Αντιμέτωπη η Ευρώπη με το μεταναστευτικό
10/08/2026
Τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στη Θέουτα, όπου τουλάχιστον 88 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να φτάσουν στον ισπανικό θύλακα της Βόρειας Αφρικής, ανέδειξαν με τον πιο σκληρό τρόπο τα όρια στα οποία είναι διατεθειμένοι να φτάσουν κάποιοι για να περάσουν στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, ανέδειξαν το πόσο αποκομμένη από την πραγματικότητα έχει γίνει η ευρωπαϊκή προσέγγιση στο μεταναστευτικό.
Η Ιταλία επανέφερε τους συνοριακούς ελέγχους για τους ταξιδιώτες που έφταναν από την Ισπανία και ανακοίνωσε «αναστολή» διάρκειας ενός μήνα της ζώνης ελεύθερης κυκλοφορίας Σένγκεν. Η Δανία και η Φινλανδία πρότειναν, αντίστοιχα, να αποβληθεί η Ισπανία από τη Σένγκεν.
Και οι 22 ηγέτες της ΕΕ, με επικεφαλής την Τζόρτζια Μελόνι και τη Μέτε Φρεντέρικσεν, υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή στην οποία υπογράμμιζαν την «ετοιμότητά τους να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο» για να εμποδίσουν τη μετακίνηση μεταναστών προς την ηπειρωτική Ευρώπη.
Κανένας από αυτούς τους ηγέτες δεν φάνηκε να γνωρίζει, ή έστω να ενδιαφέρεται ότι η Θέουτα βρίσκεται ουσιαστικά ήδη εκτός της ζώνης Σένγκεν: Έλεγχοι διαβατηρίων και θεωρήσεων πραγματοποιούνταν και πραγματοποιούνται για όλους όσοι αναχωρούν από την περιοχή. Η απαίτηση για αναστολή της Σένγκεν, με άλλα λόγια, είχε περίπου τόσο νόημα όσο το να απαιτούσε κανείς να μεταφερθεί η Θέουτα… στη Νότια Αφρική.
Επιπλέον, το μικροσκοπικό μέγεθος της Θέουτας – λίγο κάτω από 20 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή, περίπου το ένα όγδοο της έκτασης των Βρυξελλών – και οι στενές σχέσεις της ΕΕ με το Μαρόκο, που συνορεύει με τον ισπανικό θύλακα, σήμαιναν ότι η συντριπτική πλειονότητα των περίπου 80.000 ανθρώπων που κολύμπησαν, σκαρφάλωσαν ή σύρθηκαν για να μπουν στην περιοχή, ήταν πολύ πιθανό να επιστραφούν. Πράγματι, λιγότερο από 48 ώρες αργότερα, οι περισσότεροι είχαν ήδη επιστραφεί.
Γιατί η υστερική αντίδραση της Ευρώπης;
Εν μέρει πρόκειται για πολιτική εκμετάλλευση: Το περιστατικό αποτέλεσε την τέλεια ευκαιρία για τη Μελόνι, τη Φρεντέρικσεν και άλλους ηγέτες που στρέφονται κατά των μεταναστών να επιτεθούν στις πολιτικές του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, τις οποίες θεωρούν φιλικές προς τους μετανάστες. Ωστόσο φαίνεται, επίσης, να αντανακλά μια ανησυχητική άγνοια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πραγματικότητα η μετανάστευση.
Ενδεικτικό είναι ότι στην επιστολή που υπέγραψαν η Μελόνι, η Φρεντέρικσεν και οι υπόλοιποι δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά σε μία από τις βασικές αιτίες της κρίσης, η οποία έχει επιβεβαιωθεί από εκτενή επιτόπια δημοσιεύματα των New York Times, του Reuters και άλλων διεθνών μέσων: Την οικονομική εξαθλίωση που βιώνουν πολλοί άνθρωποι, ιδιαίτερα οι νέοι, στο Μαρόκο, όπου το ένα τρίτο [των νέων] ηλικίας 15 έως 25 ετών είναι άνεργο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι μικρότερο από το ένα όγδοο εκείνου της Ισπανίας.
Ενδεικτικά, στη δική της επιστολή προς τον Σάντσεθ, η οποία δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, και όχι των βαθύτερων αιτιών των μεταναστευτικών ροών, για παράδειγμα, στην ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, στην αποτροπή της διακίνησης ανθρώπων και στην ενίσχυση των επιστροφών.
Στην πραγματικότητα, η επιστολή περιείχε μόνο μία σύντομη αναφορά στην ανάγκη βελτίωσης των οικονομικών προοπτικών των τρίτων χωρών: Η Ευρώπη, έγραψε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πρέπει «να ξεπεράσει τη διαχείριση της μετανάστευσης, ώστε να μπορέσουμε να συμβάλουμε στη δημιουργία των κατάλληλων ευκαιριών για τους ανθρώπους στις χώρες τους».
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι πολλά μέσα ενημέρωσης που δημοσίευσαν ρεπορτάζ για την επιστολή δεν μπήκαν καν στον κόπο να αναφέρουν αυτό το σημείο. Αντίθετα, επικαλέστηκαν την πιο αόριστη πρόταση της φον ντερ Λάιεν για «βελτίωση», σημειωτέον, όχι αύξηση της οικονομικής στήριξης της ΕΕ προς το Μαρόκο.
Το λάθος της Ευρώπης
Δυστυχώς, οι σημερινές ενέργειες της Ευρώπης απλώς αυξάνουν την πιθανότητα να επαναληφθούν στο μέλλον περιστατικά παρόμοια με εκείνα της Θέουτας. Οι πλούσιες χώρες, μεταξύ αυτών και οι ευρωπαϊκές, έχουν περικόψει δραστικά τους προϋπολογισμούς τους για την εξωτερική βοήθεια τα τελευταία χρόνια, καθώς η γεωπολιτική αναταραχή τις ωθεί να δίνουν προτεραιότητα στις δαπάνες για άμυνα και ασφάλεια έναντι της αναπτυξιακής βοήθειας.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ [σ.σ. μια ομάδα που αποτελείται κυρίως από πλούσιες χώρες] τα πλούσια κράτη μείωσαν το 2025 την αναπτυξιακή βοήθεια κατά 23,1%, στο επίπεδο-ρεκόρ των 174,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι περικοπές της αμερικανικής βοήθειας ευθύνονταν για τα τρία τέταρτα της μείωσης, όμως σημαντικές περικοπές σημειώθηκαν και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, με τη Γερμανία, τη Γαλλία και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να μειώνουν όλες τις σχετικές δαπάνες κατά τουλάχιστον 10%.
Η καθαρή αναπτυξιακή βοήθεια προς το Μαρόκο έχει υποστεί ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα, καθώς μειώθηκε από 2,83 δισεκατομμύρια δολάρια το 2017 σε 1,03 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, δηλαδή κατά σχεδόν δύο τρίτα. Όπως έχει προειδοποιήσει ο Αλεξάντερ Ντε Κρο, επικεφαλής του ΟΗΕ για την ανάπτυξη και πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου, τέτοιες περικοπές αυξάνουν αναπόφευκτα την πιθανότητα μελλοντικών μεταναστευτικών κρίσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική αλλαγή και οι ένοπλες συγκρούσεις οδηγούν ήδη πολλούς ανθρώπους του Παγκόσμιου Νότου προς τον Βορρά.
Ο Ντε Κρο υπογραμμίζει ότι η παγκόσμια σταθερότητα συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών, την ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη διαμόρφωση κοινωνιών χωρίς αποκλεισμούς. Κατά την άποψή του, η ενίσχυση των οικονομικών προοπτικών στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στις μεταναστευτικές πιέσεις. Προειδοποιεί, παράλληλα, ότι το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσε να κάνει η Ευρώπη θα ήταν να γυρίσει την πλάτη της στον υπόλοιπο κόσμο.
Ωστόσο, η αύξηση της αναπτυξιακής βοήθειας δεν αποτελεί πανάκεια. Άλλωστε, τα γεγονότα στη Θέουτα φαίνεται ότι πυροδοτήθηκαν και από άλλους παράγοντες, συγκεκριμένα από εκστρατείες παραπληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και από πολιτικές διαφωνίες μεταξύ Ραμπάτ και Μαδρίτης.
Επιπλέον, η μεγαλύτερη μεταναστευτική ροή προς την ΕΕ στη σύγχρονη ιστορία της, τα εκατομμύρια Ουκρανών που εισήλθαν στην Ένωση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, δύσκολα θα μπορούσε να είχε αποτραπεί, εάν οι Βρυξέλλες παρείχαν αναπτυξιακή βοήθεια στη Μόσχα.
Ερωτήματα που δεν είναι ακαδημαϊκά
Πρώτον, η ολοένα και πιο εχθρική στάση των ηγετών απέναντι στους μετανάστες δεν έχει καταφέρει να περιορίσει – και πιθανότατα έχει ενισχύσει, τον δεξιό λαϊκισμό στην Ευρώπη. Το AfD στη Γερμανία, για παράδειγμα, είναι πλέον το δημοφιλέστερο κόμμα της χώρας και απειλεί να κερδίσει απόλυτη πλειοψηφία στις εκλογές των κρατιδίων του Σεπτεμβρίου. Η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα να εκλέξει πρόεδρο από το κόμμα της Λεπέν. Και η Ιταλία έχει ήδη μια πρωθυπουργό που εξυμνούσε τον Μουσολίνι, τη Μελόνι, η οποία ουδέποτε αποκήρυξε πλήρως τη νεοφασιστική κληρονομιά του κόμματός της. Η Φρεντέρικσεν, της οποίας οι αντι-μεταναστευτικές πολιτικές συχνά προβάλλονται ως παράδειγμα προς μίμηση για άλλους κεντρώους πολιτικούς, αποδυναμώθηκε επίσης σημαντικά στις φετινές βουλευτικές εκλογές στη Δανία. Η ακροδεξιά, αντίθετα, τριπλασίασε το ποσοστό των ψήφων της.
Δεύτερον, τίθεται το ερώτημα σε ποιον βαθμό η υπερβολική εστίαση της ΕΕ στη μετανάστευση έχει αποσπάσει πολύτιμη πολιτική προσοχή από άλλα, πιο επείγοντα προβλήματα. Ενδιαφέρει πραγματικά περισσότερο τους ψηφοφόρους η δημιουργία κόμβων επιστροφής από ό,τι, για παράδειγμα, η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων;
Θα έπρεπε πράγματι η απέλαση Σύρων υπηκόων να αποτελεί προτεραιότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία χάνει μαζικά θέσεις εργασίας στη μεταποίηση; Και είναι πράγματι η ενίσχυση των συνόρων της ΕΕ αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης του λαϊκιστικού εξτρεμισμού, από την αύξηση των πραγματικών μισθών;
Ώρα Αποφάσεων
Στην πραγματικότητα, κάποια στιγμή στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, η δημογραφική πραγματικότητα θα υποχρεώσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της ΕΕ να τα αντιμετωπίσουν. Όπως επισημαίνει ο Μάριο Ντράγκι στην έκθεσή του για την οικονομία της ΕΕ, η μείωση των γεννήσεων σημαίνει ότι η Ένωση «εισέρχεται στην πρώτη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας της κατά την οποία η ανάπτυξη δεν θα υποστηρίζεται από την αύξηση του πληθυσμού».
Όπως επίσης σημειώνει, η προβλεπόμενη απώλεια δύο εκατομμυρίων εργαζομένων κάθε χρόνο από το 2040 θα μπορούσε να αντισταθμιστεί με υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτό, όμως, θα απαιτήσει από την ΕΕ να βάλει σε τάξη την οικονομία της, κάτι που οι ηγέτες της, οι οποίοι έχουν εμμονή με το μεταναστευτικό, φαίνεται να είναι εκ φύσεως ανίκανοι να κάνουν.
Εάν δεν υπάρξει αύξηση της παραγωγικότητας, υπάρχουν μόνο δύο ρεαλιστικές εναλλακτικές: Υψηλότερα επίπεδα μετανάστευσης, ή μόνιμη οικονομική στασιμότητα. Δυστυχώς, οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι η Ευρώπη τείνει να επιλέξει το δεύτερο.





