ΓΝΩΜΗ

Θα ξεδιπλώσει το κουβάρι της συγκάλυψης η παραπομπή Τριαντόπουλου;

Θα ξεδιπλώσει το κουβάρι της συγκάλυψης η παραπομπή Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστηριο; Δημήτρης Παναγιωτόπουλος
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

O tempora, o mores – Ω καιροί, ω ήθη – Κικέρων: Η παραπομπή του πρώην υφυπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, τέως υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ και νυν βουλευτή της ΝΔ, Χρήστου Τριαντόπουλου, δεν πρέπει να αποτελέσει το τέλος της έρευνας, αλλά την αφετηρία για πλήρη θεσμική λογοδοσία. Στις 9 Μαρτίου 2025, σχολιάζοντας την τότε κοινοβουλευτική διαδικασία, είχα γράψει: «Συζήτηση στη Βουλή, άνευ αντικειμένου». Η φράση ήταν σκόπιμα αιχμηρή.

Δεν υποστήριζα, βεβαίως, ότι η Βουλή δεν είχε τη συνταγματική αρμοδιότητα να επιληφθεί. Υποστήριζα ότι μια διαδικασία περιορισμένη εξαρχής σε ένα μόνο πολιτικό πρόσωπο και σε μία στενή πλημμεληματική εκδοχή, κινδύνευε να μην ερευνήσει το ουσιώδες: Ποιος αποφάσισε, ποιος έδωσε την εντολή, ποιος την εκτέλεσε και με ποιον σκοπό. Με άλλα λόγια, την πλήρη σχέση εντολέα και εντολοδόχου. Σίγουρα, η έκδοση του βουλεύματος που παραπέμπει τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος, αποτελεί σοβαρή θεσμική εξέλιξη.

Μαζί του, κατά τη δημοσιοποιημένη πληροφόρηση, συμ-παραπέμπονται τέσσερα μη πολιτικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας και στελέχη κρατικών υπηρεσιών. Η παραπομπή δεν είναι καταδίκη. Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για όλους και δεν επιτρέπεται να θυσιαστεί στον βωμό της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το ίδιο, όμως, δεν επιτρέπεται να μετατραπεί σε πρόσχημα σιωπής, ή σε φραγμό της έρευνας.

Το ερώτημα, που βρίσκεται πλέον ενώπιον της Δικαιοσύνης, αφορά όσα συνέβησαν στον τόπο της τραγωδίας μετά τη σύγκρουση. Οι χωματουργικές παρεμβάσεις, η απομάκρυνση υλικών, ο χρόνος κατά τον οποίο έγιναν και η επίδρασή τους στη συλλογή αποδείξεων δεν είναι ζήτημα επικοινωνιακής εντύπωσης. Πρέπει να εξεταστούν με ακρίβεια και χωρίς προειλημμένο συμπέρασμα. Η προστασία ενός τόπου πολύνεκρου δυστυχήματος αποτελεί προϋπόθεση της έρευνας. Όταν αυτή αμφισβητείται, κλονίζεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών ότι το κράτος μπορεί να ελέγξει τις δικές του ενέργειες.

Το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος

Η παράβαση καθήκοντος του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα δεν είναι ένα γενικό αδίκημα που καλύπτει κάθε διοικητικό λάθος. Για τη στοιχειοθέτησή της απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος, γνώση και θέληση της παραβίασής του και πρόσθετος σκοπός: Να προσποριστεί ο δράστης στον εαυτό του, ή σε άλλον παράνομο όφελος, ή να βλάψει το κράτος, ή κάποιον τρίτο. Η νομολογία του Αρείου Πάγου χαρακτηρίζει το τελευταίο αυτό στοιχείο ως υπερχειλή δόλο. Δεν αρκεί, επομένως, να αποδειχθεί ότι μια απόφαση ήταν λανθασμένη, ή ότι επέφερε βλάβη. Πρέπει να αποδειχθεί ο ειδικός σκοπός και να προκύπτει ότι η επίμαχη πράξη ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στο όφελος, ή στη βλάβη που επιδιώχθηκε.

Στην παλαιότερη παρέμβασή μου είχα συνδέσει το υπηρεσιακό καθήκον με τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες του υφυπουργού, όπως αυτές ορίζονταν στο σχετικό ΦΕΚ. Η θέση αυτή χρειάζεται σήμερα μία σημαντική αποσαφήνιση. Κατά πάγια νομολογία, το καθήκον δεν απορρέει μόνο από τον νόμο, ή από το τυπικό περίγραμμα των αρμοδιοτήτων. Μπορεί να προκύπτει από διοικητική πράξη, από νόμιμες ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή από την ίδια τη φύση της υπηρεσίας.

Πρέπει, όμως, να συνδέεται με συγκεκριμένη υπηρεσιακή δραστηριότητα και με άσκηση κρατικής εξουσίας. Άρα, η επίκληση μιας «άνωθεν εντολής» ούτε αθωώνει, ούτε ενοχοποιεί αυτομάτως. Επιβάλλει να εξακριβωθεί ποιος έδωσε την εντολή, αν είχε αρμοδιότητα, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενό της, πώς την αντιλήφθηκε ο αποδέκτης και αν η εκτέλεσή της παραβίασε συγκεκριμένο καθήκον. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο της υπόθεσης.

Τριαντόπουλος και Ειδικό Δικαστήριο 

Το Ειδικό Δικαστήριο δεν καλείται να δικάσει μια πολιτική αφήγηση περί “μπαζώματος”, αλλά ορισμένες πράξεις και παραλείψεις. Οφείλει να προσδιορίσει την πηγή του καθήκοντος, τη συμπεριφορά κάθε κατηγορουμένου και τον σκοπό που του αποδίδεται. Η απόφαση θα χρειαστεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ιδίως ως προς τον υπερχειλή δόλο, ο Άρειος Πάγος απαιτεί να αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και όχι γενικές διαπιστώσεις, ή πολιτικές υποθέσεις.

Το άρθρο 259 έχει επιπλέον επικουρικό χαρακτήρα: Εφαρμόζεται εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται από άλλη ποινική διάταξη. Η παρατήρηση αυτή δεν νομιμοποιεί αυθαίρετη διεύρυνση του κατηγορητηρίου. Υπενθυμίζει, όμως, ότι αν κατά τη διαδικασία προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά, διαφορετικός τρόπος συμμετοχής ή στοιχεία για άλλα πρόσωπα, αυτά δεν επιτρέπεται να αγνοηθούν. Πρέπει να ακολουθηθεί η νόμιμη οδός για τη διερεύνησή τους. Η παρούσα δίκη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως “ευγενές άλλοθι” για να κλείσει κάθε άλλος ερευνητικός δρόμος. Δεν μπορεί, όμως, ούτε να μετατραπεί σε γενική πολιτική δίκη, χωρίς σαφείς και εξατομικευμένες κατηγορίες.

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία το Άρθρο 86 του Συντάγματος. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκήσει δίωξη κατά μελών της κυβέρνησης ή υφυπουργών για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Μετά τη δίωξη, η προδικασία διεξάγεται από το Δικαστικό Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου και περατώνεται με βούλευμα. Το Σύνταγμα προβλέπει επίσης ότι μαζί με τον υπουργό ή τον υφυπουργό συμπαραπέμπονται οι τυχόν συμμέτοχοι. Η διαδικασία αυτή είναι δεσμευτική και δεν εξαρτάται από την πολιτική σκοπιμότητα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Ο εφαρμοστικός νόμος 3126/2003 εξειδικεύει αυτή τη συνταγματική διαδικασία. Η Βουλή αποφασίζει για την άσκηση της δίωξης, αλλά από εκείνο το σημείο η υπόθεση μεταφέρεται στο δικαστικό πεδίο. Το Δικαστικό Συμβούλιο, ο ανακριτής και ο εισαγγελέας οφείλουν να ενεργούν με τις εγγυήσεις της ποινικής δικονομίας, ενώ το Ειδικό Δικαστήριο κρίνει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Αυτή η μετάβαση έχει ουσιαστικό νόημα: H κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν επιτρέπεται να υποκαθιστά τη δικαστική κρίση και η Δικαιοσύνη δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε συνέχεια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ειδική διαδικασία δεν μειώνει τις εγγυήσεις του κατηγορουμένου, αλλά ούτε δικαιολογεί προνομιακή μεταχείριση.

Σε προηγούμενο κείμενό μου είχα χαρακτηρίσει αυτές τις διατάξεις jus cogens. Ο όρος αποδίδει την ιδέα της αναγκαστικότητας, ανήκει όμως τεχνικά στο διεθνές δίκαιο. Η ακριβέστερη διατύπωση είναι ότι πρόκειται για κανόνες συνταγματικού και αναγκαστικού χαρακτήρα, τους οποίους κανένα κρατικό όργανο δεν δικαιούται να παρακάμψει. Αν κατά τη δίκη ή σε άλλη δικαστική έρευνα προκύψουν στοιχεία που αφορούν άλλο κυβερνητικό πρόσωπο και πράξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του, το Άρθρο 86 παράγραφος 2 επιβάλλει την αμελλητί διαβίβασή τους στη Βουλή. Η προηγούμενη κοινοβουλευτική επιλογή ενός στενού κατηγορητηρίου δεν μπορεί να εμποδίσει τη θεσμική αξιολόγηση νέων στοιχείων.

Τι αποκάλυψαν τα Τέμπη 

Η ατομική ευθύνη παραμένει αδιαπραγμάτευτη αρχή του ποινικού δικαίου. Δεν υπάρχουν συλλογικά ένοχες κυβερνήσεις και κανείς δεν είναι ένοχος μόνο λόγω της θέσης του. Υπάρχουν, όμως, φορείς αρμοδιότητας, εντολείς, εκτελεστές και πρόσωπα που ενδέχεται να παρέλειψαν όσα όφειλαν να πράξουν. Η ευθύνη καθενός πρέπει να αποδειχθεί χωριστά. Η εντολή ανωτέρου δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ευθύνη εκείνου που την εκτελεί, όπως η εκτέλεση από υφιστάμενο δεν απαλλάσσει εκείνον που έδωσε την εντολή. Η έρευνα οφείλει να ακολουθήσει την αλυσίδα των αποφάσεων προς κάθε κατεύθυνση.

Απαιτείται, ταυτόχρονα, καθαρή διάκριση ανάμεσα στην ποινική και την πολιτική ευθύνη. Η πρώτη προϋποθέτει την απόδειξη όλων των στοιχείων συγκεκριμένου εγκλήματος και κρίνεται αποκλειστικά από το αρμόδιο δικαστήριο. Η δεύτερη αφορά τον τρόπο οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας, τις επιλογές, τις παραλείψεις και την υποχρέωση δημόσιας εξήγησης. Μια ενδεχόμενη αθώωση λόγω μη απόδειξης του ειδικού σκοπού του άρθρου 259, δεν θα ισοδυναμεί αυτομάτως με διαπίστωση ότι η διοικητική και πολιτική διαχείριση υπήρξε ορθή. Αντίστοιχα, η πολιτική αποδοκιμασία δεν μπορεί να αναπληρώσει την απόδειξη που απαιτεί το ποινικό δίκαιο. Η δημοκρατία χρειάζεται και τις δύο μορφές λογοδοσίας, με διαφορετικούς κανόνες και χωρίς σύγχυση μεταξύ τους.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο εθνικό και συνταγματικό. Το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή, θεμελιώνει και διαδικαστική υποχρέωση αποτελεσματικής έρευνας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απαιτεί έρευνα ανεξάρτητη, επαρκή, έγκαιρη και ικανή να οδηγήσει στη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, όπου συντρέχει περίπτωση, στον εντοπισμό των υπευθύνων. Απαιτεί ακόμη ουσιαστική συμμετοχή των οικογενειών και επαρκή δημόσιο έλεγχο. Δεν εγγυάται ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Απαιτεί να ληφθούν όλα τα εύλογα μέτρα για τη συλλογή και τη διαφύλαξη των αποδείξεων.

Γι’ αυτό η υπόθεση δεν μπορεί να εξαντληθεί στην ποινή που ενδέχεται να επιβληθεί ή να μην επιβληθεί. Τα Τέμπη αποκάλυψαν αδυναμίες στην ασφάλεια των μεταφορών, στον συντονισμό των υπηρεσιών, στη διαφύλαξη των πειστηρίων και στην πολιτική λογοδοσία. Η απάντηση πρέπει να έχει κοινωνικό περιεχόμενο: Aσφαλείς δημόσιες μεταφορές, ανεξάρτητη διερεύνηση των ατυχημάτων, προστασία των εργαζομένων που προειδοποιούν για κινδύνους, πραγματική στήριξη των οικογενειών και δημόσια ενημέρωση για την εφαρμογή των πορισμάτων.

Ειδικό Δικαστήριο και Βουλή

Η “Ελπίδα για τη Δημοκρατία” οφείλει να τοποθετηθεί με αυτή τη θεσμική αντίληψη. Δεν πρέπει να αναζητήσει κομματικό κέρδος από τον πόνο, ούτε να εμφανιστεί ως προδικαστικός κατήγορος. Πρέπει να διεκδικήσει δεσμευτικό πρωτόκολλο προστασίας του τόπου μεγάλων δυστυχημάτων, ψηφιακή καταγραφή κάθε διοικητικής εντολής και επέμβασης, σαφή κατανομή των αρμοδιοτήτων και ουσιαστική ανεξαρτησία του φορέα διερεύνησης σιδηροδρομικών ατυχημάτων. Χρειάζεται επίσης αναθεώρηση του Άρθρου 86, ώστε η Βουλή να πάψει να λειτουργεί ως πολιτικό φίλτρο της ποινικής έρευνας και η δικαστική διερεύνηση των υπουργικών πράξεων να περιβληθεί με πραγματική ανεξαρτησία.

Η ευθύνη της Βουλής δεν είναι μικρότερη από εκείνη της Δικαιοσύνης. Η αποκλειστική συνταγματική της αρμοδιότητα δεν αποτελεί προνόμιο προστασίας των κυβερνητικών προσώπων. Αποτελεί υποχρέωση ορθής κίνησης της διαδικασίας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία οφείλει να εξετάζει κάθε διαβιβαζόμενο στοιχείο, να αιτιολογεί τις αποφάσεις της και να μη ρυθμίζει το εύρος της έρευνας σύμφωνα με το πολιτικό κόστος. Διαφορετικά, το Άρθρο 86 μετατρέπεται στη συνείδηση της κοινωνίας από θεσμική εγγύηση σε μηχανισμό αυτοπροστασίας της εξουσίας.

Το Ειδικό Δικαστήριο πρέπει να αφεθεί να κρίνει ανεπηρέαστο, με βάση τον νόμο και τα αποδεικτικά στοιχεία. Η κοινωνία, συγχρόνως, δικαιούται να απαιτεί να μην περιοριστεί η αλήθεια σε ένα βολικό σχήμα, εφόσον τα στοιχεία οδηγούν σε ευρύτερη αλυσίδα ευθύνης. Ούτε η πολιτική πίεση πρέπει να κατασκευάσει ενόχους, ούτε η πολιτική εξουσία να καθορίσει τα όρια της έρευνας.

Τα Τέμπη δεν χρειάζονται άλλη μία περίοδο υψηλών τόνων και χαμηλής θεσμικής απόδοσης. Χρειάζονται δίκαιη δίκη, πλήρη διερεύνηση και μόνιμες αλλαγές. Τιμούμε τα θύματα όταν αρνούμαστε τη λήθη, σεβόμαστε το τεκμήριο αθωότητας και απαιτούμε από κάθε φορέα εξουσίας να λογοδοτεί. Αυτό είναι το μέτρο μιας δημοκρατικής πολιτείας: Δικαιοσύνη χωρίς εκδίκηση και θεσμοί χωρίς ασυλία. Διαφορετικά, η κικερώνεια επίκληση θα εξακολουθεί να μας καταδιώκει: O tempora, o mores.

 


 

Βασικές νομικές πηγές:

  • Άρειος Πάγος 1047/2023, 1103/2023 και 1026/2021.
  • ΕΔΔΑ, Οδηγός για το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ και Öneryıldız κατά Τουρκίας, 30.11.2004.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx