Πώς οι ελίτ μεταθέτουν την ευθύνη τους για την παράνομη μετανάστευση
10/09/2026
Πέρασαν ήδη ένδεκα χρόνια από την έναρξη της πολιτικής των “ανοιχτών συνόρων” που τυπικά ξεκίνησε με την περίφημη φράση της πρώην καγκελαρίου Μέρκελ «θα τα καταφέρουμε» (“Wir schaffen das”). Ήταν ένα αμφιλεγόμενο σύνθημα για το μεταναστευτικό, που όμως σε μια νύχτα αναζωπύρωσε την μαζική κουλτούρα του “Refugees Welcome”, η οποία λειτούργησε κατόπιν και σαν αυταρχικός, ηθικός καταναγκασμός.
Για μερικά χρόνια, συνθήματα όπως το “no border – no nation” έμοιαζαν σαν πολεμικές ιαχές φανατικών και το αντεθνικό μένος αναγορεύτηκε σε δυτικό “Zeitgeist”. Ο δημόσιος διάλογος για το μεταναστευτικό μετατράπηκε σε λεκτικό πόλεμο ανάμεσα στους καλούς “φωταδιστές” των ελίτ και των συνοδοιπόρων τους και στους “κακούς σκοταδιστές” του λαϊκισμού.
Έκτοτε, οι συνεχιζόμενες μεταναστευτικές ροές από την Αφροασία προς την Ευρώπη οργανώθηκαν καλύτερα και να συστηματοποιήθηκαν χωρίς τυμπανοκρουσίες, χαμήλωσαν οι υψηλοί τόνοι και παράλληλα εδραιώθηκε η πολυδάπανη “μεταναστευτική βιομηχανία”, μια και υπάρχει πλέον και το περίφημο «Σύμφωνο για τη μετανάστευση» του ΟΗΕ που ουσιαστικά αναγορεύει την μετανάστευση σε δικαίωμα και επιβάλει κυβερνητικές «υποχρεώσεις ανθρωπιστικού τύπου».
Οι ελίτ και οι παράλληλες κοινωνίες
Όμως, η αλήθεια είναι ότι το μεταναστευτικό εξακολουθεί να διχάζει βαθιά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, να διαβρώνει οικεία πολιτισμικά-ταυτοτικά πρότυπα και στέρεα θεμέλια κοινωνικής συναίνεσης, να συμβάλει στη κλιμάκωση της έντασης στο δημόσιο διάλογο, να δημιουργεί “παράλληλες κοινωνίες” στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, να διογκώνει την αμφιλεγόμενη “μεταναστευτική βιομηχανία”, να υποβαθμίζει την γενική εκπαίδευση στα σχολεία, να προκαλεί κρίση αξιοπιστίας στο πολιτικό σύστημα σε όλη την Ευρώπη και, παράλληλα,, να φορτώνει με επιπλέον δισεκατομμύρια τον προϋπολογισμό και τα χρέη των ήδη καταχρεωμένων δυτικών κρατών.
Αυτό αποτυπώνεται άλλωστε και στις εκλογικές αναμετρήσεις πανευρωπαϊκά, με την ραγδαία άνοδο της ριζοσπαστικής «Νέας Δεξιάς» ή «Ακροδεξιάς». Η επίμονη ανάδειξη του μεταναστευτικού από τα λεγόμενα «λαϊκιστικά- ακροδεξιά» κόμματα σε ύψιστο ευρωπαϊκό και εθνικό ζήτημα προκαλεί όμως και μια καινοφανή νευρικότητα, όχι μόνο σε ευρύτατα τμήματα της πληττόμενης κοινωνίας, αλλά και στο συνώνυμο της επιτυχίας, της ισχύος και της εξουσίας, τις ελίτ – και στα πολύτροπα φερέφωνά τους.
Γι αυτό και δεν είναι τυχαίο που οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους, καθώς διαθέτουν “άφθονα μέσα” για να το υποβαθμίζουν και να το κουκουλώνουν, επικαλούμενες εκτός από ηθικούς λόγους και την πολυδάπανη, αν και ανεπιτυχή “ενσωμάτωση”, καθώς και το ότι υποχρεώνονται να ψηφίζουν “αυστηρότερους” μεταναστευτικούς νόμους.
Οι ελίτ ανησυχούν
Όποιος παρακολουθεί νηφάλια τα πολιτικά τεκταινόμενα των τελευταίων ετών σε όλη τη Δύση διαπιστώνει και κάτι το εντελώς νέο. Μεγαλοπολιτικοί, μεγαλοτραπεζίτες, μεγαλομέτοχοι, μεγαλοβιομήχανοι, οργανικοί διανοούμενοι, μεγαλοδημοσιογράφοι, επίσκοποι κ.ά., αντιλαμβάνονται πως το εξουσιαστικό σύστημά τους παύει να είναι άτρωτο, ενώ απειλείται και η μεταπολεμική “φιλελεύθερη” ιδεολογική τους ηγεμονία.
Εν προκειμένω, αυτό που τους φοβίζει περισσότερο είναι εκείνοι που υποτιμητικά χαρακτηρίζονται συλλήβδην στα Κοινοβούλια και στα ελεγχόμενα ΜΜΕ “εθνο-λαϊκιστές, “ακροδεξιοί”, “αρνητές του καλού” κλπ. Είναι αυτοί οι εν γένει «εχθροί της δημοκρατίας μας, οι οποίοι «εργαλειοποιούν το προσφυγικό ζήτημα», «μεγαλοποιούν την ισλαμική διείσδυση» στην Ευρώπη, και ως «φιλορώσοι/πουτινιστές» έχουν βασικό σκοπό «να υποσκάψουν την δημοκρατική τάξη» στην ήδη παραπαίουσα Ευρώπη και «ν’ αναδείξουν την αναξιοπιστία του κατεστημένου».
Μεταναστευτικό και πολιτισμική υποχώρηση
Αυτός είναι και ο λόγος που οι ευρωπαϊκές ελίτ καταφεύγουν σ’ ένα διαρκές προσκλητήριο σε «κατευθυνόμενα συναισθήματα», σε ηθικολογικούς πειθαναγκασμούς και που επιμένουν σε αφηρημένες έννοιες και όχι στην ουσία της πολιτικής. Αδιάφορο αν έτσι το ηθικό πρόταγμα στο προσφυγικό-μεταναστευτικό, που κυριαρχεί επί της πολιτικής, επιβάλει τελικά την πολιτισμική υποχώρηση, αποδυναμώνει το αίσθημα ασφάλειας και δημιουργεί “γκρίζες ζώνες” δισεκατομμυρίων ευρώ στους κρατικούς προϋπολογισμούς, με τους πόρους να μην κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχει άμεση κοινωνική ανάγκη, αλλά σε πολεμικές προπαρασκευές.
Για τους αντιπάλους τους όμως “ακροδεξιούς”, είναι σαφές ότι είναι οι ελίτ που μέσα στο κυκεώνα της πολιτικής ορθότητας, του άδικου υπαρκτού καπιταλισμού, της άρνησης της εθνικής ταυτότητας, της ελλειμματικής παιδείας, της κοινωνικής αδικίας και του πολυπολιτισμικού ψεύδους, εγκαθιδρύουν σταδιακά την “μεταδημοκρατία” του μέλλοντος (“δημοκρατορία”).
Κι επιπλέον, ισχυρίζονται, πως είναι οι ελίτ που επιδιώκουν μια «μεταθρησκευτική θεοκρατία», όπου, στο πλαίσιο μιας «σταδιακά διογκωμένης υπερηθικής και μιας ακατανόητης ανθρωπολογικής υπεραισιοδοξίας», το χειραγωγούμενο συναίσθημα θα καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο χώρο στα πολιτικά δρώμενα, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται στη κοινωνία μια μεταπραγματική εικόνα, πέρα από τα πραγματικά γεγονότα, το δίκαιο και την αλήθεια.
Ψηφίζουν το αφήγημα της κυβερνησιμότητας
Επιπλέον, για τους “νεοδεξιούς” και τους “λαϊκιστές”, το θλιβερό κοινωνικό παιχνίδι κατά τη διάρκεια του οποίου τόσο το νεοφιλελεύθερο-σοσιαλφιλελεύθερο όσο και το αριστερό παγκοσμιοποιητικό κατεστημένο βαφτίζουν αυθαίρετα και κατ’ εξακολούθηση “εθνικιστικό”, “λαϊκιστικό” κλπ, οτιδήποτε αντιστρατεύεται στα συμφέροντα των πλούσιων και ως εκ τούτου παγκοσμιοποιημένων ελίτ είναι μια «μόνιμη κι ανήθικη επίθεση στο σύνολο της κοινωνίας».
Η κοινωνική πλειοψηφία, επηρεασμένη από το διαρκές ηθικολογικό κρεσέντο και εθισμένη στη χρόνια “σιωπή των αμνών”, μπορεί να ακολουθεί ακόμα τις επιταγές των ελίτ, παρά την αποτυχία του συστήματος. Και παρά την διάχυτη οργή, την έλλειψη εμπιστοσύνης και την απογοήτευση, τελικά να ψηφίζει ακόμη στην πλειοψηφία της “ορθολογικά”, σχεδόν κατά παραγγελία, με κύριο αφήγημα την πολιτική “σταθερότητα” και την δημοκρατική “κυβερνησιμότητα”.
Η αμφισβήτηση αυξάνεται
Όμως, οι “αποπροσανατολισμένοι” από τις “λαϊκιστικές σειρήνες” που αμφισβητούν την υπάρχουσα πολιτική Τάξη Πραγμάτων στην Ευρώπη, αυξάνονται διαρκώς. Αυτοί που αμφισβητούν ευθέως τις ελίτ πολλαπλασιάζονται, ιδιαίτερα στις νεώτερες ηλικίες. Είναι εκείνοι που αναρωτιούνται αν η Ευρώπη ή τμήμα της θα βιώσει, μετά τον εθνικοσοσιαλισμό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, και τον ολοκληρωτισμό της ελιτίστικης «δημοκρατορίας» – και ίσως σε βάθος χρόνου και του Ισλάμ.
Είναι οι ίδιοι που αναρωτιούνται εναγωνίως αν βρισκόμαστε πράγματι μπροστά σε μια ιστορική απειλή, όπου δεν αποκλείεται ακόμα και ένας νέος ευρωπαϊκός πόλεμος – και με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Είναι τέλος εκείνοι που πιστεύουν ότι η ελευθερία και η αποκλίνουσα αξιακή ιεράρχηση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών είναι σαφέστατο ιστορικό αποτέλεσμα και όχι μια επινόηση ή ένα αφήγημα.
Όπως και να έχει, κάποιοι εκ δεξιών “αντισυστημικοί” φτάνουν πλέον στο σημείο να μιλούν ακόμη και για το επερχόμενο «λυκόφως των ελίτ», που απεγνωσμένα εξακολουθούν ν΄ αναλαμβάνουν πανάκριβες διαπαιδαγωγικές πρωτοβουλίες, ειδών-ειδών ηθικολογικές νουθεσίες, για την αναμόρφωση του “προβληματικού”, με τις πλείστες “φοβίες” του, υποτελούς λαού.
Σε κάθε περίπτωση, το τελευταίο εκλογικό αποτέλεσμα σ΄ ένα ασήμαντο πληθυσμιακά γερμανικό κρατίδιο ακούστηκε όντως σαν “καμπανάκι” πολλών ντεσιμπέλ μέχρι τις έδρες των ελίτ, στο Βερολίνο, στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι και αλλού. Κάποιοι/-ες μάλιστα και στην Αθήνα κινδύνεψαν να πάθουν εγκεφαλικό μέσα στην καθεστωτική αλαζονεία τους. Και αυτό, από μόνο του κάτι σαν να λέει…





