Τι σημαίνει η ανακήρυξη τουρκικών θαλάσσιων πάρκων σε βόρειο Αιγαίο και Δωδεκάνησα
17/08/2026
Η Τουρκία, με τις Προεδρικές Αποφάσεις 11626 και 11627, που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16 Αυγούστου 2026, προχώρησε στον χαρακτηρισμό εθνικών θαλάσσιων περιοχών ως “Fethiye-Kaş Deniz Millî Parkı” και “Kuzey Ege Deniz Millî Parkı”. Σε πρώτη ανάγνωση, πρόκειται για περιβαλλοντική πολιτική.
Σε δεύτερη, όμως, ανάγνωση ανακύπτει ένα ευρύτερο ζήτημα διεθνούς δικαίου και γεωπολιτικής: Κατά πόσον ένας περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο σταδιακής εμπέδωσης μιας μονομερούς αντίληψης για τα θαλάσσια όρια και τις δικαιοδοσίες;
Δεν πρέπει να γίνει το λάθος να θεωρηθεί ότι κάθε τουρκικό θαλάσσιο πάρκο αποτελεί αυτομάτως παράνομη πράξη, ή ότι η Τουρκία στερείται δικαιώματος προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Ένα τέτοιο επιχείρημα θα ήταν νομικά υπερβολικό και πολιτικά αντιπαραγωγικό. Το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται αλλού. Το κρίσιμο δεν είναι ο χαρακτηρισμός, αλλά οι συντεταγμένες.
Ένα κράτος μπορεί να θεσπίζει, στο πλαίσιο της εσωτερικής του έννομης τάξης, καθεστώτα προστασίας του περιβάλλοντος στις θαλάσσιες περιοχές όπου διαθέτει νόμιμη δικαιοδοσία. Μπορεί να καθορίζει ζώνες προστασίας, να απαγορεύει συγκεκριμένες δραστηριότητες και να θεσπίζει κανόνες για την προστασία της βιοποικιλότητας.
Δεν μπορεί όμως, μέσω μιας τέτοιας εσωτερικής πράξης, να δημιουργήσει μονομερώς διεθνώς δεσμευτικό θαλάσσιο όριο έναντι άλλου κράτους. Αυτό είναι θεμελιώδες. Η ύπαρξη χαρτών και γεωγραφικών συντεταγμένων προσδίδει ακρίβεια στην εφαρμογή του εσωτερικού καθεστώτος. Δεν μετατρέπει όμως τις συντεταγμένες αυτές σε διεθνώς συμφωνημένη γραμμή οριοθέτησης. Επομένως, η ελληνική πλευρά πρέπει να εξετάσει, όχι απλώς τον τίτλο των αποφάσεων, αλλά το ακριβές γεωγραφικό αποτύπωμά τους. Εκεί βρίσκεται η ουσία.
Το Fethiye-Kaş και το Καστελλόριζο
Η περιοχή Fethiye-Kaş έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα, επειδή βρίσκεται απέναντι από το Καστελλόριζο. Το Καστελλόριζο δεν είναι μια “ειδική περίπτωση” που μπορεί να εξαφανιστεί από έναν χάρτη, επειδή βρίσκεται κοντά στις τουρκικές ακτές. Είναι ελληνικό έδαφος. Και τα νησιά, ως γενική αρχή του δικαίου της θάλασσας, διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Το διαφορετικό ζήτημα είναι το αποτέλεσμα της οριοθέτησης όταν υπάρχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές.
Επομένως, εάν οι τουρκικές συντεταγμένες θεωρηθούν ότι επιχειρούν να αποτυπώσουν μια θέση που περιορίζει εκ των προτέρων τα θαλάσσια δικαιώματα του Καστελλορίζου, η Ελλάδα οφείλει να το καταστήσει απολύτως σαφές ότι δεν αναγνωρίζει καμία τέτοια οριοθετική συνέπεια.
Εδώ αποκτούν σημασία τα άρθρα 74 §3 και 83 §3 της UNCLOS. Όταν η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών δεν έχει συμφωνηθεί, τα ενδιαφερόμενα κράτη οφείλουν να καταβάλλουν προσπάθειες για προσωρινές πρακτικές ρυθμίσεις και να αποφεύγουν ενέργειες που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο, ή να παρεμποδίσουν την επίτευξη τελικής συμφωνίας.
Η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει κάθε μονομερή δραστηριότητα. Απαγορεύει όμως, κατά τη διεθνή νομική προσέγγιση, τη δημιουργία καταστάσεων που μπορούν να υπονομεύσουν την τελική οριοθέτηση. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί δυναμικά και πρακτικά η ελληνική προσοχή.
Απόπειρα επιθετικής αλλαγής του status quo
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν ένα τετελεσμένο ονομαστεί “ενεργειακή πολιτική”, “περιβαλλοντική προστασία”, “θαλάσσιο πάρκο” ή “διοικητική ρύθμιση”. Σημασία έχει τι έννομες και πραγματικές συνέπειες επιχειρεί να παράγει. Και εκεί χρειάζονται όρια, τόσο λεκτικά όσο και επί του πεδίου εάν χρειαστεί. Η προστασία του περιβάλλοντος και η άσκηση δικαιοδοσίας είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Το γεγονός ότι μία περιοχή χαρακτηρίζεται εθνικό θαλάσσιο πάρκο δεν σημαίνει ότι το κράτος που την χαρακτηρίζει αποκτά αυτομάτως αποκλειστική δικαιοδοσία επί κάθε δραστηριότητας στην περιοχή. Επομένως, εάν στο μέλλον ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός χρησιμοποιηθεί ως βάση για παρεμπόδιση ελληνικής ναυσιπλοΐας, αλιείας, επιστημονικής έρευνας ή άλλης νόμιμης δραστηριότητας σε περιοχή όπου η Τουρκία δεν διαθέτει σχετική δικαιοδοσία, τότε το ζήτημα αλλάζει χαρακτήρα.
Δεν θα πρόκειται πλέον απλώς για περιβαλλοντικό μέτρο. Θα πρόκειται για άσκηση δικαιοδοσίας και, ενδεχομένως, για αμφισβήτηση δικαιωμάτων άλλου κράτους. Η Αθήνα πρέπει να αντιμετωπίσει κάθε τουρκική περιβαλλοντική πρωτοβουλία ως απόπειρα επιθετικής αλλαγής του status quo.
Η Ελλάδα έχει μεν συμφέρον να υποστηρίζει με συνέπεια ότι η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος είναι θεμιτός και αναγκαίος σκοπός, οφείλει δε να απορρίψει τη χρησιμοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής ως μέσου παραγωγής οριοθετικών αποτελεσμάτων.
Η διάκριση αυτή είναι απολύτως κρίσιμη.
Tί πρέπει να κάνει η Ελλάδα
Η ελληνική αντίδραση πρέπει, κατά την άποψή μου, να κινηθεί σε τρία επίπεδα: Πρώτον, να αναγνωρίσει το γενικό δικαίωμα κάθε κράτους να προστατεύει το θαλάσσιο περιβάλλον εντός της νόμιμης δικαιοδοσίας του. Το κάνει ήδη και η Ελλάδα. Δεύτερον, να δηλώσει ρητά ότι οι τουρκικές αποφάσεις, οι χάρτες και οι συντεταγμένες τους δεν αναγνωρίζονται ως διεθνής οριοθέτηση και δεν μπορούν να επηρεάσουν τα ελληνικά δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Τρίτον, να καταστήσει σαφές ότι οποιοδήποτε εφαρμοστικό μέτρο υπερβαίνει τη νόμιμη τουρκική δικαιοδοσία θα αξιολογηθεί αυτοτελώς και θα αντιμετωπιστεί με τα διαθέσιμα μέσα του διεθνούς δικαίου, ακόμα και δυναμικά επί του πεδίου. Αυτή η προσέγγιση είναι νομικά ισχυρότερη από μια γενικευμένη καταγγελία, ενώ τέλος, υπάρχει μία παράμετρος που δεν πρέπει να αγνοηθεί.
Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος είναι κοινό περιβαλλοντικό οικοσύστημα. Η ρύπανση, η υπεραλίευση, η κλιματική αλλαγή και η προστασία της βιοποικιλότητας δεν σταματούν στα όρια μιας εθνικής δικαιοδοσίας. Η Ελλάδα θα μπορούσε υποθετικά, να συνεργαστεί με μία καλόπιστη Τουρκία για αυτά τα ζητήματα. Αλλά η συνεργασία πρέπει να είναι λειτουργική και όχι οριοθετική:
- Να προστατεύει τη θάλασσα χωρίς να προδικάζει τα σύνορα.
- Να παράγει περιβαλλοντικό αποτέλεσμα χωρίς να δημιουργεί νομική αναγνώριση.
- Να μην επιτρέπει σε μία περιβαλλοντική συμφωνία να μετατραπεί εκ των υστέρων σε επιχείρημα περί αποδοχής συγκεκριμένης θαλάσσιας γραμμής.
Θαλάσσια πάρκα και τετελεσμένα
Οι δύο τουρκικές αποφάσεις δεν πρέπει ούτε να υποτιμηθούν ούτε να υπερδραματοποιηθούν. Δεν αποτελούν από μόνες τους διεθνή συμφωνία οριοθέτησης. Δεν μπορούν, όμως, και να αντιμετωπισθούν ως μια απλή διοικητική λεπτομέρεια χωρίς γεωπολιτική σημασία, ιδίως εάν οι συντεταγμένες τους συμπίπτουν με ευρύτερες τουρκικές θέσεις για το θαλάσσιο χώρο.
Το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι να εμποδίσει τη δημιουργία σωρευτικών τετελεσμένων. Γιατί τα τετελεσμένα δεν δημιουργούνται πάντοτε με μία μεγάλη και θεαματική πράξη. Μπορούν να δημιουργούνται σταδιακά, με έναν χάρτη, μία συντεταγμένη, έναν κανονισμό, ένα διοικητικό μέτρο, μία εφαρμοστική πράξη και, τελικά, με την επίκληση της προηγούμενης πρακτικής ως «δεδομένου». Επομένως, η ελληνική θέση πρέπει να είναι σταθερή και απλή:
- Προστασία του περιβάλλοντος, Ναι.
- Διεθνής συνεργασία, Ναι.
- Μονομερής οριοθέτηση μέσω περιβαλλοντικών χαρακτηρισμών, Όχι.
Η θάλασσα πρέπει να προστατεύεται. Τα θαλάσσια όρια, όμως, δεν χαράσσονται μονομερώς με περιβαλλοντικές αποφάσεις…





