Η κρίση του δολαρίου και η διάσωση της Ιαπωνίας
10/09/2026
Στα τέλη Αυγούστου οι ΗΠΑ επιχειρούν μία μεγάλη παρέμβαση για να αποτρέψουν περεταίρω υποτίμηση του ιαπωνικού γιέν, αν και η εσπευσμένη κίνηση δεν αφορά αποκλειστικά την Ιαπωνία, αλλά μία ευρύτερη κρίση στο νομισματικό σύστημα του αμερικανικού δολλαρίου.
Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών δεν προτίθεται να επιτρέψει σε τρίτες χώρες να προβαίνουν σε πωλήσεις αμερικανικών τίτλων του δημοσίου, σε περίοδο ανόδου των αποδόσεών τους και διεύρυνσης της αποδολαριοποίησης. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι του υπουργείου αντιλαμβάνονται πως υπάρχουν δύο ωρολογιακές ομολογιακές βόμβες που ενεργοποιούνται ταυτόχρονα με τον ίδιο πυροκροτητή, με την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ να κινδυνεύουν να προσκρούσουν σε μία εκρηκτική καταστροφική εξέλιξη.
Μετά την επικίνδυνη αναταραχή στην αγορά των βρετανικών ομολόγων στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2022, με αφορμή τον ενδιάμεσο προϋπολογισμό της πρώην πρωθυπουργού Liz Truss και την κατάρρευση του Οκτωβρίου με την μεγαλύτερη άνοδο των αποδόσεων των τίτλων του δημοσίου από το 1957, οι επενδυτές εγκαταλείπουν για λόγους ασφαλείας τις βρετανικές αγορές σταθερού εισοδήματος, μετά τις ανακοινώσεις των νέων μέτρων.
Για να αποτρέψει το συντριπτικό πλήγμα στα συνταξιοδοτικά ταμεία της χώρας που διακρατούν ομόλογα συνολικού ύψους £1 τρισεκατομμυρίου, η Κεντρική Τράπεζα Αγγλίας ανακοινώνει τότε παρέμβαση στην αγορά συνολικού ύψους £45 δισεκατομμυρίων (τελικά £72 δισεκατομμύρια), συγκρατώντας προσωρινά τις αποδόσεις.
Το βρετανικό προηγούμενο
Οι αποδόσεις του βρετανικού δεκαετούς εκτοξεύονται κατά 100 μονάδες βάσης σε διάρκεια μηνός, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις δραματικές επιδόσεις του περασμένου φθινοπώρου, ενώ η απόδοση του βρετανικού χρέους διπλασιάζεται σε σχέση με την αντίστοιχη του γερμανικού από τον Φεβρουάριο. Το βρετανικό δεκαετές από μία απόδοση χαμηλότερη κατά 50 μονάδες βάσης σε σχέση με το αντίστοιχο αμερικανικό, φθάνει να διαπραγματεύεται σε επίπεδα υψηλότερα κατά 70 μονάδες βάσης.
Οι αρνητικές εξελίξεις προδίδονται όταν το διετές ομόλογο του δημοσίου, διασπά ανοδικά αποδόσεις ανώτερες του 5% στα μέσα Ιουνίου, δημιουργώντας φοβίες για νέες αναπόφευκτες αυξήσεις επιτοκίων στον αγώνα αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, φθάνοντας στο 5,35% μετά από ένα δίμηνο. Τελικά τα χειρότερα αποφεύγονται με διαδοχικές στηρίξεις, αλλά δυστυχώς η Τράπεζα Αγγλίας ανακαλύπτει πως πρακτικά δεν έχει την δυνατότητα να ελέγξει την αγορά με δεδομένη την μειωμένη αξιοπιστία της, από την στιγμή που οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων πρωταρχικά κινούνται σχεδόν αυτόματα για να αντισταθμίσουν τους κινδύνους και κατόπιν προβληματίζονται για την γενική κατάσταση.
Το ιαπωνικό πρόβλημα
Από τις κερδοσκοπικές κινήσεις (carry trade) στο ιαπωνικό νόμισμα έως τις επαναγορές τίτλων του δημοσίου, οι ανώτατοι νομισματικοί αξιωματούχοι εξαντλούν τα μέσα που διαθέτουν για να περιορίσουν την αναταραχή στην αγορά ομολόγων, όπως και οι Βρετανοί ομόλογοί τους στα τέλη του 2022. Το ιαπωνικό χρέος κινείται στα υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, αποτελώντας την χειρότερη παγκόσμια επίδοση, από την στιγμή που αναρριχάται στο 250% του ΑΕΠ της χώρας, αλλά επί τρείς δεκαετίες δεν απασχολεί κανέναν από την στιγμή που η χώρα δανείζεται με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο.
Όμως μετά τα μέσα Αυγούστου οι αποδόσεις του δεκαετούς ιαπωνικού ομολόγου φθάνουν στο 3%, επίπεδο το οποίο το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει συνεκτιμήσει στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, με συνέπεια να προκληθεί μεγάλη αναταραχή στην διεθνή αγορά ομολόγων, με απότομες διακυμάνσεις του ιαπωνικού γιέν στις αγορές συναλλάγματος και προοπτική αιφνίδιας αποσταθεροποίησης των χρηματοοικονομικών συστημάτων σε διεθνή κλίμακα.
Η πλοκή περιπλέκεται, από την στιγμή που και οι αμερικανικοί τίτλοι ακολουθούν την ιαπωνική αναρρίχηση με το τριακονταετές των ΗΠΑ να εκτινάσσεται στο 5,3%, επίπεδο που αποτελεί το υψηλότερο δύο δεκαετιών. Η φοβία του πληθωρισμού ευθύνεται και για τις δύο επικίνδυνες ανοδικές τάσεις, από την στιγμή που οι συγκρούσεις στον Περσικό Κόλπο δεν διαφαίνεται να τερματίζονται άμεσα, το αργό πετρέλαιο κινείται στα επίπεδα των $95 ανά βαρέλι, οπότε οι διαχειριστές των χαρτοφυλακίων ομολόγων αισθάνονται ούριο άνεμο να ωθεί τις πωλήσεις τους. Επιπλέον υπάρχει και ένα ισχυρό κίνητρο, που τροφοδοτείται από την αποτελματωμένη χρηματοοικονομική πολιτική και το γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες στρέφονται προς την πλευρά της Πιστωτικής Συρρίκνωσης (QT).
Η γενική εικόνα προδίδει πως κάποιος οφείλει να αναλάβει τον λογαριασμό, με συνέπεια η αμερικανική κυβέρνηση να προχωρήσει αθόρυβα στην διάσωση της Ιαπωνίας στα τέλη Αυγούστου. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος για να αποτρέψει περαιτέρω υποτίμηση του ιαπωνικού νομίσματος και πρόκειται για την πρώτη φορά μετά το 1998, όταν με την τότε παρέμβασή του, σε περίοδο βαθύτατης χρηματοοικονομικής κρίσης της ανατολικής και της νοτιοανατολικής Ασίας για να αποτρέψει καταρρεύσεις.
Η παρέμβαση πάντως αποτελεί σύμπτωμα μίας νέας κρίσης που εξελίσσεται σε αργή κίνηση, που δεν εξελίσσεται μόνον στην Ιαπωνία, αλλά σε ολόκληρο το χρηματοοικονομικό σύστημα με βάση το αμερικανικό δολάριο. Ανακλά τις διευρυνόμενες ρωγμές στο δολαριακό σύστημα και την σταδιακή παρακμή της παγκόσμιας ηγεμονίας του αμερικανικού δολαρίου.
Αιτιάσεις και δικαιολογίες
Κατά το γνωστό οικονομικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, η παρέμβαση του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών στην αγορά συναλλάγματος αποτελεί μία “ασυνήθιστη επιχείρηση”. Πρόκειται για μία μάλλον επιπόλαια και ίσως απερίσκεπτη ερμηνεία, που προβάλλει το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποτελούν στενό σύμμαχο της Ιαπωνίας και η ταχύτατη υποτίμηση του νομίσματός της, προκαλεί τρομακτικές ανησυχίες στο Τόκυο. Τον Ιανουάριο του 2021 η ισοτιμία του αμερικανικού δολαρίου προς το ιαπωνικό γιέν κινείται στο 1:100, αλλά τον Ιούλιο του 2026 αναρριχάται στο 1:160, οπότε η κίνηση της παρέμβασης δεν στοχεύει απλώς στην ανακοπή της έντονης υποτιμητικής τάσης του ιαπωνικού νομίσματος, αλλά στην αποτροπή μίας ευρύτερης κρίσης στο δολαριακό σύστημα.
Όμως δεν πρόκειται για το μοναδικό βασικό κίνητρο της παρέμβασης, από την στιγμή που ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Scott Bessent δηλώνει για την Ιαπωνία “πως οι ΗΠΑ θα πράξουν τα πάντα για να την υποστηρίξουν, ώστε να προστατεύσουν την αμερικανική οικονομία, τον Αμερικανό φορολογούμενο και να σταθεροποιήσουν την παγκόσμια οικονομία”. Πάντως με την έκφραση “παγκόσμια οικονομία”, ο υπουργός εννοεί στην πραγματικότητα το διεθνές δολαριακό χρηματοοικονομικό σύστημα, το οποίο προτίθεται να υποστηρίξει με κάθε μέσον.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Scott Bessent αποτελεί κατά το παρελθόν διευθυντή διαχειριστών κεφαλαίων αντιμετώπισης κινδύνων (hedge funds) της Wall Street και επί σειράν ετών εργάζεται για λογαριασμό του γνωστού δισεκατομμυριούχου George Soros, εξειδικευμένος στις κερδοσκοπικές κινήσεις στο συνάλλαγμα. Από κοινού οργανώνουν την κερδοσκοπική επίθεση κατά της Τράπεζας Αγγλίας με ανοικτές πωλήσεις (short) στην βρετανική στερλίνα, αποκομίζοντας κέρδη μεγαλύτερα του $1 δισεκατομμυρίου. Την ίδια εποχή το δίδυμο Soros-Bessent καταγγέλλεται για την πρόκληση καταρρεύσεων στα νομίσματα του Χόνγκ-Κόνγκ και της Μαλαισίας κατά την διάρκεια της ασιατικής χρηματοοικονομικής κρίσης του 1998.
Αναμφίβολα το ένστικτο του Bessent στην αγορά δοκιμάζεται σε πραγματικό χρόνο, αν και η χρηματοοικονομική του διαχείριση δεν εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη στο δολάριο, όταν το αμερικανικό ομοσπονδιακό χρέος υπερβαίνει τα $40 τρισεκατομμύρια, επιβαρύνοντας τον κάθε Αμερικανό με $117.000 επιπλέον χρέωση.
Ο Bessent ανήκει σε μία μικρή τάξη πλουτοκρατών χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο πλούτος του και αν και συχνά χαρακτηρίζεται δισεκατομμυριούχος, κατέχει τουλάχιστον περιουσιακά στοιχεία αρκετών εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Πέραν όλων των συγκεκριμένων δεδομένων καθίσταται προφανές ότι έχει κάθε οικονομικό συμφέρον να υποστηρίξει το βασισμένο στο δολάριο χρηματοοικονομικό σύστημα που συσσωρεύει πλούτο για τους ολιγάρχες του είδους του, με την Ιαπωνία να αποτελεί βασικό αρωγό στην απρόσκοπτη συντήρηση του συστήματος.





