Το διαχρονικό σχέδιο της Ουάσινγκτον να διαλύσει τη Ρωσία
04/08/2026
Ο στόχος της Δύσης είναι να αποδυναμώσει, να διχάσει και τελικά να καταστρέψει το έθνος μας. Δηλώνουν ανοιχτά ότι από τότε που πέτυχαν να διαλύσουν τη Σοβιετική Ένωση το 1991, τώρα είναι η ώρα να χωριστεί η Ρωσία σε πολλές ξεχωριστές περιοχές, που θα πολεμήσουν η μια την άλλη.
Η Ουάσινγκτον δεν παρέκκλινε ποτέ πραγματικά από τον στόχο της να εξαλείψει το ρωσικό κράτος. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας (NSS) καθώς και μια έκθεση του Κογκρέσου με τίτλο “Ανανεωμένος ανταγωνισμός μεγάλης δύναμης: Επιπτώσεις για την άμυνα-Ζητήματα για το Κογκρέσο”, επιβεβαιώνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να συντρίψουν κάθε αναδυόμενη αντίθεση στην επέκτασή τους στην Κεντρική Ασία, προκειμένου να γίνουν ο κυρίαρχος παίκτης σε αυτήν την περιοχή.
Ο στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών να αποτρέψουν την εμφάνιση περιφερειακών ηγεμονιών στην Ευρασία, αν και είναι μακροχρόνιος, είναι μια πολιτική επιλογή αποτροπής της επανεμφάνισης ενός νέου αντιπάλου, είτε στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, είτε αλλού, ο οποίος θα αποτελεί απειλή σε σχέση με αυτήν που αποτελούσε κάποτε η Σοβιετική Ένωση. Αυτή είναι μια πρωταρχική σκέψη που στηρίζει τη νέα περιφερειακή αμυντική στρατηγική και απαιτεί προσπάθεια αποτροπής, οποιαδήποτε εχθρικής δύναμης να κυριαρχήσει σε μια περιοχή, της οποίας οι πόροι, υπό ενοποιημένο έλεγχο, θα επαρκούσαν για τη δημιουργία παγκόσμιας ισχύος.
Το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ εξακολουθεί να διεκδικεί σταθερά το δικαίωμα της Ουάσινγκτον να κυριαρχεί στην Κεντρική Ασία και να βλέπει οποιονδήποτε ανταγωνιστή στην περιοχή ως απειλή για την εθνική ασφάλεια. Αυτό το σημείο υπογραμμίζεται περαιτέρω από το γεγονός, ότι η Ρωσία και η Κίνα προσδιορίστηκαν στην τελευταία Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας ως “στρατηγικοί ανταγωνιστές”, ένας ευφημισμός του Deep State για τους θανάσιμους εχθρούς.
Ο τελικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ είναι να διαιρέσουν τη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο, τη Ρωσική Ομοσπονδία, ακόμη και να δημιουργήσουν μια κατάσταση διαρκούς ρευστότητας στην τεράστια επικράτειά της, ή τουλάχιστον, σε μέρος της Ρωσίας και του μετασοβιετικού χώρου, ώστε να αποτραπεί η εμφάνιση στην Ευρώπη και την Ευρασία οποιασδήποτε εναλλακτικής στην ευρωατλαντική ολοκλήρωση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η καταστροφή της Ρωσίας είναι ένας από τους στρατηγικούς τους στόχους.
Επανασχεδιάζοντας η Ουάσινγκτον την Ευρασία
Η σχέση της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα ήταν πάντα αντίπαλη, αλλά αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τις γεωστρατηγικές φιλοδοξίες της Ουάσινγκτον παρά με οποιαδήποτε ανατρεπτική συμπεριφορά εκ μέρους της Ρωσίας. Όταν η Χίλαρι Κλίντον ανακοίνωσε για πρώτη φορά τα σχέδια της Αμερικής για “στροφή στην Ασία”, οι περισσότεροι θεώρησαν ότι ήταν ένα λογικό σχέδιο να μεταφερθούν πόροι από τη Μέση Ανατολή στην Ασία, για να αυξηθεί η συμμετοχή των ΗΠΑ στην ταχύτερα αναπτυσσόμενη αγορά στον κόσμο.
Δεν είχαν συνειδητοποιήσει τότε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σκόπευαν να παρασύρουν τη Ρωσία σε έναν αιματηρό χερσαίο πόλεμο στην Ουκρανία, για να “αδυνατίσουν” τη Ρωσία, ώστε η Ουάσινγκτον να μπορέσει να επεκτείνει τις στρατιωτικές της βάσεις σε όλη την ευρασιατική ξηρά, χωρίς να συναντήσει καμία αντίδραση. Ούτε προέβλεψε κανείς πόσο μακριά θα έφτανε η Ουάσινγκτον για να προκαλέσει, να απομονώσει και να δαιμονοποιήσει τη Ρωσία με τον ρητό σκοπό να χωρίσει τη χώρα σε πολλαπλές οντότητες, να προβάλει ισχύ στην Ασία, να ελέγξει τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ρωσίας, να περικυκλώσει την Κίνα με στρατιωτικές βάσεις και να εδραιώσει την κυριαρχία των ΗΠΑ.
Αμερικανοί ειδικοί εξωτερικής πολιτικής προωθούν θεωρίες που απειλούν να πυροδοτήσουν μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία που θα μπορούσε να καταλήξει σε μια πυρηνική ανταλλαγή. Δικτυακό σεμινάριο για μέλη του Κογκρέσου με τίτλο: “Αποαποικιοποίηση της Ρωσίας”, που διοργανώθηκε από στελέχη της CIA και δεξιούς εθνικιστές από την Ουκρανία και τον Καύκασο, υποστήριξε ουσιαστικά ότι η Ρωσία είναι μια αποικιακή αυτοκρατορία που επρόκειτο να διαλυθεί με την υποστήριξη της Ουάσινγκτον.
Η επίκληση του ρωσικού “ιμπεριαλισμού”
Ο ισχυρισμός ότι η Ρωσία είναι “ιμπεριαλιστική” εκπληρώνει μια ουσιαστική πολιτική λειτουργία: Παρέχει πολιτική κάλυψη για την ιμπεριαλιστική επίθεση κατά της Ρωσίας και για τους πολεμικούς στόχους των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τα μέλη της ελίτ του κατεστημένου εξωτερικής πολιτικής αναζητούν απεγνωσμένα νέες και πιο επιτακτικές δικαιολογίες για μια αντιπαράθεση με τη Ρωσία, με στόχο τον κατακερματισμό τη χώρας, ανοίγοντας το δρόμο για στρατηγική επανεξισορρόπηση στον άξονα της Ουάσινγκτον. Πριν από είκοσι χρόνια, υπό την κυβέρνηση Μπους, οι πολιτικοί δεν ήταν τόσο προσεκτικοί στις απόψεις τους για τη Ρωσία. Ο πρώην αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, για παράδειγμα, δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει την απόλυτη περιφρόνησή του για τη Ρωσία και ήταν εκπληκτικά ειλικρινής για τις πολιτικές που υποστήριζε.
Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες του πολέμου στο Ιράκ, όχι μόνο ήθελε να διαλύσει τη Σοβιετική Ένωση, ήθελε επίσης να διαλύσει την ίδια τη Ρωσία, για να την αποτρέψει από το να γίνει ξανά μεγάλη πολιτική δύναμη. Ο πρώην υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκέιτς έγραψε: «Όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε στα τέλη του 1991, ο Ντικ ήθελε να δει τη διάλυση όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά και της ίδιας της Ρωσίας, ώστε να μην αποτελέσει ποτέ ξανά απειλή»
Το γεγονός ότι μια προσωπικότητα επικεφαλής της αμερικανικής κυβέρνησης επιδίωξε, όχι τόσο κρυφά, να διαλύσει οριστικά τη Ρωσία ως χώρα και το κατέστησε σαφές σε συναδέλφους, όπως ο Ρόμπερτ Γκέιτς, εξηγεί εν μέρει την επιθετική πολιτική που υιοθέτησε η Ουάσινγκτον έναντι της Ρωσικής Ομοσπονδίας μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον αγνόησε εντελώς τις ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλεια, αθετώντας την υπόσχεσή της να μην επεκτείνει το ΝΑΤΟ “ούτε μια ίντσα προς τα ανατολικά” μετά την επανένωση της Γερμανίας, περικυκλώνοντας τη Μόσχα με στρατιωτικοποιημένους αντιπάλους που τείνουν να την αποσταθεροποιήσουν.
Η εργαλειοποίηση των Τσετσένων
Οι ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας δημοσίευσαν στοιχεία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν τους Τσετσένους αυτονομιστές στους πολέμους τους εναντίον της ρωσικής κεντρικής κυβέρνησης. Ο Βρετανός ακαδημαϊκός Τζον Λάφλαντ τόνισε σε ένα άρθρο του 2004 στην The Guardian με τίτλο: “Αμερικανοί φίλοι των Τσετσένων”, ότι αρκετοί Τσετσένοι αποσχιστές ηγέτες ζούσαν στη Δύση και μάλιστα λάμβαναν επιδοτήσεις από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο Λάφλαντ σημείωσε ότι η μεγαλύτερη τσετσενική αποσχιστική ομάδα με έδρα τις ΗΠΑ, η Αμερικανική Επιτροπή για την Ειρήνη στην Τσετσενία (ACPC), έχει μεταξύ των μελών της «μια λίστα με τους πιο εξέχοντες νεοσυντηρητικούς που υποστηρίζουν με πολύ ενθουσιασμό τον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”».
Το γεγονός ότι οι ακροδεξιοί Σαλαφιστές τζιχαντιστές αποτελούσαν ένα σημαντικό ποσοστό της εξέγερσης της Τσετσενίας, δεν ενόχλησε αυτούς τους αντιμουσουλμάνους νεοσυντηρητικούς – όπως ακριβώς και οι ισλαμοφοβικοί του “πολέμου κατά της τρομοκρατίας” δεν είχαν κανένα πρόβλημα να υποστηρίξουν τους εξτρεμιστές στη Συρία. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική επηρεάζεται από μία μικρή ομάδα νεοσυντηρητικών, που απορρίπτουν κατηγορηματικά τη διπλωματία και πιστεύουν ειλικρινά ότι τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω στρατιωτικής σύγκρουσης με τη Ρωσία.





