ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ

Η λογοτεχνία απαντά στο Μαξίμου για τους “κακομοίρηδες”

Η λογοτεχνία απαντά στο Μαξίμου για τους "κακομοίρηδες", Ιωάννης Τράτσης
EPA/GEORGE VITSARAS

Μια “διαφορετική” ανάγνωση για τους “νοικοκύρηδες” και τους “κακομοίρηδες”: Σήμερα υπάρχουν σκεπτόμενοι άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο και τούτο είναι βέβαιο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που όντως λειτουργούν “με μπαταρία”, αναπαράγοντας έτοιμα συνθήματα της εκάστοτε εξουσίας.

Όλοι όμως καταλαβαίνουν τι βλέπουν στον καθρέπτη. Μια διαφορετική ανάγνωση λοιπόν της επίμαχης δήλωσης που άναψε “φωτιές” στην πολιτική σκηνή, μέσα από την αλληγορία ενός εμβληματικού έργου της λογοτεχνίας μας, τις “Φρεγάδες” του Ανδρέα Καρκαβίτσα, ίσως αποδειχθεί χρήσιμο για όλους εμάς, τους μη πολιτικούς ή “πολιτευόμενους”, τους “νοικοκύρηδες” και τους “κακομοίρηδες”.

Οι μελετητές συμφωνούν ότι ο Καρκαβίτσας έγραψε τις “Φρεγάδες” το 1899 ως ένα αλληγορικό καμπανάκι αφύπνισης. Ήταν το δικό του “κατηγορώ” ενάντια στον κοινωνικό εγωισμό και τον πολιτικό διχασμό της εποχής του, αλλά και η δική του πικρή διαπίστωση μετά την ήττα του 1897. Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, χωρίς να το ξέρει, περιέγραψε με λογοτεχνικούς όρους τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό που οδήγησε και στη σύγχρονη πολιτική κόντρα για τους “νοικοκύρηδες” και τους “κακομοίρηδες”.

Ο Κοινωνικός Διαχωρισμός

Όπως στο διήγημα υπάρχει το χάσμα ανάμεσα στους καπετάνιους που κοιμούνται στα βελούδα και τους σκλάβους που σαπίζουν στις αλυσίδες, έτσι και στην πολιτική γλώσσα του σήμερα ο διαχωρισμός σε “νοικοκύρηδες” και “κακομοίρηδες” χρησιμοποιείται έντεχνα για να χωρίσει την κοινωνία. Η εξουσία συνεχίζει να χρησιμοποιεί αυτές τις “ταμπέλες” για να χαϊδέψει τα αυτιά των μεν και να υποτιμήσει τους δε.

Η ειδοποιός διαφορά του σήμερα είναι ποιος είναι “νοικοκύρης” και ποιος είναι “κακομοίρης”. Όταν ο πλούσιος γίνεται πλουσιότερος και ο φτωχός φτωχότερος, τα όρια των λέξεων θολώνουν, ξεφτίζουν, χάνονται. Στη δύση του 2026, ο τίμιος εργαζόμενος που πασχίζει να κρατήσει όρθιο το σπίτι του με το υστέρημά του, βαφτίζεται υποτιμητικά “κακομοίρης” επειδή αδυνατεί να ακολουθήσει τον παραλογισμό της ακρίβειας.

Αντίθετα, ο όρος “νοικοκύρης” παραχωρείται ως προνόμιο μόνο σε όσους έχουν την πολυτέλεια να μην κοιτούν τις τιμές, να μην μετρούν τα έξοδα και να απολαμβάνουν τους καρπούς μιας τεχνητής ευημερίας. Η εξουσία, αποκομμένη στο δικό της “κατάστρωμα”, αρνείται να δει ότι το αληθινό νοικοκυριό σήμερα συντηρείται από εκείνους που η ίδια επιλέγει να περιφρονεί.

Η ψευδαίσθηση της “Ατομικής Σωτηρίας”

Στην εξέλιξη του διηγήματος, οι φρεγάδες ακινητοποιούνται από την απόλυτη μπουνάτσα και ο καπετάνιος στέλνει το πλήρωμα στη στεριά για να μαζέψει τροφή. Εκεί, το περιφρονημένο ναυτόπουλο, ο “κακομοίρης”, ανακαλύπτει τυχαία μια κρυφή σπηλιά που αναβλύζει το “αθάνατο νερό” της ζωής. Όταν όμως το μυστικό μαθεύεται, οι ναύτες και οι καπετάνιοι τρέχουν αφηνιασμένοι στο σημείο.

Το πιο διαχρονικό στοιχείο είναι η σκηνή στη σπηλιά. Γιατί σφάζονται οι ναύτες; Επειδή ο καθένας θέλει να πιει πρώτος και μόνος του το “αθάνατο νερό”. Όμως στο τέλος της σφαγής τούτο μολύνεται, στερεύει και χάνεται. Στη σημερινή πραγματικότητα, αυτό μεταφράζεται στον διχασμό και τον κοινωνικό αυτοματισμό: η τάση να κοιτάζει ο καθένας το “νοικοκυριό” του, αδιαφορώντας αν ο διπλανός του (“ο κακομοίρης”) καταστρέφεται.

Αντί η κοινωνία να ενωθεί απέναντι στα κοινά προβλήματα, στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου, παλεύοντας για τα ψίχουλα (μια επιδότηση, ένα επίδομα, μια φοροαπαλλαγή), με αποτέλεσμα η “πηγή” της συλλογικής ευημερίας να στερεύει για όλους. Η σύνδεση αυτή αποδεικνύει ότι η ελληνική κοινωνία, διαχρονικά, εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από τα ίδια σύνδρομα. Οι όροι αλλάζουν, τα πολιτικά κόμματα αλλάζουν, αλλά η “σφαγή στη σπηλιά”, δηλαδή η αδυναμία μας να λειτουργήσουμε ως σύνολο με αλληλεγγύη, παραμένει το πιο ζωντανό και επίκαιρο κομμάτι της ιστορίας μας.

Ο Καρκαβίτσας, ο “Κακομοίρης” και η ανατροπή της αλαζονείας

Στο διήγημα, το ναυτόπουλο είναι ο εύκολος στόχος, ο περιφρονημένος “κακομοίρης”. Ο Καρκαβίτσας είναι ξεκάθαρος: το ναυτόπουλο δεν είναι απλώς φτωχό, είναι ο απόλυτος παρίας. Είναι “κασιδιάρης” (σημαδεμένος, άρρωστος), τον έχουν “για ψυχικό” (δηλαδή από ελεημοσύνη, απλήρωτο υπηρέτη) και «ξεκόβει από τ’ άλλα παιδιά». Είναι ο κοινωνικά αποκλεισμένος, ο “κακομοίρης” με την βαθύτερη, ταξική και μεταφορική έννοια. Στη σύγχρονη ρητορική, ο “κακομοίρης” συχνά αντιμετωπίζεται με μια τάση υποτίμησης, ως κάποιος που “δεν προσπάθησε αρκετά” ή που “βολεύεται με τα λίγα”, σε αντίθεση με τον “άξιο νοικοκύρη”.

Ο Καρκαβίτσας όμως ανατρέπει αυτή την αλαζονεία, δείχνοντας ότι η κάθαρση και το θαύμα ξεκινούν από τον πιο αδικημένο, ενώ η απληστία των υπολοίπων φέρνει την καταστροφή. Το ναυτόπουλο βρίσκει την κρυφή πηγή με το “αθάνατο νερό”, λούζεται, γιατρεύεται και νιώθει το κορμί του να δυναμώνει. Στη σημερινή πραγματικότητα, αυτό το “θαύμα” δεν είναι μεταφυσικό, είναι η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, η αξιοπρέπεια, η αναζήτηση μιας “πηγής” (μιας δίκαιης ζωής, μιας ανάσας) μέσα στο σκοτάδι της καθημερινής επιβίωσης. Ο λαός σήμερα πράγματι ζητά αυτό το “θαύμα”, προσπαθώντας να βγει από τη μοίρα του “κακομοίρη” που του φορτώνουν. Να γίνει επιτέλους, “νοικοκύρης στον τόπο του” με την πραγματική έννοια του όρου!

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx