Στη μνήμη Θεοδωράκη-Χατζιδάκι-Γκάτσου που καλλιέργησαν την ευαισθησία μας
02/08/2026
Ο Άγιος Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος, έσφιξε, λέει, στο χέρι του ένα κεραμίδι και αμέσως αυτό χωρίστηκε σε φωτιά, χώμα και νερό. Στα υλικά δηλαδή που το συνέθεσαν. Πρόκειται για το περίφημο θαύμα που ο λαϊκός εκείνος Άγιος πραγματοποίησε το 325 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια, για να αποδείξει την τρισυπόστατη και αδιαίρετη φύση της Αγίας Τριάδας.
Προσέξτε πόσες λέξεις σχετικές με αυτό που ονομάζουμε “τραγούδι” χρησιμοποίησα εν προκειμένω: σύνθεση, λαϊκός, υλικά, θαύμα, αδιαίρετη φύση. Νομίζω λοιπόν πως ανάλογα το τραγούδι που έρχεται από πάρα πολύ παλιά – από την τράγων ωδή και τον διθύραμβο για να θυμηθούμε και τον Ζαμπέλιο κι από τον Φήμιο και τους ραψωδούς για να συμπεριλάβουμε και τον Νόλαν – συγκροτείται από τρία ισότιμα μέρη: την μουσική, τον στίχο αλλά και την ερμηνεία (δηλαδή τον ερμηνευτή ή την ερμηνεύτρια).
Ίσως στις πιο πολλές περιπτώσεις ένα από τα τρία αυτά μέρη να υπερτερεί ενώ τα υπόλοιπα να υστερούν. Ανθρώπινο, ιδιαίτερα μετά την υπερ-εμπορευματοποίηση και την υπερεκμετάλλευση που έχει υποστεί το είδος μετά την χούντα, αυτή την αισθητική πληγή που επιβιώνει ως σήμερα (και ας λέει ό τι λέει ο Καλύβας και οι συν αυτώ).
Όμως το μεγάλο τραγούδι στηρίζεται πάντα στη ανωτέρω μεγάλη ισορροπία. Από το δημοτικό τραγούδι έως τις οπερέτες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και από τα χορικά του αρχαίου δράματος – ύψιστη συμπύκνωση ποίησης, μουσικής και κίνησης – ως τις εμβληματικές δημιουργίες του Μίκη πάνω στον Ρίτσο, τον Ελύτη, τον Αναγνωστάκη κ.α και ως τον συμπεριληπτικό “Μεγάλο Ερωτικό” του Μάνου (οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” του Μαρκόπουλου, οι τρεις ανθολογίες του Γιάννη Σπανού και το “Καπνισμένο Τσουκάλι” του Λεοντή ακολούθησαν).
Δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω πως οι μεγάλοι μας δημιουργοί, ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις, λειτούργησαν πάνω στα κορυφαία κείμενα του ελληνικού, ποιητικού μοντερνισμού – και παράλληλα ύψιστα επιτεύγματα της ελληνικής γλώσσας – κυρίως ως φιλόλογοι. Φιλόλογοι! Δεν τα επένδυσαν απλώς μουσικά, δεν τα εκλαΐκευσαν με την συγκινησιακή γοητεία του ηχοχρώματος αλλά τα ερμήνευσαν ως εμπνευσμένοι αναλυτές του περιεχομένου των.
Κορυφαία επιτεύγματα του νεοελληνικού μας πολιτισμού
Καταρρίπτοντας την άποψη ότι αυτού του είδους η ποίηση, η μοντέρνα και ερμητική, έχει γραφτεί για να διαβάζεται – ή, έστω, να απαγγέλλεται – αλλά όχι και να τραγουδιέται. Ο σνομπ Σεφέρης αρχικά έτρεφε μεγάλη καχυποψία για την μελοποίησή του από τον Θεοδωράκη – συναινούσε και η Μαρώ. Αργότερα βέβαια κατάλαβαν ότι η μουσική του Μίκη ήταν ανώτερη και από το Νόμπελ… Παρακαλώ, ακούστε: Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική!
Πότε πια αυτός ο μαγικός στίχος του Ελύτη δεν θα αρκεστεί απλά στην εκφώνηση. Η πασίγνωστη μουσική θα τον συνοδεύει και θα τον απογειώνει. Και ο Μάνος και ο Μίκης είχαν απόλυτη συνείδηση του επιτεύγματός τους σε διεθνές, τολμώ να πω, επίπεδο. Εξ ού και το τεράστιο, απόλυτα επιτυχημένο, άλμα του Μίκη με τον Νερούδα και το Κάντο Χενεράλ, τραγουδισμένο από το παγκόσμιο κοινό στα ισπανικά!
Από κοντά και οι ερμηνείες του Γρηγόρη Μπιθικώτση, του Καζαντζίδη, της Μαρινέλλας, της Μαρίας Φαραντούρη, της Νανάς Μούσχουρη, του Πέτρου Πανδή, του Ψαριανού και της Φλέρυς Νταντωνάκη. Πλήρως ενσωματωμένες, ταυτισμένες θα έλεγα, με τον “Επιτάφιο” ή την “Καταχνιά”. Αλλά και την φωνή του Κατράκη να εμψυχώνει τα κείμενα από το Άξιον Εστί ως τον “Θρήνο στον Σάντζεθ Ιγνάθιο Μεχίας” του Ξαρχάκου πάνω στο ποίημα του Λόρκα.
Αυτά είναι κορυφαία επιτεύγματα του νεοελληνικού μας πολιτισμού που γεννήθηκαν στην μαγική όσο και ολιγόχρονη δεκαετία του ’60 και είναι ντροπή τώρα να τα ισοπεδώνουμε και να τα “ιδιωτικοποιούμε”. Τα γέννησαν ένας ολόκληρος λαός και τα εξέφρασαν τα πιο ταλαντούχα του βλαστάρια μέσα από τεράστιες διώξεις και αντιξοότητες. Δεν ξεχνάω τον Μάνο – κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει– να μου αφηγείται πως του έσπασαν τα δόντια στη Λάρισα οι παρακρατικοί, ενώ συμμετείχε, το 1945 (;) στους Ενωμένους Καλλιτέχνες. Εξ ου και το τραγούδι “Τα παιδιά κάτω στον κάμπο”.
Ο μεγάλος Γκάτσος
Και έρχομαι τώρα στο άλλο τεράστιο μέγεθος που λέγεται Νίκος Γκάτσος. Ένας μεγάλος ποιητής που μετά το πρώτο του πρωτοποριακό έργο την “Αμοργό”:… Κι άμα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι… Αφοσιώθηκε εντελώς στο τραγούδι και την στιχουργική του δίνοντας μικρά διαμαντάκια σε όλους τους ευαίσθητους συνθέτες της εποχής του αλλά και συνεργαζόμενος σχεδόν αποκλειστικά με το Μάνο Χατζιδάκι, τον επιστήθιο φίλο του με τον οποίο μοιραζόταν κοινή αισθητική.
Τους θυμάμαι χρόνια να τρώνε και να συζητούν εντελώς απομονωμένοι στο GB της Μεγάλης Βρετανίας, σαν μην υπήρχε ο υπόλοιπος κόσμος γύρω τους. Ο Γκάτσος με τα εκατοντάδες τραγούδια του ανέβασε απίστευτα το επίπεδο του ελληνικού τραγουδιού μεταγγίζοντας – αληθινός δάσκαλος του γένους – στις μάζες την προσωπική του αισθητική κι όχι το, σύνηθες, αντίθετο. Δίπλα του ισάξια και ο Τάσος Λειβαδίτης ο οποίος κατάφερε να γράψει και μεγάλη ποίηση αλλά και συγκλονιστικά τραγούδια επιβίωσης. Σε πολύ δύσκολους καιρούς!
Για να ακολουθήσουν ο Μάνος Ελευθερίου, σπουδαία περίπτωση, ο άνισος αλλά τόσο προικισμένος Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο πολύτιμος Άλκης Αλκαίος, ο Κώστας Τριπολίτης, ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, η Σώτια Τσώτου και βέβαια η Λίνα Νικολακοπούλου αλλά και πολλοί άλλοι. Δεν μιλώ για τους αποκλειστικά “λαϊκούς”, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, τον “Τσάντα” ή και τους Πυθαγόρα, Βίρβο, Κολοκοτρώνη κ.α γιατί δημιουργούν ένα εντελώς ξεχωριστό κεφάλαιο. Όπως επίσης οι Μποστ, Σακελλάριος και Λογό. Άλλο επίσης κεφάλαιο είναι οι τραγουδοποιοί μας με κορυφαίο ασφαλώς τον Διονύση Σαββόπουλο. Μεγάλο ποιητή.
Σε ποιον ανήκει το τραγούδι;
Σε ποιόν λοιπόν ανήκουν τα τραγούδια μας; Είναι λαϊκισμός, άραγε, αυτό το πρώτο, πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιώ; Μία συγκροτημένη και με αυτογνωσία κοινωνία θα είχε λύσει προ πολλού τέτοια ζητήματα αλλά εμείς φαίνεται πως έχουμε ακόμη με πολλά φαντάσματα να παλέψουμε. Μόλις χθες ιδιωτικοποιήθηκε ολόκληρη η πολιτιστική μας κληρονομιά – εντελώς στα μουγκά από πλευράς διανόησης – για να ανατεθεί η… ανάπτυξή της εν λευκώ σε λίγα πρόσωπα που θα ανήκουν αποκλειστικά στο στενό κύκλο μιας σκοτεινής και αδίστακτης υπουργού.
Αλλά και ενός πρωθυπουργού που δεν άντεξε την διαμαρτυρία του Σταύρου Ξαρχάκου για την απέραντη καζινοποίηση της χώρας και τον τζόγο που κυριαρχεί παντού κι αποχώρησε από την εκδήλωση της Βουλής (!) μην αντέχοντας τα τραγούδια του. Δικαιοσύνη… Αφού αυτός είναι ο πολιτισμός τους. Και εκφράζεται μέσα από μάνατζερ, πρότζεκτ, πλαν, σπόνσοριγκ, φαντς και… ιδιωτικοποιήσεις. Επίσης μόλις πρόσφατα η Αγαθή Δημητρούκα – που επίσης νοιάζεται για το έργο του Γκάτσου – υπερασπίστηκε τον “Γιάννη τον φονιά” απέναντι στους νομικισμούς και την ανησυχία (!) του Γιώργου του δραχμοφονιά (επιτρέψτε μου το κρύο αστείο, αλλά ταιριάζει με την περίσταση).
Είμαστε λοιπόν τόσο λάθος όλοι εμείς που μεγαλώσαμε και πονέσαμε με αυτά τα τραγούδια; Που τα θεωρούμε δικά μας και που τα τραγουδάμε– και τα χορεύουμε! – με κάθε ευκαιρία; “Σ’ ευχαριστώ ω εταιρεία!” Που θα έλεγε κι ο Νιόνιος. Ναι, ο Μάνος αλλά και ο Νίκος, ο Μίκης όχι, ήσαν τόσο εστέτ όσο και βαθιά λαϊκοί. Επειδή ήσαν βαθιά ερωτικοί. Όμως το ταλέντο και το πάθος δεν κληροδοτούνται. Ούτε χωράνε σε διαθήκες και δικόγραφα, αλλά μόνο ο σνομπισμός. Ευτυχώς…
ΥΓ. Γράφω από μνήμης, χωρίς διαδίκτυο, παρά θιν’ αλός. Παρακαλώ συγχωρήστε μου τυχόν παροράματα.





