Από τον Γιανναρά στον Λουδοβίκο – Η κριτική δεν αρκεί για να φτιάξει σχολή
29/08/2026
Ο Χρήστος Γιανναράς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες στοχαστές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Επηρέασε βαθιά τη γλώσσα με την οποία ένα μεγάλο μέρος του ορθόδοξου χώρου μίλησε για το πρόσωπο, την κοινότητα, την Εκκλησία, τη νεωτερικότητα, τον ατομοκεντρισμό, την ελληνικότητα και τη Δύση. Κι όμως, υπάρχει ένα παράδοξο που γίνεται περισσότερο ορατό όσο απομακρυνόμαστε από την εποχή της ακμής του. Ο Γιανναράς δεν έγινε σχολή.
Ο Γιανναράς δεν έγινε δηλαδή εκείνο που έγινε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο π. Γεώργιος Μεταλληνός ή, με διαφορετικό τρόπο, ο μητροπολίτης Ιερόθεος Βλάχος. Σήμερα μπορεί κάποιος να πει “κατά τον Ρωμανίδη”, “όπως έχει δείξει ο Μεταλληνός”, “όπως το συστηματοποιεί ο Ιερόθεος Βλάχος” και ο αναγνώστης να γνωρίζει περίπου σε ποιο ερμηνευτικό σύμπαν αναφέρεται. Υπάρχουν θέσεις, αφετηρίες, μέθοδος και συνέχεια.
Με τον Γιανναρά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η επίδρασή του υπήρξε τεράστια, αλλά διάχυτη. Το λεξιλόγιό του πέρασε σε πολλούς, οι προβληματισμοί του έγιναν κοινός τόπος, οι διακρίσεις του χρησιμοποιούνται ακόμη και από ανθρώπους που δεν τον έχουν διαβάσει. Αλλά σπάνια ακούμε: “αυτό το γνωρίζουμε επειδή το έδειξε ο Γιανναράς“. Δεν άφησε πίσω του ένα παράδειγμα πάνω στο οποίο να μπορεί να οικοδομηθεί μια σχολή.
Γιατί; Η εύκολη απάντηση είναι ότι υπήρξε περισσότερο φιλόσοφος και συνθετικός στοχαστής παρά συστηματικός θεολόγος ή ιστορικός. Αυτό είναι αληθινό, αλλά δεν αρκεί. Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Ο Γιανναράς έφθασε σε μια εξαιρετικά ριζοσπαστική διάγνωση, αλλά δεν είχε το σθένος να φθάσει μέχρι τις τελευταίες συνέπειές της.
Ο ίδιος περιέγραψε δύο κόσμους που δεν διαφέρουν απλώς σε επιμέρους απόψεις. Από τη μια το πρόσωπο και από την άλλη το άτομο. Από τη μια η κοινωνία και από την άλλη ο ατομοκεντρισμός. Από τη μια η αλήθεια ως τρόπος υπάρξεως και σχέση, από την άλλη η αλήθεια ως αντικειμενική κατοχή και ιδεολογική βεβαιότητα. Από τη μια η Εκκλησία ως γεγονός κοινωνίας, από την άλλη η θρησκεία ως ατομική ηθική και μεταφυσική εξασφάλιση. Αν όμως όλα αυτά είναι αληθινά, τότε δεν έχουμε δύο απόψεις μέσα στον ίδιο πολιτισμό. Έχουμε δύο διαφορετικές ανθρωπολογίες, δύο διαφορετικές γνωσιολογίες, τελικά δύο διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως. Και κάπου εκεί ο Γιανναράς σταμάτησε.
Δεν κατέβηκε από το λεωφορείο. Συνέχισε να συνομιλεί με τον κόσμο που ο ίδιος είχε περιγράψει ως ριζικά διαφορετικό. Συνέχισε να αναζητά στη δυτική φιλοσοφία τον μεγάλο συνομιλητή του. Ο Χάιντεγκερ παρέμενε παρών. Η νεωτερικότητα παρέμενε παρούσα. Η δυτική διανόηση παρέμενε το πεδίο στο οποίο έπρεπε να τεθεί το ορθόδοξο ερώτημα. Και εδώ αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό η επί δεκαετίες παρουσία του στην “Καθημερινή”. Το ερώτημα δεν είναι πώς η “Καθημερινή” χωρούσε τον Γιανναρά. Μια μεγάλη αστική εφημερίδα μπορεί κάλλιστα να φιλοξενεί έναν “αιρετικό” διανοούμενο. Μπορεί μάλιστα να τον χρειάζεται. Η παρουσία μιας αντισυμβατικής φωνής επιβεβαιώνει την πολυφωνία της χωρίς να απειλεί αναγκαστικά τις θεμελιώδεις παραδοχές της.
Γιανναράς και “Καθημερινή”
Το πραγματικό ερώτημα είναι το αντίστροφο: Πώς χωρούσε ο Γιανναράς τον εαυτό του επί δεκαετίες στην “Καθημερινή”; Πώς ένας στοχαστής που περιέγραφε τον νεωτερικό τρόπο ως ανθρωπολογικά και πολιτισμικά διαφορετικό από τον εκκλησιαστικό τρόπο μπορούσε να παραμένει επί δεκαετίες οργανικός συνομιλητής ενός από τα χαρακτηριστικότερα μέσα της ελληνικής αστικής νεωτερικότητας;
Δεν πρόκειται για το αν έπρεπε να γράφει ή να μη γράφει σε μια συγκεκριμένη εφημερίδα. Η “Καθημερινή” εδώ είναι περισσότερο σύμβολο παρά κατηγόρημα. Το ζήτημα είναι ότι ο Γιανναράς δεν αποδέχθηκε υπαρξιακά όλο το κόστος της δικής του διανοητικής διαπίστωσης. Έλεγε ότι βρισκόμαστε απέναντι σε άλλον πολιτισμό, αλλά εξακολουθούσε να του μιλά σαν να μπορούσε να τον πείσει.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η τεράστια διαφορά με τον Ιωάννη Ρωμανίδη. Ο Ρωμανίδης δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει αποδεκτός από το παράδειγμα που απέρριπτε. Και γι’ αυτό μπορούσε να γίνει ενοχλητικός, απόλυτος, μερικές φορές υπερβολικός. Αλλά ακριβώς αυτή η αποφασιστικότητα τού επέτρεψε να κάνει κάτι που ο Γιανναράς δεν έκανε. Να ορίσει σύνορα.
Δεν είπε απλώς ότι η δυτική θεολογία δίνει διαφορετικές απαντήσεις. Είπε ότι ξεκινά από διαφορετικές προϋποθέσεις. Δεν επιχείρησε απλώς να δώσει καλύτερη απάντηση στις ερωτήσεις της σχολαστικής θεολογίας. Αμφισβήτησε τις ίδιες τις ερωτήσεις. Έθεσε απέναντί τους την εμπειρική θεολογία, την κάθαρση, τον φωτισμό και τη θέωση, την εμπειρία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, τη Ρωμηοσύνη ως ιστορικό και εκκλησιαστικό κόσμο. Με τον Ρωμανίδη μπορεί κάποιος να διαφωνήσει σφόδρα. Δεν μπορεί όμως εύκολα να αναρωτηθεί από πού ξεκινά.
Τι ορίζει η Σχολή
Και ακριβώς αυτό χρειάζεται μια σχολή. Πρώτες αρχές. Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός προχώρησε με διαφορετικό τρόπο. Πήρε μεγάλο μέρος αυτής της ρήξης και το κατέβασε στο πεδίο της ιστορίας. Εκεί όπου ο Γιανναράς μπορούσε να μιλά για ελληνικό και δυτικό τρόπο, ο Μεταλληνός αναζητούσε το ιστορικό ίχνος. Ρωμηοσύνη, Φραγκοκρατία, Τουρκοκρατία, κοινότητες, εκκλησιαστικοί θεσμοί, κράτος, αυτοκέφαλο, βαυαρική Αντιβασιλεία, δυτικές επιδράσεις.
Γι’ αυτό ο Μεταλληνός έγινε σημείο αναφοράς. Δεν άφησε απλώς ισχυρές διατυπώσεις. Άφησε έναν τρόπο να πηγαίνεις από τη θέση στην πηγή και από την πηγή πίσω στην ερμηνεία. Ο μητροπολίτης Ιερόθεος Βλάχος έκανε το τρίτο βήμα. Συστηματοποίησε σε ένα τεράστιο και αναγνωρίσιμο corpus την πατερική και ησυχαστική θεολογία, τη θεραπευτική μέθοδο της Εκκλησίας, τη σχέση κάθαρσης, φωτισμού και θέοσης, τη διάκριση νου και λογικής και την εμπειρική γνώση του Θεού. Δεν άφησε απλώς ιδέες. Άφησε χάρτη. Γι’ αυτό και η διαφορά μεταξύ των τεσσάρων είναι τελικά αποκαλυπτική:
- Ο Ρωμανίδης άφησε παράδειγμα.
- Ο Μεταλληνός άφησε μέθοδο, ιστορική τεκμηρίωση και συνέχεια.
- Ο Ιερόθεος Βλάχος άφησε συστηματοποίηση.
- Ο Γιανναράς άφησε ένα εξαιρετικά ισχυρό λεξιλόγιο κριτικής.
- Αλλά το λεξιλόγιο δεν αρκεί για να γεννηθεί σχολή.
Το ίδιο πρόβλημα διακρίνεται σήμερα, ίσως ακόμη καθαρότερα, στον π. Νικόλαο Λουδοβίκο. Ο Λουδοβίκος είναι εξαιρετικά καλλιεργημένος, γνωρίζει βαθιά τη δυτική φιλοσοφία και θεολογία και διαθέτει σπάνια ικανότητα συνθέσεως. Κριτικάρει τη νεωτερικότητα, την ψυχανάλυση, τον ατομοκεντρισμό, τις δυτικές θεολογικές κατηγορίες. Αλλά και πάλι ο δυτικός κόσμος παραμένει ο μεγάλος συνομιλητής του. Διαρκώς συνομιλεί μαζί του. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα…





