Η πολλαπλή εσωτερική αιμορραγία της Ουκρανίας
06/09/2026
Πόλεμος φθοράς, δημογραφική συρρίκνωση και οικονομική εξάντληση: Η Ουκρανία βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη καμπή του πολέμου. Η Ρωσία συνεχίζει ακάθεκτη και τις τελευταίες ημέρες έχει εντείνει σημαντικά τις επιθέσεις της. Το Κίεβο πλήττεται πλέον από ρωσικά drones και πυραύλους σχεδόν αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, ρωσικό drone έπληξε μάλιστα το Αρχηγείο της ουκρανικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (SBU) στο κέντρο του Κιέβου, τραυματίζοντας τουλάχιστον 12 ανθρώπους και προκαλώντας ζημιές στην περιοχή γύρω από τον καθεδρικό της Αγίας Σοφίας. Βέβαια, πριν από αυτό το μπαράζ πληγμάτων, είχαν προηγηθεί μαζικά ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές.
Το ανησυχητικό για τους Ουκρανούς είναι ότι τα ρωσικά πλήγματα δεν περιορίζονται πλέον στις νυχτερινές ώρες. Η ζωή στο Κίεβο και η λειτουργιά του κράτους διαταράσσεται συνεχώς, με σειρήνες, διακοπές μετακινήσεων και προβλήματα στις υποδομές. Η Ρωσία επιχειρεί έτσι, όχι μόνο να πλήξει στρατιωτικούς στόχους, αλλά να επιβαρύνει την οικονομία, την καθημερινότητα και την αντοχή της ουκρανικής κοινωνίας. Και όπως δήλωσε την Παρασκευή στα ΜΜΕ ο Δήμαρχος του Κιέβου Βιτάλι Κλίτσκο, σε μεγάλο βαθμό το έχει πετύχει.
Και όμως, το βασικό πρόβλημα της Ουκρανίας δεν βρίσκεται μόνο στους πυραύλους που πέφτουν σήμερα. Βρίσκεται σε αυτό που συμβαίνει κάτω από την… επιφάνεια του πολέμου, στην δημογραφία, στην οικονομία και στην σταδιακή εξάντληση του ανθρώπινου δυναμικού.
Η δημογραφία εξελίσσεται σε στρατηγική απειλή
Η Ουκρανία αντιμετωπίζει μια δημογραφική κρίση, που βέβαια προϋπήρχε του πολέμου, αλλά έχει επιδεινωθεί δραματικά μετά την ρωσική εισβολή. Έξι εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ 3,7 εκατομμύρια ακόμη έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά. Μόνο το 2025, σύμφωνα με εκτιμήσεις του “Centre for Economic Strategy”, περίπου 300.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ουκρανία. Παράλληλα, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρή υπογεννητικότητα, αλλά και σημαντικές απώλειες ανθρώπινων ζωών εξαιτίας του πολέμου.
Το πρόβλημα επομένως δεν είναι απλώς πόσοι άνθρωποι βρίσκονται σήμερα εκτός Ουκρανίας, αλλά πόσοι από αυτούς θα επιστρέψουν. Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο περισσότεροι πρόσφυγες δημιουργούν τη ζωή τους αλλού. Τα παιδιά μεγαλώνουν σε σχολεία άλλων χωρών, οι ενήλικες βρίσκουν εργασία, δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς και αποκτούν σταδιακά μια νέα κανονικότητα.
Ο φαύλος κύκλος: Πόλεμος, μετανάστευση, μικρότερος πληθυσμός, λιγότερο εργατικό δυναμικό, μικρότερη οικονομική παραγωγή, μικρότερη φορολογική βάση, μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερική βοήθεια. Η δημογραφία, επομένως, δεν είναι ένα κοινωνικό ζήτημα για “μετά τον πόλεμο”. Είναι παράμετρος της ίδιας της πολεμικής ισχύος.
Η οικονομία αντέχει, αλλά με τεράστιο κόστος…
Η χώρα με την σημαντική διεθνή οικονομική βοήθεια, πλην της στρατιωτικής, κατόρθωσε να μην οικονομικά. Το κράτος λειτουργεί μάλλον στοιχειωδώς, και συνεχίζεται η πολεμική προσπάθεια. Το ουκρανικό ΑΕΠ κατέρρευσε κατά 30% την περίοδο 2022-2023. Οι επιθέσεις στην ενεργειακή υποδομή και οι ευρύτερες συνέπειες του πολέμου εξακολουθούν να περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Το κόστος ανοικοδόμησης είναι τεράστιο.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι οι ανάγκες ανασυγκρότησης της Ουκρανίας ανέρχονται πλέον σε περίπου 588 δισ. δολάρια για την επόμενη δεκαετία, ποσό περίπου τριπλάσιο του ονομαστικού ΑΕΠ της χώρας το 2025. Η χώρα χρειάζεται τεράστιες επενδύσεις για να ανασυγκροτηθεί, την ώρα που πρέπει να δαπανά τεράστιους πόρους για να συνεχίσει να πολεμά.
Η Ρωσία διεξάγει πόλεμο φθοράς
Η Ρωσία δεν έχει επιτύχει μέχρι τώρα, παρά τις πολύ αργές αλλά σταθερές προχωρήσεις, κρίσιμη επιχειρησιακή διάρρηξη του ουκρανικού μετώπου που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση της ουκρανικής άμυνας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ρωσία έχει αποτύχει στρατηγικά. Διατηρεί την στρατηγική και την επιχειρησιακή πρωτοβουλία και είναι σε θέση παρά τις κυρώσεις να υποστηρίζει οικονομικά τον πόλεμο. Φαίνεται να επενδύει όλο και περισσότερο σε μια διαφορετική λογική. Να κερδίσει, όχι με μια θεαματική νίκη, αλλά με τη σταδιακή εξάντληση του αντιπάλου.
Και σε έναν πόλεμο φθοράς το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος καταλαμβάνει περισσότερα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είναι το ποιος έχει περισσότερους ανθρώπους; Ποιος μπορεί να αναπληρώσει τις απώλειές του; Ποιος μπορεί να παράγει περισσότερα όπλα; Ποιος μπορεί να χρηματοδοτήσει περισσότερο χρόνο πολέμου; Και ποιος μπορεί να διατηρήσει περισσότερο την πολιτική βούληση να συνεχίσει; Σε αυτά τα μεγέθη η Ουκρανία βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση και στην λεγόμενη Δύση είναι αντιληπτό έστω και κρύβεται.
Ο χρόνος είναι πλέον δίκοπο μαχαίρι για το Κίεβο. Η Ουκρανία χρειάζεται χρόνο για να διατηρήσει την άμυνά της, να εκπαιδεύσει δυνάμεις, να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή όπλων και να ενισχύσει τη διεθνή υποστήριξη. Όμως ο χρόνος λειτουργεί ταυτόχρονα εναντίον της. Κάθε επιπλέον μήνας πολέμου σημαίνει περισσότερες ανθρώπινες απώλειες, περισσότερες καταστροφές υποδομών, περισσότερη δημογραφική αιμορραγία και μεγαλύτερη οικονομική εξάρτηση από τους συμμάχους. Το στρατηγικό της πρόβλημα είναι ότι δεν έχει πολυτέλεια ενός πολέμου χωρίς χρονικό ορίζοντα.
Και η Δύση;
Εδώ βρίσκεται και η δεύτερη πλευρά της εξίσωσης. Η Ουκρανία δεν πολεμά μόνη. Η οικονομική και στρατιωτική της αντοχή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο μπορεί να αντέξει η Ουκρανία. Είναι πόσο καιρό είναι διατεθειμένη η Δύση να χρηματοδοτεί έναν πόλεμο του οποίου το τέλος όχι μόνον παραμένει αβέβαιο και με την υποστήριξη της κοινής γνώμης διαρκώς να φθίνει και η συνέχιση του δεν οδηγεί σε θετικότερη έκβαση.
Η επίσκεψη των Αμερικανών απεσταλμένων Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ σε Μόσχα και Κίεβο, που βρίσκεται στο επίκεντρο των νέων προσπαθειών για επανεκκίνηση της διπλωματίας, δείχνει ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αναζητά πολιτική διέξοδο. Όμως οι βασικές διαφορές παραμένουν: H Μόσχα απαιτεί εδαφικές και πολιτικές παραχωρήσεις που το Κίεβο θεωρεί απαράδεκτες.
Το δύσκολο εσωτερικό μέτωπο του Ζελένσκι
Στο εσωτερικό μέτωπο ο Βολόντιμιρ Ζελένσκι ένα ολοένα σοβαρότερο πρόβλημα. Την διάβρωση της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό του περιβάλλον και την εικόνα μιας εξουσίας στην οποία πέφτει η βαριά σκιά της διαφθοράς. Τα τελευταία σκάνδαλα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθόσον οι έρευνες των ουκρανικών Αρχών κατά της Διαφθοράς έχουν αγγίξει πρόσωπα που βρίσκονται πολύ κοντά στην προεδρική εξουσία. Εκτός του πολύ Αντρίι Γιέρμακ, η νέα υπόθεση αφορά πρώην αναπληρώτρια επικεφαλής του Προεδρικού Γραφείου που σχετίζεται με ξέπλυμα χρήματος.
Το πρόβλημα για τον Ζελένσκι είναι επομένως πολιτικό, όχι μόνο δικαστικό. Όταν τα φαινόμενα διαφθοράς φθάνουν μέχρι τον στενό πυρήνα της προεδρικής εξουσίας, πλήττεται το αφήγημα πάνω στο οποίο στηρίζεται η δυτική υποστήριξη προς την Ουκρανία. Δηλαδή ότι τα τεράστια ποσά στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας οδηγούν σε ένα κράτος που μεταρρυθμίζεται και ενισχύει τους θεσμούς του. Η πολωνική OSW εκτιμά ότι ο Ζελένσκι ανέχεται ή τουλάχιστον δεν ελέγχει επαρκώς φαινόμενα διαφθοράς και πελατειακών σχέσεων στο περιβάλλον του.
Η πολιτική φθορά του Ζελένσκι είναι υπαρκτή και διαρκώς αυξάνεται. Δημοσκοπήσεις του 2026 δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη προς τον πρόεδρο έχει υποχωρήσει από τα υψηλότερα επίπεδα των πρώτων χρόνων του πολέμου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την επόμενη ημέρα του πολέμου. Ο Ζελένσκι εξακολουθεί να αποτελεί για μεγάλο μέρος της ουκρανικής κοινωνίας σύμβολο αντίστασης και εθνικής ενότητας.
Όμως, η εικόνα του αδιαμφισβήτητου ηγέτη των πρώτων χρόνων του πολέμου έχει αρχίσει να φθείρεται. Η διαφθορά, οι συγκρούσεις μέσα στον κρατικό μηχανισμό, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και η συζήτηση για το πότε και με ποιους όρους θα πραγματοποιηθούν εκλογές, δημιουργούν ένα νέο πολιτικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις εκδηλώνονται πλέον ακόμη και στον χώρο των υπηρεσιών ασφαλείας. Η πρόσφατη ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ στελεχών της SBU και της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών HUR στο Κίεβο, ανέδειξε βαθύτερες αντιθέσεις μέσα στον μηχανισμό ασφαλείας της χώρας.
Το πρόβλημα του Ζελένσκι πως να συνεχίσει να ηγείται ενός πολέμου μεγάλης έντασης, να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των συμμάχων και ταυτόχρονα να αποδείξει στους ίδιους τους Ουκρανούς ότι η εξουσία του παραμένει θεσμικά αξιόπιστη και πολιτικά νομιμοποιημένη.
Γιατί τότε η ουκρανική κοινωνία στις εκλογές δεν θα ψηφίσει μόνο για το ποιος θα διαχειριστεί την ειρήνη. Θα ψηφίσει και για το ποιος ευθύνεται για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τον πόλεμο.
Επομένως, η μάχη του Ζελένσκι δεν διεξάγεται πλέον μόνο απέναντι στον Πούτιν. Διεξάγεται και για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των ίδιων των Ουκρανών. Και σε έναν πόλεμο φθοράς, η απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη με την απώλεια εδάφους.
Ποια Ουκρανία θα μείνει μετά τον πόλεμο;
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο δύσκολη ερώτηση. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν η Ουκρανία θα ανακτήσει κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο εδάφους, ή αν η Ρωσία θα καταλάβει περισσότερα. Πρέπει να τεθεί ένα βαθύτερο ερώτημα: Ποια Ουκρανία θα υπάρχει όταν τελειώσει ο πόλεμος;
Μια χώρα με μικρότερο πληθυσμό, γερασμένο εργατικό δυναμικό, τεράστιες ανάγκες ανοικοδόμησης, υψηλό δημόσιο χρέος, εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση και μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που θα έχει μεγαλώσει μέσα στον πόλεμο; Ή μια χώρα που θα έχει καταφέρει να διατηρήσει τον πληθυσμό της, να επιστρέψει σημαντικό μέρος των προσφύγων της, να ανασυγκροτήσει την οικονομία της και να αποκτήσει αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας; Η διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων είναι τεράστια.
Αντί επιλόγου
Η Ρωσία δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να υποτάξει στρατιωτικά την Ουκρανία και να επιβάλει την πολιτική της θέληση. Η ουκρανική αντίσταση παραμένει ισχυρή και η ρωσική προέλαση είναι αργή. Όμως αυτό δεν αρκεί για να καθησυχάσει το Κίεβο. Σε έναν πόλεμο φθοράς, μπορεί να μην κερδίσεις τον αντίπαλό σου, στο πεδίο της μάχης και παρ’ όλα αυτά να τον εξαντλήσεις στρατηγικά. Αυτός είναι ο κίνδυνος για την Ουκρανία.
Η Ρωσία μπορεί να μην είναι σε θέση να επιτύχει μια γρήγορη νίκη, αν και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε μία μελλοντική κατάρρευση. Μπορεί όμως να επιδιώκει να καταστήσει το κόστος της ουκρανικής αντίστασης τόσο υψηλό, ώστε κάποια στιγμή η στρατιωτική, οικονομική και δημογραφική αντοχή της χώρας να μην επαρκεί.
Γι’ αυτό και η πραγματική μάχη της Ουκρανίας δεν διεξάγεται μόνο στο Ντονμπάς, ή γύρω από τις πόλεις της. Διεξάγεται για τον πληθυσμό της, για την οικονομία της, για το μέλλον της και τελικά για το αν θα μπορέσει να εξέλθει από τον πόλεμο ως βιώσιμο κράτος.
Η Ουκρανία μπορεί ακόμα να συνεχίσει να πολεμά αλλά κινδυνεύει, όχι μόνο να εξαντληθεί στρατιωτικά, αλλά κινδυνεύει να εξαντληθεί δημογραφικά, οικονομικά και πολιτικά!





