ΑΦΗΓΗΜΑ

Πώς μια Αγιά-Μαρίνα πάντρεψε δύο ερωτευμένους

Πώς μια Αγιά-Μαρίνα πάντρεψε δύο ερωτευμένους

Πρόσφατα, μία καλλιτέχνις, δήλωσε δημόσια ότι ένα βραδάκι, στο χωριό που ήταν, είδε τον Χριστό! Είπε: «Τον είδα μπροστά μου λαμπερό, με τον κατάλευκο εκτυφλωτικό του χιτώνα, σαν φως από όλα τα αστέρια του σύμπαντος και ότι γνωρίζει και χαίρετε για την λατρεία, την πίστη, την εμπιστοσύνη και την αφοσίωση που έχω σε Αυτόν…».

Με αφορμή αυτή τη δημόσια εξομολόγηση, θυμήθηκα μία παλιά καλοκαιρινή (πραγματική) ιστορία, που άκουσα και κατέγραψα ακριβώς, την οποία θα αποκαλούσα “θαύμα”! Παρόλο που έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από το συμβάν, δε θεωρώ σωστό να δώσω στοιχεία για τον τόπο στον οποίον συνέβη.

Το “σκηνικό” του θαύματος

Επρόκειτο για ένα πεδινό χωριό, όχι κοντά στη θάλασσα, με εύφορο έδαφος, για οποιαδήποτε καλλιέργεια και με 300 (+) κατοίκους. Λίγες οικογένειες, είχαν δική τους γη, οπότε μερικοί ζούσαν στερημένα, αλλά ευπρεπώς! Θα μπορούσε το χωριό να χαρακτηριστεί, “προχωρημένο”, αφού είχε: διτάξιο σχολείο με δύο δασκάλους, εκκλησία αφιερωμένη (ας πούμε, στην “Αγία Μαρίνα”), μόνιμο παπά, τσαγκάρη, φαναρτζή, μαραγκό-φερετροποιό, δυο εμπορικά μαγαζάκια με τα απολύτως απαραίτητα (το ένα με τηλέφωνο), 3-4 καφενεία, δύο πρακτικούς γιατρούς (νοσοκόμοι στο στρατό…) κι αρκετούς ειδικούς σε αγροτικές δουλειές.

Υπήρχε και μία πανέξυπνη μοδίστρα, αλλά και ειδική γιάτρισσα αφού: 1. Καθάριζε βουλωμένα αυτιά, από την “κυψέλη” (κερί), που μάζευαν. 2. “Έδενε” τον αφαλό που είχε “λυθεί” σ’ ένα άτομο και ένιωθε απίστευτη αδυναμία! 3. Έφτιαχνε αλοιφές για εγκαύματα και τραύματα 4. Το κορυφαίο της (μυστικό) φάρμακο ήταν για τη διάρροια, (μάλλον με “σίλφιο”). Το χωριό είχε και μερικούς μουσικούς για γιορτές, γλέντια και πανηγύρια!


Τα σπίτια, στο νότιο μέρος του χωριού, τελείωναν λίγα μέτρα πριν από ένα ποτάμι για το οποίο υπήρχε γεφύρι, ώστε να εξυπηρετείται ο δημόσιος δρόμος του χωριού. Περνώντας το γεφύρι (βγαίνοντας από το χωριό), υπήρχε ένα μικρό …πλάτωμα κι εκεί ήταν χτισμένο ένα παμπάλαιο μικρό πέτρινο χαμόσπιτο 3Χ4; μέτρα. Σ’ αυτό το πλάτωμα έστηναν τσαντίρι (για 2-3 μέρες) μερικοί Γύφτοι (με κεφαλαίο Γάμα, περικαλώ), οι οποίοι έφτιαχναν σιδερένια εργαλεία, άμα υπήρχε ανάγκη στο χωριό. Μετά, πήγαιναν στο καλό της Παναγίας. Σημαντικό είναι ότι το χωριό είχε κάμποσα αλώνια (20;). Τα μόνα αρνητικά ήταν ότι, δεν είχε ηλεκτρικό και ότι η μοναδική βρύση ήταν 300 μέτρα βόρεια από το κέντρο του χωριού!


Και εἷς ξενόφερτος

Κάποια μέρα, εμφανίστηκε στο χωριό ένας άγνωστος πενηντάρης, που τον άφησε ένα διερχόμενο φορτηγό κι ο οποίος κρατούσε μία βαλίτσα και μία θήκη με βιολί. Ζήτησε να δει τον πρόεδρο και τον παπά του χωριού. Τους είπε ότι επιθυμεί να μείνει στο χωριό τους, γιατί κουράστηκε να γυρίζει… Επίσης είπε, ότι εκτός από βιολί είχε και ειδικές ιατρικές γνώσεις, μέχρι και να φτιάχνει γύψο για σπασμένο χέρι ή πόδι… Επίσης, είχε τελειώσει το Γυμνάσιο και μπορούσε να γράψει για αναλφάβητους. Αλλά τα κατάφερνε και σε αγροτικές δουλειές.

Τούς εξήγησε, δείχνοντας την ταυτότητά του, ότι ήταν Σμυρνιός, που ήρθε πρόσφυγας το 1922, αλλά οι ατυχίες τον απόκαμαν, πέρασαν τα χρόνια και ζητάει κάποιο …απάγκιο. Δική του οικογένεια δεν έφτιαξε. Ο πρόεδρος κι ο παπάς τον καλοδεχτήκαν, του είπαν να επισκευάσει το πέτρινο χαμόσπιτο, μετά το γεφύρι και να μείνει εκεί. Την επόμενη Κυριακή στην εκκλησία, ο παπάς τον παρουσίασε στον κόσμο, μετά την λειτουργία και ανάφερε τα προσόντα του! Ο κόσμος τον συμπάθησε, μάλιστα κάποιοι του πρόσφεραν αντικείμενα που δεν χρειάζονταν, για να στήσει το τσαρδάκι του.


Ο “κρουνός” ανοίγει

Η ομορφότερη κοπέλα του χωριού, μία “νεράιδα”, ένας “άγγελος”, ήταν η Μαρίνα, που (σε μία πολύ δύσκολη στιγμή), πήρε το όνομα της Αγιά-Μαρίνας, της εκκλησίας του χωριού. Η μάνα της παιδεύτηκε πάρα πολύ στη γέννα της, επειδή το έμβρυο ήταν μεγάλο! Τι να βοηθήσει κι η γριά, με τις λαδωμένες παλάμες (Παναγία μου) που έκανε τη μαμή; Κάποια γειτόνισσα έφερε την εικόνα της αγίας Μαρίνας στο δωμάτιο της γέννας κι η ετοιμόγεννη παρακαλούσε την εικόνα να βγει γερό το παιδάκι της κι αν είναι κορίτσι να το πούνε Μαρίνα, αν είναι αγόρι, να το πούνε Μαρίνο!

Όσο μεγάλωνε η Μαρίνα, τόσο γοητευτική και χαριτωμένη γινόταν και την θαύμαζαν όλοι. Ήταν ένα “κράμα” από ομορφιά, σεμνότητα, αστραφτερά μάτια, γλυκύτητα, μαγεία και σοβαρότητα… Όμως, η οικογένειά της ήταν φτωχή, μάλιστα ο πατέρας της δεν μπορούσε να δουλέψει, γιατί ήταν ανάπηρος πολέμου με πατερίτσα στη μασχάλη. (Κάποιες φορές, πήγαινε ν’ αρμαθιάσει φύλλα καπνού, με πληρωμή συνήθως σε “είδος”…) Η μικρή σύνταξη αναπηρίας που έπαιρνε (700 δραχμές;), δεν αρκούσε και η γυναίκα του και τα δύο παιδιά του, πάλευαν με ένα μπαχτσεδάκι πίσω απ’ το σπίτι, στο οποίο έβαζαν εποχικά λαχανικά και πατάτες…

Την Μαρίνα, ερωτεύτηκε αγάλι-αγάλι, ο λεβέντης Γρηγόρης, ο μεγάλος γιος του κυρ-Ηλία, ενός απ’ τους εύπορους κατοίκους του χωριού. Ο Γρηγόρης δε μίλησε σε κανέναν, αλλά και δε μπορούσε να υποφέρει αυτό που ένιωθε. Επειδή ο πατέρας του είχε εργάτες για τις βαριές δουλειές, ο Γρηγόρης δε δούλευε σκληρά… Έτσι είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί την Μαρίνα, όταν πήγαινε στη βρύση του χωριού και να σκάει “μύτη” μπροστά της, λέγοντας με κατεβασμένα μάτια “γεια σου Μαρίνα” και αυτή με τον ίδιο τρόπο, να απαντάει “γεια σου Γρηγόρη”… Αυτό, στο τέλος, έγινε ένα είδος άτυπου “συναπαντήματος” και μετά από καιρό, κάποιες φορές, η …συνάντηση γινόταν βράδυ στη βρύση, μέσα στα σκοτάδια, ενώ οι άλλοι κοιμόντουσαν.


Πάροδος, με τον “αστραπόπληχτο”

Χαρακτηριστική φιγούρα του χωριού, ήταν “ο Αργυράκης, ο κακοτυχημένος”, που έμοιαζε με όρθιο λείψανο αγίου, κοντούλης, με άγρια μαυριδερή όψη, που βάδιζε αργά και άγαρμπα. Είχε την ατυχία, στα 12(;) χρόνια του, να τον χτυπήσει αστραπή, εκεί που φύλαγε τα 4-5 ζώα τους! Κι επειδή είδε το φως της αστραπής κατάματα, αντιπαθούσε το φως της μέρας! Έτσι, κοιμότανε τη μέρα και γύριζε τη νύχτα παντού, σα φάντασμα!

Και κάποια φορά που πέρασε από τη βρύση του χωριού, είδε κάτω από το πλατάνι, μία νέα γυναίκα, γυμνή! Άρχισε να φωνάζει “ξωτικό, ξωτικό” κι έτρεξε προς το χωριό, να ξυπνήσει τον παπά. Έγινε μεγάλος ντόρος, ξύπνησε κόσμος, έγινε αγιασμός στο σκοτάδι: «ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων». (Ε, ρε να ‘μουνα εκεί να λέω και τα δικά μου ξόρκια: “έξελθε κατηραμένον πνεύμα αλγοριθμικόν και Ευκλείδιον”). Κι όπως καταλάβατε, οι τρυφερές συναντήσεις της Μαρίνας και του Γρηγόρη, σταμάτησαν.


Σίγουρης “δράσης” μεδικαμέντο

Σε μερικές μέρες, σε κάποιο δείπνο της οικογένειας του Γρηγόρη και σε στιγμή που ο πατέρας είχε κέφια λόγω κρασιού, ο Γρηγόρης του είπε ότι αγαπάει ένα κορίτσι και θέλει να το παντρευτεί. Αλλά μόλις άκουσε (ο κυρ-Ηλίας) το όνομα του κοριτσιού, βγήκε απ’ τα ρούχα του κι είπε ορθά-κοφτά “θα παντρευτείς αυτήν που θέλω εγώ, αλλιώς να μην περιμένεις τίποτα από μένα”. Και συμπλήρωσε ότι, τα έχει συμφωνήσει με τον πατέρα της, στενό φίλο του από το στρατό. Μάλιστα έκανε και σχόλια για την Μαρίνα, ότι είναι φτωχή, δεν έχει …βρακί κι ο πατέρας της είναι ανάπηρος.

Ο Γρηγόρης, με εγκράτεια κληρονομημένη από τη μάνα του, δεν αντέδρασε στα σχόλια του αγριάνθρωπου πατέρα. Η Μαρίνα, απ’ την άλλη, άρχισε μέρα με τη μέρα, να χάνει τις δυνάμεις της, μέχρι που ελάχιστα μπορούσε να κινηθεί και να βοηθήσει την αγαπημένη της μάνα. Φυσικά πέρασαν από το σπίτι της οι δυο πρακτικοί γιατροί, αλλά και η μοδίστρα που σχεδόν κάθε μέρα έφερνε κάποιο μαντζούνι. Η Μαρίνα δεν καλυτέρευε. Ακόμα κι ένας κανονικός γιατρός που έτυχε να περάσει απ’ το χωριό, την είδε και απεφάνθη ότι πρέπει να πάει σε νοσοκομείο! Τότε ο πατέρας της, πρότεινε να φωνάξουν και τον ξενομερίτη. Πήγε τσούκου-τσούκου με την πατερίτσα του, τον είδε ο ξενομερίτης κι έτρεξε να τον βοηθήσει να φτάσει στο πέτρινο σπιτάκι. Αυτός έβγαλ’ από την τσέπη του ένα μικρό μπουκαλάκι με τσίπουρο και το ‘δωσε στον ξενομερίτη, γιατί ντρεπόταν να πάει με άδεια χέρια

Με δάκρυα, του διηγήθηκε την κατάσταση της κόρης του και για να του δείξει περισσότερο τον πόνο της καρδιάς του, ακουμπούσε τον καρπό του χεριού του, ενόσω του μίλαγε. Αυτός τον ρώτησε διάφορα για το κορίτσι κι ο πατέρας απαντούσε με λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα της κόρης του. Μετά, του είπε να πάνε να τη δει. Έγινε η επίσκεψη κι ο ξενομερίτης είπε στους γονείς, ότι έχει δει πολλά τέτοια δυσάρεστα στην προσφυγιά και τα ονομάζει “βάσανα βαθειάς ψυχής”. Επίσης, να μη στεναχωριούνται, γιατί όλα θα περάσουν.

Τα δάκρια του ανάπηρου πατέρα ήταν αυτή τη φορά δάκρυα χαράς. Τους είπε να την πηγαίνουν μέρα παρά μέρα στο καλύβι του, για να μιλάει μαζί της. Κι έτσι έγινε, αυτός μιλούσε με το κορίτσι μέσα και από απόσταση, ο δε γονιός καθόταν απέξω, δίπλα στην ανοιχτή πόρτα κι άκουγε μόνο ψιθύρους. Η Μαρίνα άρχισε να καλυτερεύει, χωρίς μαντζούνια, να περπατάει, να κάνει δουλειές και δεν την συνόδευε πλέον κανένας στον ξενομερίτη. Μάλιστα άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία και εκεί διαπίστωσε πόσο την αγαπούσε ο κόσμος αφού την αγκάλιαζαν και τη ρωτούσαν για την υγεία της. Αυτή έλεγε “Δεν ξέρω, είμαι μπερδεμένη μέσα μου”.

Το σαλβάρι του Κιορόγλου

Και έτσι ήρθε η 17η Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας, που γιόρταζε η εκκλησία του χωριού και στήθηκε πανηγύρι. Ο ξενομερίτης δεν συμμετείχε με το βιολί του, γιατί δεν ήθελε να μοιραστεί σε “ένα κομμάτι παραπάνω”, η αμοιβή των μουσικών! Έτσι, περίμενε την Μαρίνα να μιλήσουν και μόλις τελείωσαν κι έφυγε το κορίτσι, άρχισε να ετοιμάζεται για να πάει στο πανηγύρι. Η Μαρίνα πέρασε μπροστά από το ‘κόνισμα και είδε μία γριά που προσευχόταν. Την ρώτησε ποια ήταν – κι η γριά είπε ότι ήταν η αγία Μαρίνα και είναι δυσαρεστημένη που δεν ανάβουν κάθε μέρα το καντήλι της… Είπε κι άλλα, όπως “να παντρευτεί τον Γρηγόρη – και γρήγορα”. Έτρεξε στην πλατεία, σαν τρελή, η Μαρίνα, φωνάζοντας τι είχε δει και ακούσει.


Το πανηγύρι σταμάτησε αμέσως κι ο κόσμος τράβηξε για το ‘κόνισμα, με πρώτους-πρώτους τον παπά και τον ψάλτη (με θυμιατό, κεριά και πετραχήλι)… Αλλά εκεί δεν ήταν καμία γριά. Το κορίτσι επέμενε ότι την είδε και μίλησαν! Μάλιστα το επιβεβαίωσε και ο ξενομερίτης, ο οποίος είπε “ναι την είδα να κουβεντιάζει με μία άγνωστη γριά στο ‘κόνισμα”. Το ίδιο είπε κι ο πιο φτωχός του χωριού που έμενε στο τέλος του οικισμού δίπλα στο ποτάμι κι απέναντι απ’ το ‘κόνισμα. Ήταν σπίτι του, γιατί δεν είχε λεφτά για το πανηγύρι και τα είδε όλα…

Όταν η Μαρίνα ξαναείπε ότι η αγία Μαρίνα της είπε να παντρευτεί τον Γρηγόρη γιατί αγαπιούνται, ο κυρ-Ηλίας “άναψε”, οπότε ο παπάς μπήκε στη μέση και είπε “πρώτα να κάνουμε μία δέηση την Αγία”. Μετά εξήγησε στον κόσμο ότι αυτό είναι ένα “θαύμα” και πρέπει να γίνει το θέλημα της αγίας Μαρίνας! Τότε βγήκε μπροστά ο Γρηγόρης και είπε στον κόσμο και στον πατέρα του ότι φοβάται και προτιμάει ν’ ακούσει την αγία Μαρίνα, οπότε θα παντρευτεί έτσι κι αλλιώς την Μαρίνα. Ο παπάς, ο πρόεδρος και κάποιοι άλλοι, με χαμόγελα, πλησίασαν και χάιδευαν ή χτυπούσαν φιλικά, τον ώμο του κυρ-Ηλία…

Και τότε αυτός, φόρεσε το… σπανιότατο πλατύ χαμόγελό του και φώναξε: “Απόψε, Αγιά-Μαρίνα μου, αρραβωνιάζω το γιο μου με την όμορφη Μαρίνα και κερνάω όλο το χωριό”. Χαμός! Ο κόσμος γύρισε στην πλατεία, οι μουσικοί ξανάρχισαν και σε κάποια στιγμή ο ξενομερίτης πήρε το βιολί του κι αφού είπε στους μουσικούς “βοηθήστε με”, έπαιξε και τραγούδησε ένα από τα συγκλονιστικότερα μικρασιάτικα τραγούδια “Το σαλβάρι του Κιορόγλου”.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx