος και της τέχνης
Σε βιογραφικό παράρτημα του βιβλίου του ο Δ. Γ. Μιχαλόπουλος συγκεντρώνει υλικό για Λεωνιδιώτες αγωνιστές της Επανάστασης (Γεωργάκης Μανωλάκης-Μιχαλάκης [1780;-1841], Δούνιας ο Πορθητής [1790-1855], Δημήτριος Καραμάνος, Γιαννούλης Καραμάνος [1781-1850], Οικογένεια Γούλενου/Γούλελου), κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες (Οικογένεια Τροχάνη, Νικόλαος Δ. Καραμάνος [1872-1951], Ιωάννης Γ. Πολίτης [1890-1959], Κωνσταντίνος Ι. Χείλαρης [1891-1962], Παναγιώτης Δρίτσας [1897-1990], Στυλ. Σπ. Μερικάκης, Παναγιώτης Δ. Ρέππας [1910-1993], Δημήτριος Αλ. Τσιγκούνης [1944-2026], Δημήτρης Ρέππας [γ. 1952]), γλωσσολόγους (Μιχαήλ Δέφνερ / Michael Deffner [1848-1934], Θανάσης Κωστάκης [1906-2006], Μάξιμος Κισιλιέρ / Maxim Kisilier [γ. 1977]), λογοτέχνες (Κώστας Ουράνης [1890-1953], Γιώργος Σαραντάρης [1908-1941], Ελισάβετ Ψαρά [1899-1972], Σοφία Ρουσάλη-Διατσίντου [1914-1986], Παναγιώτης Πιτσελάς [γ.1934]), εικαστικούς (Νέστωρ Βαρβέρης [1867-1954], Βρ. Τσούχλος) και μουσικούς (Τόλης Χάρμας [1918-2008]).
Ο Ουράνης γράφει στον “Μηνιαίο Εικονογραφημένο Εθνικό Κήρυκα Νέας Υόρκης”, τον Οκτώβριο του 1934: «Είκοσι περίπου μίλια νοτίως του Ναυπλίου όποιος ταξειδεύει μ’ ένα από τα μικρά και παμπάλαια βαποράκια που εκτελούν την γραμμήν του Αργολικού, αφού προσπεράση ψηλές, απότομες και γυμνές ακτές, εντελώς αφιλόξενες, αντικρύζει, επί τέλους, μίαν λωρίδα χαλικοστρωμένης παραλίας, πίσω από την οποίαν ανοίγεται μια βαθειά πεδιάδα γεμάτη περιβόλια και ελαιόδενδρα, περιφραγμένη από γυμνά και απόκρημνα βουνά. Ανάμεσα στα πράσινα φυλλώματα των περιβολιών ασπρίζουν αραιά σπίτια, και στη μια άκρη της παραλίας, πίσω από ένα μικροσκοπικόν τεχνητόν όρμον —όπου τώρα το καλοκαίρι βλέπει κανείς μικροκάικα να φορτώνουν ντομάτες κι αχλάδια— υπάρχει ένας μικρός συνοικισμός μαγαζιών κι αποθηκών. Ο συνοικισμός αυτός είναι το επίνειο μιας κωμοπόλεως τριών χιλιάδων κατοίκων που βρίσκεται σε μισής ώρας απόστασι από τη θάλασσα: του Λεωνιδίου».
Το Λεωνίδιο του Δημήτρη Ψαθά
Με το Λεωνίδιο ήταν συνδεδεμένος και ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979), καθώς η αδελφή του είχε παντρευτεί μέλος της λεωνιδιώτικης οικογένειας Λεκού. Συνήθιζε να πηγαίνει στο Λεωνίδιο το Πάσχα οικογενειακώς, συνοδευόμενος από την κόρη του, κατόπιν εκδότρια των έργων του Μαρία (†2023) και από τα εγγόνια του. Προέτρεπε μάλιστα τους πολλούς αναγνώστες της στήλης του στην εφημερίδα “Τα Νέα” να κάνουν Απόκριες στην Πάτρα, Πάσχα στο Λεωνίδιο!
Του άρεσε εξάλλου να ψέλνει, όπως έκανε παιδάκι στην Τραπεζούντα του Πόντου (“Ο πρώτος μου… Απόστολος”, εφ. “Τα Νέα”, 20 Απριλίου 1957 [αναδημ.: Δημήτρη Ψαθά, “Στου κουφού την πόρτα!”, Εκδόσεις Μαρία Δ. Ψαθά, Αθήνα 2000]), μαζί με τον “μπουρλοτιέρη”, όπως τον αποκαλούσε, κληρικό του Λεωνιδίου παπα-Στέλιο, στην αυλή του οποίου το 1977 γιόρτασε με άλλους Λεωνιδιώτες το Πάσχα.
Στην εφημερίδα “Τα Νέα”, στις 21 Αυγούστου 1962, ο Ψαθάς έγραφε: «Λίγες μέρες μακριά απ’ την Αθήνα για ν’ ανασάνουμε λιγάκι —πού όμως; Πριν από λίγα χρόνια μόλις, μου άφησε μια καλή ανάμνηση το Λεωνίδι —παλιό αρχοντοχώρι στην καρδιά της Κυνουρίας, έδαφος παρθένο, γραφικό, έξω απ’ τα κυβερνητικά ενδιαφέροντα και τη σκοτούρα του Τουρισμού… Είχα φτάσει τότε με το “Νεράιδα” συνεχίζοντας το ταξίδι μια ώρα περίπου μετά τις Σπέτσες. Φέτος μου λένε ότι μπορώ να πάω και διά ξηράς, κατεβαίνοντας με το αυτοκίνητο μέχρι το Άργος και στρίβοντας από τους Μύλους αριστερά, προς το δρόμο του Άστρους» (αναδημ.: Δημήτρη Ψαθά, “Στο καρφί… και στο πέταλο!..”, Εκδόσεις Μαρία Δ. Ψαθά, Αθήνα 1999).
Το βιβλίο του, που το ολοκληρώνει βιβλιογραφία με πηγές και με βοηθήματα, ο Δ. Γ. Μιχαλόπουλος το αφιερώνει στη μνήμη όλων όσων αγάπησαν το Λεωνίδιο γενικώς και σε εκείνη του Στυλ. Σπ. Μερικάκη ιδιαιτέρως.





