Ουκρανία: Το τίμημα της στρατηγικής τύφλωσης
03/10/2026
Κάποιοι πόλεμοι ξεσπούν επειδή η διπλωματία απέτυχε. Κάποιοι άλλοι όμως γίνονται αναπόφευκτοι επειδή επί χρόνια, η διπλωματία αντικαθίσταται από την αυταπάτη ότι η ισχύς μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική. Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Η Ρωσία είναι αυτή που αναμφίλεκτα άρχισε τον πόλεμο εισβάλοντας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τη Δύση από την υποχρέωση να εξετάσει με ψυχρότητα τις στρατηγικές επιλογές που προηγήθηκαν του πολέμου. Η καταδίκη της ρωσικής εισβολής δεν σημαίνει ότι πρέπει να απαγορεύεται η συζήτηση για το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ. Δυστυχώς όμως η δημόσια συζήτηση όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη διέπεται σε μεγάλο βαθμό από μανιχαϊσμό.
Και εδώ η προειδοποίηση του Τζώρτζ Κένναν αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: Ο άνθρωπος του “long telegram” που διαμόρφωσε τη στρατηγική της αμερικανικής “ανάσχεσης” της Σοβιετικής Ένωσης γνώριζε όσο ελάχιστοι τη ρωσική ιστορία, την πολιτική κουλτούρα και την αντίληψη της Μόσχας για την ασφάλεια.
Το 1997, όταν η Ουάσινγκτον προωθούσε την πρώτη μεταψυχροπολεμική διεύρυνση του ΝΑΤΟ, ο Κένναν προειδοποίησε ότι η επέκταση θα αποτελούσε “το πιο μοιραίο λάθος της αμερικανικής πολιτικής σε ολόκληρη τη μεταψυχροπολεμική εποχή”. Προέβλεπε ότι θα ενίσχυε τις εθνικιστικές και αντιδυτικές τάσεις στη Ρωσία, θα έπληττε τη δημοκρατική της εξέλιξη και θα επανέφερε την ατμόσφαιρα του Ψυχρού Πολέμου στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης.
Η Ουκρανία ως δόλωμα
Η ιστορία δεν δικαίωσε κατ’ ανάγκην όλες τις προβλέψεις του Κένναν. Δικαιώνει όμως την ανάγκη να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι στρατηγικές αντιδράσεις μιας μεγάλης πυρηνικής δύναμης. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: Ήταν αναγκαίο να μετατραπεί η Ουκρανία σε πιθανό πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ;
Το 2008, στη Σύνοδο Κορυφής του NATO στο Βουκουρέστι, παρά το γεγονός ότι δεν δόθηκε ιδιότητα MAP (Membership Action Plan) που θα επέτρεπε έναρξη διαδικασιών ένταξης, συμφωνήθηκε ότι η Ουκρανία και η Γεωργία κάποια… στιγμή στο μέλλον “θα γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ”. Παρόμοια δήλωση γινόταν έκτοτε επανειλημμένα από τη Συμμαχία.
Ας δούμε όμως την αλήθεια κατάματα! Για τη Ρωσία, η προοπτική μιας Ουκρανίας ενταγμένης στο ΝΑΤΟ δεν ήταν μια συνηθισμένη διπλωματική εξέλιξη. Ήταν ζήτημα που συνδεόταν με τον πυρήνα της ρωσικής αντίληψης για την ασφάλεια και τη γεωπολιτική της θέση. Ο πρώην πρέβυς των ΗΠΑ στην Μόσχα Μπιλ Μπέρνς, ο οποίος αργότερα έγινε και Διευθυντής της CIA, είπε εμφατικά ότι «η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ είναι η πιο έντονη από όλες τις κόκκινες γραμμές του Κρεμλίνου». Η Δύση είχε μάλλον στρατηγική τύφλωση.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η Ρωσία είχε δικαίωμα να εισβάλει. Σημαίνει ότι μια σοβαρή στρατηγική πρέπει να υπολογίζει, όχι μόνο τι θεωρούμε εμείς νόμιμο ή επιθυμητό, αλλά και πώς αντιλαμβάνεται ο αντίπαλος τις κινήσεις μας. Στοιχειώδες μάθημα της στρατηγικής.
Η επικίνδυνη αυταπάτη
Η Δύση έκανε ένα κρίσιμο στρατηγικό λάθος. Αντιμετώπισε την ευρωπαϊκή ασφάλεια, σαν να μπορούσε να επεκτείνεται επ’ αόριστον, χωρίς να δημιουργεί νέες γραμμές αντιπαράθεσης. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη είχε ασφαλώς τη δική της ιστορική λογική. Οι χώρες που είχαν βρεθεί υπό σοβιετικό έλεγχο επεδίωξαν την ένταξη στη Συμμαχία για να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία και την ασφάλειά τους.
Όμως η Ουκρανία ήταν διαφορετική περίπτωση. Ήταν χώρα που βρισκόταν ακριβώς πάνω στη γραμμή επαφής δύο διαφορετικών γεωπολιτικών χώρων, με τεράστια στρατηγική σημασία για τη Ρωσία, ιστορικούς και οικονομικούς δεσμούς με τη Μόσχα και ταυτόχρονα ισχυρό ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ανήκε στην καρδιά του λεγόμενου “εγγύς εξωτερικού” της! Η μετατροπή της σε γεωπολιτικό “έπαθλο” μιας αντιπαράθεσης Ρωσίας-Δύσης ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Και το τίμημα το πληρώνει για περισσότερο από τέσσερα χρόνια πρωτίστως ο ουκρανικός λαός.
Ο τάφος μιας ολόκληρης γενιάς
Σήμερα, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε έναν πόλεμο φθοράς. Πύραυλοι και drones πλήττουν πόλεις και κρίσιμες υποδομές. Άνθρωποι συνεχίζουν να σκοτώνονται. Εκατομμύρια έγιναν πρόσφυγες, ή έχουν εκτοπιστεί. Η οικονομία και οι υποδομές έχουν υποστεί τεράστιες καταστροφές.
Και όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ουκρανία σε έναν μόνιμο χώρο στρατιωτικής αντιπαράθεσης Ρωσίας και Δύσης. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Όχι επειδή πρέπει να “ανταμειφθεί” η Ρωσία. Όχι επειδή πρέπει να εγκαταλειφθεί η Ουκρανία. Αλλά επειδή ένας πόλεμος χωρίς πολιτικό τέλος δεν αποτελεί στρατηγική.
Η στρατιωτική και η οικονομική βοήθεια μπορεί να είναι αναγκαία για την άμυνα και την επιβίωση της. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί από μόνη της σχέδιο ειρήνευσης. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσα όπλα και πόσα ευρώ θα σταλούν στην Ουκρανία. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Ποια στρατηγική μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο και να αποτρέψει την επανάληψή του;
Χρειάζεται στρατηγική και όχι συναισθηματική πολιτική
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική αντίφαση. Από τη μία πλευρά υπερασπίζεται και δικαίως την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Από την άλλη, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια λογική διαρκούς στρατιωτικής κλιμάκωσης χωρίς σαφή τελικό πολιτικό στόχο.
Η ειρήνη δεν επιτυγχάνεται επειδή κάποιος επαναλαμβάνει καθημερινά ότι “θα συνεχίσουμε για όσο χρειαστεί”! Η ειρήνη απαιτεί να γνωρίζουμε τι ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε, με ποιο κόστος και πώς θα φτάσουμε εκεί. Και κυρίως απαιτεί ικανή και πραγματιστική διπλωματία. Ο Κένναν δεν δικαιώθηκε επειδή προέβλεψε σχεδόν κάθε λεπτομέρεια όσων ακολούθησαν. Δικαιώθηκε ως προς κάτι βαθύτερο. Οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να αντιλαμβάνονται τα όρια της ισχύος τους και τις αντιδράσεις που προκαλούν οι στρατηγικές τους επιλογές.
Η Ρωσία ουδόλως είναι αθώα. Η εισβολή της παραβίασε την κυριαρχία μιας ανεξάρτητης χώρας και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αλλά ούτε η Δύση είναι αλάνθαστη. Το να αναγνωρίζουμε τα λάθη της δυτικής στρατηγικής δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε τη ρωσική επιθετικότητα. Σημαίνει ότι αρνούμαστε να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη του Κένναν σήμερα.
Αδήριτη ανάγκη να μπει ένα τέλος
Το ζητούμενο σήμερα δεν μπορεί να είναι η επίτευξη μιας απόλυτης νίκης από οποιαδήποτε πλευρά. Ο πόλεμος πρέπει να σταματήσει με μια συμφωνία που θα επιτρέψει στην Ουκρανία να διασώσει όσο το δυνατόν περισσότερα από όσα μπορεί να διασώσει, την κυριαρχία της, τη δυνατότητα να ανασυγκροτηθεί, την ευρωπαϊκή της πορεία και, πάνω απ’ όλα, το ανθρώπινο δυναμικό και το μέλλον της, χωρίς όμως η Ρωσία να αποκομίσει μια ολοκληρωτική στρατηγική νίκη.
Αυτό απαιτεί δύσκολους συμβιβασμούς, εγγυήσεις ασφαλείας και μια ρεαλιστική διπλωματική διευθέτηση. Η συνέχιση του πολέμου χωρίς σαφή πολιτικό τέλος ενδέχεται να οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα. Σε μια ολοένα πιο εξαντλημένη Ουκρανία, με μεγαλύτερες απώλειες εδαφών, ανθρώπων και υποδομών, ενώ παράλληλα θα αυξάνεται ο κίνδυνος μιας ευρύτερης σύγκρουσης Ρωσίας-ΝΑΤΟ.
Αντί επιλόγου
Δεν χρειαζόμαστε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, αλλά μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Μια αρχιτεκτονική στην οποία η Ουκρανία θα μπορεί να υπάρχει ως κυρίαρχο και ασφαλές κράτος, η Ρωσία θα αντιμετωπίζεται ως αναθεωρητική δύναμη όταν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αλλά και η Ευρώπη θα έχει μηχανισμούς ώστε μια μελλοντική κρίση να μην οδηγεί ξανά σε γενικευμένο πόλεμο.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο σήμερα η Δύση οφείλει να ξανασκεφθεί τη στρατηγική της. Η πραγματική στρατηγική επιδίωξη, επομένως, δεν πρέπει να είναι “όλα ή τίποτα”, αλλά μια ειρήνη στην οποία η Ουκρανία θα χάσει τα λιγότερα δυνατόν και η Ρωσία δεν θα κερδίσει τα πάντα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας η πραγματική στρατηγική επιτυχία δεν μετριέται από το πόσα όπλα εκτοξεύθηκαν. Μετριέται από το πόσες ζωές σώθηκαν, πόσους πολέμους αποτρέψαμε και τι ειρήνη καταφέραμε να οικοδομήσουμε…





