ΓΝΩΜΗ

Από τη Μεταπολίτευση στη μετά-Μεταπολίτευση…

Από τη Μεταπολίτευση στη μετά-Μεταπολίτευση... Δημήτρης Παναγιωτόπουλος
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Οι ημέρες του Ιουλίου αποτελούν πάντοτε μια αφορμή ιστορικής μνήμης και πολιτικού αναστοχασμού. Δεν προσφέρονται μόνο για την ανάκληση γεγονότων που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά και για μια ειλικρινή αποτίμηση της πορείας του τόπου.
Η ιστορία δεν είναι μια στατική αφήγηση ούτε μια ακολουθία επετειακών αναφορών. Είναι μια συνεχής διαδικασία κατά την οποία κάθε γενιά καλείται να αξιολογήσει το έργο που παρέλαβε, να αναγνωρίσει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες του και να αναλάβει την ευθύνη για τον δρόμο που θα ανοίξει στις επόμενες γενιές.

Η Μεταπολίτευση του 1974 υπήρξε αναμφίβολα μια μεγάλη ιστορική τομή. Σήμανε την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, την επιστροφή του κοινοβουλευτισμού και την κατοχύρωση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Για μια κοινωνία που είχε βιώσει διχασμούς, εκτροπές και αυταρχισμό, αποτέλεσε την απαρχή μιας νέας περιόδου πολιτικής ομαλότητας. Οι κατακτήσεις αυτές ανήκουν στην ιστορική κληρονομιά του ελληνικού λαού και δεν μπορούν ούτε να παραγνωρισθούν ούτε να υποτιμηθούν. Η ιστορία, όμως, δεν κρίνει μόνο τις αφετηρίες. Κρίνει και τις διαδρομές. Και κυρίως κρίνει τα αποτελέσματα.

Περισσότερα από πενήντα χρόνια μετά, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που επιβάλλει έναν νέο ιστορικό απολογισμό. Δεν πρόκειται για απολογισμό κομμάτων ή προσώπων. Πρόκειται για την αποτίμηση ενός ολόκληρου πολιτικού και θεσμικού παραδείγματος. Γιατί η Μεταπολίτευση δεν υπήρξε μόνο μια πολιτική αλλαγή· αποτέλεσε το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οργανώθηκε η δημόσια ζωή της χώρας για περισσότερο από μισό αιώνα.

Τα κόμματα που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εν παραλλήλω με την είσοδο της χώρα στην ΕΟΚ-ΕΕ, μετέτρεψαν τη χώρα από Έθνος -Κράτος των Ελλήνων, ολίγον κατά ολίγον, σε χώρο που μπορεί να κατοικεί κάθε τρίτος εισερχόμενος και με τους Έλληνες ξένους στον τόπο τους. Μετέτρεψαν το κράτος των Ελλήνων να παρίσταται ως ο μηχανισμός ικανοποίησης ξένων συμφερόντων, ένα “ξέφραγο αμπέλι” για κάθε περαστικό για κάθε επιβουλέα και για κάθε Επενδυτή της φτώχειας, άλλως της πεντάρας.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως είναι, η μεταπολίτευση ανταποκρίθηκε στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας του 21ου αιώνα; Η απάντηση είναι ότι ο ιστορικός κύκλος αυτής έχει ολοκληρωθεί. Δεν το αποδεικνύουν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, ούτε μόνο οι αλλεπάλληλες κρίσεις που γνώρισε η χώρα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το αποδεικνύει κυρίως η ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στους θεσμούς και στους πολίτες. Όταν η κοινωνία παύει να εμπιστεύεται εκείνους που ασκούν την εξουσία, όταν η λειτουργία της Δικαιοσύνης αμφισβητείται, όταν η δημόσια διοίκηση αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μηχανισμός παρά ως υπηρεσία προς τον πολίτη και όταν η πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση της καθημερινότητας χωρίς μακρόπνοο εθνικό σχεδιασμό, τότε δεν έχουμε απλώς δυσλειτουργίες. Έχουμε σημάδια εξάντληση ενός θεσμικού μοντέλου.

Η μεταπολίτευση εξαντλήθηκε

Η μεγαλύτερη αδυναμία της μεταπολιτευτικής περιόδου δεν ήταν ότι έκανε λάθη, ήταν ότι σταδιακά διαμόρφωσε μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το κράτος αναδείχθηκε σε αυτοσκοπό, ενώ η Πολιτεία υποχώρησε αισθητά. Και αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική· είναι απολύτως ουσιαστική.

Το κράτος είναι ο διοικητικός μηχανισμός. Η Πολιτεία είναι κάτι πολύ ευρύτερο. Είναι η θεσμική έκφραση της συλλογικής βούλησης ενός λαού. Είναι το σύνολο των αξιών, των κανόνων και των θεσμών που οργανώνουν τη δημόσια ζωή με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Είναι ο χώρος όπου η ελευθερία συναντά τη δικαιοσύνη, η δημοκρατία συναντά τη λογοδοσία και η πολιτική αποκτά ηθικό περιεχόμενο στην κοινότητα των πολιτών.

Όταν η Πολιτεία υποκαθίσταται από το κράτος, η πολιτική χάνει τον προσανατολισμό της. Οι θεσμοί λειτουργούν περισσότερο για τη συντήρηση των μηχανισμών, παρά για την υπηρεσία της κοινωνίας. Η κομματική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Η αξιοκρατία υποχωρεί μπροστά στις ισορροπίες της εξουσίας. Η νομοθεσία πολλαπλασιάζεται, αλλά η εμπιστοσύνη μειώνεται. Οι πολίτες συμμετέχουν στις εκλογές, αλλά αισθάνονται ότι η συμμετοχή τους δεν αρκεί για να επηρεάσει ουσιαστικά τη λειτουργία της Πολιτείας γιατί δεν υπάρχει εξουσία στο κύτταρο της δημοκρατίας την κοινότητα των Πολιτών.

Αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται σχεδόν σε κάθε κρίσιμο τομέα της δημόσιας ζωής. Η παραγωγική βάση της χώρας αποδυναμώθηκε σε βαθμό αφανισμού, ενώ η οικονομία εξαρτήθηκε υπέρμετρα από δραστηριότητες που δεν δημιουργούν αναπτυξιακή προοπτική. Η περιφέρεια ερημώνεται δημογραφικά, αφού το πρόβλημα της υπογεννητικότητας λαμβάνει διαστάσεις εθνικής πρόκλησης. Χιλιάδες νέοι επιστήμονες και επαγγελματίες αναζητούν ευκαιρίες εκτός Ελλάδας. Οι μεταβολές του διεθνούς περιβάλλοντος απαιτούν ευελιξία, στρατηγική σκέψη και θεσμούς με υψηλή αξιοπιστία, ενώ το πολιτικό σύστημα συχνά παραμένει εγκλωβισμένο στη λογική του επόμενου εκλογικού κύκλου, αγνοώντας τους Πολίτες.

Η διαπίστωση αυτή δεν αποσκοπεί στην απαξίωση της μεταπολιτευτικής περιόδου. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι κάθε ιστορικό υπόδειγμα διαθέτει έναν κύκλο δημιουργίας, ωρίμανσης και, τελικώς, εξάντλησης. Η πολιτική ωριμότητα δεν συνίσταται στην άρνηση της ιστορίας, αλλά στην ικανότητα να αναγνωρίζει πότε ένα θεσμικό μοντέλο χρειάζεται να εξελιχθεί, προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες ιστορικές συνθήκες, όπως τις σημερινές του σύγχρονου πολυπολικού κόσμου, του συμβατικού διεθνούς δικαίου και διεθνών σχέσεων.

Κατά συνέπεια, το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται σήμερα δεν είναι ποιο κόμμα θα κυβερνήσει ή ποιος πολιτικός θα επικρατήσει στις επόμενες εκλογές. Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο: ποια Πολιτεία χρειάζεται η Ελλάδα για τις επόμενες δεκαετίες; Ποιο θεσμικό πρότυπο μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, να ενισχύσει τη δημοκρατική συμμετοχή, να στηρίξει την παραγωγική ανασυγκρότηση και να προσφέρει ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο με ορίζοντα γενεών και όχι κυβερνητικών θητειών;

Η απάντηση δεν μπορεί να περιορισθεί σε αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις ούτε σε μια ακόμη συνταγματική αναθεώρηση. Απαιτείται μια βαθύτερη διαδικασία επαναπροσδιορισμού της σχέσης ανάμεσα στον πολίτη, στους θεσμούς και στην Πολιτεία. Απαιτείται ένα νέο πολιτειακό παράδειγμα, το οποίο δεν θα ακυρώνει τις δημοκρατικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης, αλλά θα τις ολοκληρώνει και θα τις προσαρμόζει στις ανάγκες του 21ου αιώνα με την κοινότητα των πολιτών παρούσα.

Αναθέσμιση: Ένα νέο όραμα

Αυτή τη διαδικασία την ονομάζω Αναθέσμιση της Ελληνικής Πολιτείας. Η έννοια της Αναθέσμισης δεν ταυτίζεται με τη μεταρρύθμιση, ούτε εξαντλείται σε μια συνταγματική αναθεώρηση. Οι μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες σε κάθε σύγχρονη Πολιτεία, αλλά κατά κανόνα λειτουργούν εντός του ήδη υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, βελτιώνουν διαδικασίες, διορθώνουν δυσλειτουργίες, εκσυγχρονίζουν δομές. Η συνταγματική αναθεώρηση, από την άλλη πλευρά, τροποποιεί διατάξεις του θεμελιώδους νόμου, χωρίς όμως κατ’ ανάγκη να μεταβάλλει τη συνολική φιλοσοφία της λειτουργίας της Πολιτείας.

Η Αναθέσμιση είναι κάτι βαθύτερο. Είναι η συνειδητή επαναθεμελίωση της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών, στους θεσμούς και στην πολιτική εξουσία. Δεν επιδιώκει απλώς ένα αποτελεσματικότερο κράτος· επιδιώκει μια καλύτερη Πολιτεία. Και η διάκριση αυτή δεν είναι γλωσσική· είναι ουσιαστική. Μια Πολιτεία δεν κρίνεται αποκλειστικά από την οικονομική της ανάπτυξη ούτε μόνο από τους δείκτες της διοικητικής της αποτελεσματικότητας.

Κρίνεται από την ποιότητα της δημοκρατίας της, από την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, από τη διαφάνεια της δημόσιας ζωής, από την ισονομία, από την εμπιστοσύνη που εμπνέει στους πολίτες της και από την ικανότητά της να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον χωρίς διακρίσεις και εξαρτήσεις. Όταν οι θεσμοί λειτουργούν με συνέπεια, η κοινωνία αποκτά εμπιστοσύνη. Όταν οι θεσμοί αποδυναμώνονται, η δημοκρατία διατηρεί τον τύπο της, αλλά σταδιακά χάνει την ουσία της χάνει την ψυχή της την Κοινότητα των Πολιτών.

Η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα μια νέα σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και στην Πολιτεία. Η σχέση αυτή δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με εξαγγελίες ούτε με εναλλαγές κυβερνήσεων. Προϋποθέτει ένα νέο θεσμικό συμβόλαιο με την εξουσία στο Κύτταρο της Δημοκρατίας, στις κοινότητες των πολιτών, μέσα στο οποίο η λογοδοσία δεν θα αποτελεί εξαίρεση αλλά κανόνα, η αξιοκρατία δεν εξαρτάται από πολιτικές ισορροπίες και η δημόσια διοίκηση λειτουργεί με συνέχεια, επαγγελματισμό και ανεξαρτησία.

Η Αναθέσμιση προϋποθέτει ακόμη μια διαφορετική αντίληψη για τον σχεδιασμό του μέλλοντος. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με ορίζοντα τον επόμενο προϋπολογισμό ή την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Τα μεγάλα ζητήματα του τόπου –η δημογραφική εξέλιξη, η παιδεία, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η ενεργειακή ασφάλεια, η τεχνολογική πρόοδος, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον– απαιτούν στρατηγική δεκαετιών. Η Πολιτεία οφείλει να αποκτήσει θεσμούς με εξουσία για δράση στην κοινότητα των πολιτών που θα εξασφαλίζουν συνέχεια και συνέπεια στον εθνικό σχεδιασμό, ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές εναλλαγές.

Στην ίδια κατεύθυνση, η Αναθέσμιση προϋποθέτει την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στην αντιπροσωπευτική και στη συμμετοχική δημοκρατία. Η ψήφος αποτελεί τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξαντλήσει τη δημοκρατική συμμετοχή. Οι πολίτες πρέπει να έχουν ουσιαστικές δυνατότητες παρέμβασης, διαβούλευσης και ελέγχου της δημόσιας εξουσίας, μέσα από θεσμούς που ενισχύουν τη διαφάνεια και την κοινωνική λογοδοσία μέσα από την κοινότητα των πολιτών. Το πεδίο όπου ανθίζει η καθημερινή ζωή σφυρηλατείται η αλληλεγγύη, πλάθεται το ομότροπον, το ομόηθες και η κοινή των Ιερών Θέα. Η δημοκρατία γίνεται ισχυρότερη όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι συμμετέχει στη διαμόρφωση των αποφάσεων και όχι όταν περιορίζεται στον ρόλο του παθητικού αποδέκτη τους.

Εθνική ανασυγκρότηση 

Η Εθνική Ανασυγκρότηση, επομένως, δεν αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο από την Αναθέσμιση. Είναι η φυσική της συνέπεια. Μια Πολιτεία με ισχυρούς θεσμούς δημιουργεί τις προϋποθέσεις για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, για ποιοτική παιδεία, για αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, για κοινωνική συνοχή και για εμπιστοσύνη στις δημόσιες λειτουργίες. Χωρίς θεσμική αναγέννηση, κάθε αναπτυξιακό σχέδιο παραμένει ευάλωτο στις ίδιες παθογένειες που το υπονομεύουν.

Η Ελλάδα διαθέτει όλα τα αναγκαία συγκριτικά πλεονεκτήματα για να ακολουθήσει μια διαφορετική πορεία. Διαθέτει ιστορική συνέχεια, πολιτιστική κληρονομιά, ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου, γεωστρατηγική θέση και σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες. Εκείνο που απουσιάζει δεν είναι οι δυνατότητες αλλά η συγκρότηση ενός συνεκτικού πολιτειακού πλαισίου που θα επιτρέπει σε αυτές τις δυνατότητες να μετατρέπονται σε διαρκή εθνική πρόοδο.

Η μετάβαση από τη Μεταπολίτευση στη Μετά-Μεταπολίτευση δεν σημαίνει απόρριψη της ιστορικής διαδρομής της χώρας. Σημαίνει την αναγνώριση ότι κάθε ιστορική περίοδος έχει τα όριά της και ότι η δημοκρατία, για να παραμένει ζωντανή, οφείλει να ανανεώνει συνεχώς τους θεσμούς της. Η μεγαλύτερη απειλή για μια δημοκρατία δεν είναι μόνο οι εξωτερικοί κίνδυνοι· είναι η αδυναμία της να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες, διατηρώντας ταυτόχρονα τις θεμελιώδεις αρχές της.

Μια ιστορική αναγκαιότητα

Η χώρα μας χρειάζεται, επομένως, μια νέα πολιτειακή αυτοσυνειδησία. Χρειάζεται να επαναφέρει στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής την έννοια της Πολιτείας ως έκφραση της κοινότητας και του κοινού συμφέροντος και όχι ως άθροισμα διοικητικών μηχανισμών ή κομματικών ισορροπιών. Χρειάζεται να επανασυνδέσει την άσκηση της πολιτικής με την ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.

Εάν η Μεταπολίτευση αποτέλεσε την ιστορική απάντηση της Ελλάδας στην ανάγκη αποκατάστασης της δημοκρατικής νομιμότητας, τότε η Μετά- Μεταπολίτευση οφείλει να αποτελέσει την απάντηση στην ανάγκη ανανέωσης της ίδιας της δημοκρατικής λειτουργίας της Πολιτείας. Αυτό δεν συνιστά ρήξη με τη δημοκρατική μας παράδοση· αποτελεί τη φυσική της εξέλιξη.

Η Αναθέσμιση της Ελληνικής Πολιτείας δεν προτείνεται ως μια ακόμη πολιτική πρωτοβουλία ούτε ως ένα ακόμη πρόγραμμα διακυβέρνησης. Προτείνεται ως μια νέα θεσμική αντίληψη για την οργάνωση του δημόσιου βίου, ως ένα νέο πολιτειακό παράδειγμα που φιλοδοξεί να επανασυνδέσει την πολιτική με την εμπιστοσύνη των πολιτών, τη δημοκρατία με την αποτελεσματικότητα, την ελευθερία με την ευθύνη και την ανάπτυξη με τη δικαιοσύνη.

Η ιστορία των εθνών δεν προχωρεί μόνο μέσα από επαναστάσεις ή μεταρρυθμίσεις. Προχωρεί και μέσα από τις στιγμές κατά τις οποίες οι κοινωνίες συνειδητοποιούν ότι οι θεσμοί τους χρειάζονται μια νέα θεμελίωση. Πιστεύω ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα ακριβώς μπροστά σε μια τέτοια ιστορική στιγμή. Και γι’ αυτό θεωρώ ότι η μετάβαση από τη Μεταπολίτευση στη Μετά- Μεταπολίτευση δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική επιλογή. Αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα, με θεμέλιο την Αναθέσμιση της Ελληνικής Πολιτείας.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx