Τα όρια αντοχής της αμερικανικής οικονομίας
21/09/2026
Στις 19 Αυγούστου, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοινώνει πως αυξάνει τις επαναγορές ομοσπονδιακών τίτλων από τα $2 στα $4 δισεκατομμύρια, αλλά στις 10 Σεπτεμβρίου μεταβάλλει την στάση του και αυξάνει το εύρος επαναγορών στα $5 έως $10 δισεκατομμύρια.
Σε μία αγορά αμερικανικών ομολόγων της τάξης των 32 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, το μέγεθος των επαναγορών κρίνεται ασήμαντο, πλην όμως η συμπεριφορά του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών προκαλεί επιπλοκές ζωτικής σημασίας για τους επενδυτές.
Αναμφίβολα τα ανώτατα επίπεδα των επαναγορών δεν αποτελούν φραγές, αλλά απλώς κάποια όρια και σε δηλώσεις του μία ημέρα μετά τις τελευταίες ανακοινώσεις στο οικονομικό τηλεοπτικό δίκτυο CNBC, ο Scott Bessent εξηγεί πως το υπουργείο Οικονομικών πρόκειται «να δημιουργήσει μία αγορά με τις εξαγορές ομολόγων». Όπως διευκρινίζει, το πρόγραμμα του υπουργείου αποτελεί μία προσπάθεια να κατασιγασθεί ο “πυρετός” που κυριαρχεί στην αγορά ομολόγων.
Οπωσδήποτε οι επαναγορές ομολόγων δεν αποτελούν κάτι καινοφανές. Το υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί επαναγορές μετά το 2000 και τις επαναλαμβάνει το 2024, δηλώνοντας επίσημα πως προσπαθεί να βελτιώσει την ρευστότητα στους τίτλους μεγάλης διαρκείας που δεν έχουν μεγάλη εμπορευσιμότητα.
Επαναγορές για να κοπάσει η αναταραχή
Η ζωτική μεταβολή του Αυγούστου αφορά το γεγονός ότι ο υπουργός Οικονομικών δεν θέτει ζήτημα ρευστότητας αλλά θέμα επιτοκίων, με το τριακονταετές ομόλογο να φθάνει στο επίπεδο του 5,5% -το υψηλότερο από το 2007- και το δεκαετές να διασπά ανοδικά το επικίνδυνο ψυχολογικά φράγμα του 5%.
Κατά τον Scott Bessent, τα επίπεδα των επιτοκίων δεν ανταποκρίνονται στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της χώρας, οπότε αποφασίζει να διευρύνει το πρόγραμμα των επαναγορών. Αναμφίβολα έχει το δικαίωμα να το χαρακτηρίζει όπως ο ίδιος προκρίνει, κυρίως για επικοινωνιακούς λόγους, αλλά η επιπλοκή καθίσταται προφανής, από την στιγμή που το υπουργείο του εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ζήτημα των επιτοκίων και κινείται πυροσβεστικά για να κατασιγάσει την αναταραχή της αγοράς.
Σε πρόσφατη εμφάνισή τους στο οικονομικό τηλεοπτικό δίκτυο CNBC, δύο ανώτατοι αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών, αποκαλύπτουν πως θα αξιοποιηθεί για τις επαναγορές ο Γενικός Λογαριασμός του υπουργείου στην Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα (FED), ύψους περίπου $1 τρισεκατομμυρίου, που αντιπροσωπεύει το ισοζύγιο του υπουργείου. Η πληροφορία αποκαλύπτει πως δεν πρόκειται να συγκεντρωθούν χρήματα με νέες επιπλέον πωλήσεις εντόκων γραμματίων, ώστε να αποφευχθούν ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια.
Το χρέος στα 41 τρισ.
Εάν το Υπουργείο Οικονομικών προχωρήσει σε επαναγορές, αξιοποιώντας ποσά από τον προϋπολογισμό του ομοσπονδιακού δημοσίου, θα προσπαθήσει να μειώσει τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων ομολόγων. Όταν η FED, εφαρμόζει πρόγραμμα της συγκεκριμένης μορφής, τότε πρόκειται για πολιτική Πιστωτικής Επέκτασης (QE), αλλά όταν αυτό αφορά ενέργεια του υπουργείου Οικονομικών, τότε πρόκειται για μία διαφορετική διευθέτηση και μάλλον ασυνήθιστη για τις αγορές.
Οπωσδήποτε η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν συνιστά μέτρο εκτάκτου ανάγκης, από την στιγμή που οι δημοπρασίες τίτλων του ομοσπονδιακού δημοσίου συνεχίζονται αδιάλειπτα και η αγορά τους δεν καταρρέει. Όμως αποτελεί ένα ισχυρό σήμα που δεν συγκλίνει προς την διάσωση των επενδυτών, διότι το ζήτημα δεν αφορά τα όσα ισχυρίζεται ο νέος επικεφαλής της FED Kevin Warsh.
Αντίθετα εστιάζεται στο ζήτημα του ποιος απορροφά τους εκδιδόμενους τίτλους, όταν το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού υπερβαίνει το 6%, χωρίς η χώρα να αντιμετωπίζει εμπόλεμες συνθήκες ή σοβαρές υφεσιακές πιέσεις, ενώ τα φορολογικά έσοδα δεν καλύπτουν πλέον τις υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του χρέους που φθάνει τα $41 τρισεκατομμύρια. Από την άλλη πλευρά ο νέος κεντρικός τραπεζίτης εμπιστεύεται την πολιτική των υψηλών επιτοκίων, της ισχυροποίησης του δολαρίου και της καταπολέμησης του πληθωρισμού.
Επιτόκια και παρέμβαση
Η αγορά αντιλαμβάνεται πλέον πως όταν τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων ομολόγων τείνουν να εκτροχιασθούν, η κυβέρνηση παρεμβαίνει, αντί να επιτρέψει στην αγορά να αναζητήσει τις ισορροπίες. Πρόκειται ουσιαστικά για προσδιορισμό ορίων αντοχής, από την στιγμή που τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων τίτλων σηματοδοτούν και μία πολιτική οροφή.
Κάθε φορά που το επιτόκιο του δεκαετούς ή του τριακονταετούς κινείται σε επίπεδα που κατά το Υπουργείο Οικονομικών δηλώνουν συμπτώματα “πυρετού” της αγοράς, θα επιχειρείται παρέμβαση και όχι προσαρμογή. Η συγκεκριμένη επιλογή συνεπάγεται πως τα επιτόκια θα ορίζονται σε κυβερνητικό επίπεδο και μάλιστα σε περίοδο που ο πληθωρισμός κινείται εκτός του στόχου της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας.
Δημιουργούνται συνθήκες που ευνοούν τα πολύτιμα μέταλλα και παρά την πρόβλεψη της DEUTSCHE BANK τον Ιούλιο για περαιτέρω υποχώρηση των τιμών από τα τότε κατώτατα επίπεδα κατά επιπλέον 20%, οι τιμές επιστρέφουν στα επίπεδα του περασμένου Δεκεμβρίου. Δεν πρόκειται οπωσδήποτε για ένδειξη κατάρρευσης του συστήματος, αλλά για σήμα που δηλώνει πως οι διαχειριστές του επιλέγουν να χειραγωγούν τις τιμές των επιτοκίων, αντί να τις αποδέχονται όπως προκρίνει η αγορά.





