Όταν ο Καποδίστριας εισήγαγε τη μουσική στην εκπαίδευση
15/10/2026
Η μουσική δεν αποτελεί συνήθως το πρώτο στοιχείο που έρχεται στον νου όταν αναφερόμαστε στον Ιωάννη Καποδίστρια. Η δημόσια εικόνα του Καποδίστρια συνδέεται κυρίως με τη διπλωματία, την ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας και την προσπάθεια συγκρότησης των πρώτων κρατικών θεσμών -όχι με τις τέχνες και τη μουσική.
Ωστόσο, οι μαρτυρίες για τη σχέση του με τη μουσική, σε συνδυασμό με τις συγκεκριμένες Αποφάσεις του για την εκπαίδευση στην Αίγινα, φωτίζουν μια λιγότερο γνωστή πλευρά της προσωπικότητας και της πολιτικής του. Η Αίγινα κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της κρατικής και εκπαιδευτικής αναδιοργάνωσης.
Σε μια χώρα που έβγαινε από έναν μακρoχρόνιο και καταστροφικό πόλεμο, με περιορισμένους οικονομικούς πόρους και σοβαρές ελλείψεις σε εκπαιδευτικές υποδομές, η δημιουργία σχολείων και η κατάρτιση των νέων αποτελούσαν βασικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση του νέου κράτους.
Το Ορφανοτροφείο της Αίγινας, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Κυβερνήτη, δεν περιοριζόταν μόνο στην περίθαλψη των ορφανών του Αγώνα. Συνδεόταν με ένα ευρύτερο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ενώ το Κεντρικό Σχολείο εξυπηρετούσε άλλες ανάγκες της αναδυόμενης εκπαιδευτικής οργάνωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μουσική απέκτησε ιδιαίτερη σημασία και δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως διασκέδαση, αλλά ως μέρος της αγωγής και της καλλιέργειας των μαθητών.
Η μουσική ως μέρος της ελεύθερης αγωγής
Η μουσική εκπαίδευση στην Αίγινα δεν άρχισε με την άφιξη του Καποδίστρια. Ήδη από την προηγούμενη περίοδο είχαν αναπτυχθεί προσπάθειες οργανωμένης διδασκαλίας, ιδίως στον χώρο της εκκλησιαστικής μουσικής. Ιδιαίτερη θέση κατείχε ο Γεώργιος Λέσβιος, που συνδέθηκε με τη σχολή εκκλησιαστικής μουσικής στην Αίγινα και με τη διδασκαλία του λεγόμενου “Λεσβίου συστήματος”. Η δραστηριότητά του προηγήθηκε της εγκατάστασης της κυβέρνησης στην Αίγινα και πρέπει να διακρίνεται από τη μεταγενέστερη μουσική διδασκαλία που οργανώθηκε στο πλαίσιο του Ορφανοτροφείου. Η διάκριση δε αυτή είναι ουσιώδης αφού ο Καποδίστριας δεν υπήρξε ο ιδρυτής κάθε μουσικής δραστηριότητας στην Αίγινα. Επιδίωξε, όμως, να εντάξει τη μουσική σε ένα οργανωμένο κρατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Η σαφέστερη επίσημη διατύπωση της πολιτικής του Καποδίστρια για τη μουσική, βρίσκεται στο κυβερνητικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, στο φύλλο της 29ης Ιανουαρίου 1830. Το διάταγμα φέρει ημερομηνία Αίγινα, 14-26 Ιανουαρίου 1830, και υπογράφεται από τον Κυβερνήτη Ιωάννη Α. Καποδίστρια και τον γραμματέα Νικόλαο Χρυσόγελο.
Το τεκμήριο αποδεικνύει ότι η μουσική διδασκαλία εντάχθηκε επισήμως στην εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης. Στο προοίμιο αναφέρεται ότι η κυβέρνηση επιθυμεί να καταστήσει σταδιακά τελειότερη τη δημόσια αγωγή και θεωρεί την “επιστημονική μουσική” ουσιώδες μέρος της ελεύθερης αγωγής, επειδή καλλιεργεί τις φυσικές και ηθικές δυνάμεις των παιδιών.
Με το ίδιο διάταγμα ο Αθανάσιος Αβραμιάδης διορίστηκε δάσκαλος μουσικής των παιδιών του Ορφανοτροφείου και του Κεντρικού Σχολείου. Ο μηνιαίος μισθός του ορίστηκε σε 25 δίστηλα, με έναρξη από την 1η Δεκεμβρίου 1829. Προβλεπόταν επίσης η παρουσία του προέδρου του Ορφανοτροφείου και εφόρου του Κεντρικού Σχολείου κατά την τακτική παράδοση του μαθήματος.
Αθανάσιος Αβραμιάδης και Ανδρέας Μουστοξύδης
Κεντρικό πρόσωπο στην προσπάθεια αυτή υπήρξε ο Αθανάσιος Αβραμιάδης. Μεταγενέστερες μουσικολογικές μελέτες αναφέρουν ότι είχε εκπαιδευτεί στην Αγία Πετρούπολη στην “τετράφωνη εκκλησιαστική μουσική” και ότι η εκπαίδευσή του εντάσσεται στην προσπάθεια μεταφοράς στην Ελλάδα συστηματικών μεθόδων μουσικής διδασκαλίας.
Μετά την επιστροφή του, ο Αβραμιάδης ανέλαβε τη διδασκαλία των παιδιών στην Αίγινα και σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, οργάνωσε χορωδία στην οποία συμμετείχαν παιδιά του Ορφανοτροφείου. Η χορωδία έψαλλε στον ναό του ιδρύματος και συμμετείχε σε εορταστικές εκδηλώσεις.
Η “Χορωδία της Αίγινας” λοιπόν αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της ιστορίας της μουσικής εκπαίδευσης. Όλες οι πηγές αναφέρουν ότι αυτή δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στην εκκλησιαστική ψαλτική. Ο Ελληνικός Μουσικός Θησαυρός συνδέει το ρεπερτόριό της με Ιταλούς συνθέτες όπως ο Giovanni Paisiello, ο Giuseppe Sarti και ο Domenico Cimarosa.
Η αναγνώριση του έργου της χορωδίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας ξεπέρασε τα όρια του νησιού. Τον Ιανουάριο του 1833, ο δάσκαλος μουσικής Αθανάσιος Αβραμιάδης μετέβη στο Ναύπλιο με δώδεκα από τους καλλίφωνους μαθητές του, οι οποίοι έψαλαν στη δοξολογία που τελέστηκε στον ναό του Αγίου Γεωργίου, στο πλαίσιο των “Αποβατηρίων” του βασιλιά Όθωνα. Η συμμετοχή αυτή αποτελεί σημαντική ένδειξη της συνέχειας του μουσικού έργου που είχε οργανωθεί στην Αίγινα κατά την “καποδιστριακή περίοδο”.
Συνεπώς η δραστηριότητά της δείχνει ότι η μουσική διδασκαλία δεν περιοριζόταν στην αίθουσα του μαθήματος, αλλά είχε δημόσια παρουσία και πως ήταν συνδεδεμένη και με τη θρησκευτική ζωή στο νησί και με τις τελετές της “νέας πολιτείας”, του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες για την προμήθεια δώδεκα βιολιών και την ειδική ενδυμασία των παιδιών της χορωδίας. Σύμφωνα με μεταγενέστερες ιστορικές αναφορές, ο Καποδίστριας, ικανοποιημένος από την πρόοδο της μουσικής διδασκαλίας, ενέκρινε την αγορά δώδεκα βιολιών και την προμήθεια ειδικής στολής για τα μέλη της χορωδίας.
Η ενδυμασία περιγράφεται ως «λευκὸν ποδῆρες ἔνδυμα καὶ ζώνην κυανόχρουν», δηλαδή λευκό ένδυμα που έφθανε μέχρι τους αστραγάλους και κυανή ζώνη. Η πρόβλεψη για μουσικά όργανα υποδηλώνει ενδιαφέρον για πρακτική μουσική κατάρτιση, πέρα από τη φωνητική και εκκλησιαστική διδασκαλία, ενώ η ειδική ενδυμασία δείχνει μέριμνα για την οργανωμένη εμφάνιση των παιδιών στις εκδηλώσεις.
Σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής είχε ο Ανδρέας Μουστοξύδης, πρόεδρος του Ορφανοτροφείου και έφορος του Κεντρικού Σχολείου. Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος δημοσίευσε τον Σεπτέμβριο του 1830 κυβερνητικό κείμενο απευθυνόμενο σε αυτόν, τεκμήριο της επικοινωνίας μεταξύ κυβέρνησης και διοίκησης του ιδρύματος.
Σε νεότερη επιστημονική έκδοση έχει επίσης δημοσιευθεί εικόνα χειρογράφου που περιγράφεται ως έκθεση του Μουστοξύδη για το έργο του Αβραμιάδη. Σύμφωνα με τη λεζάντα, περιλαμβάνει επαινετικές κρίσεις για τη μουσική κατάρτιση και τον χαρακτήρα του δασκάλου. Επειδή όμως δεν έχει εξασφαλιστεί πλήρης απομαγνητοφώνηση, δεν παρατίθενται εδώ συγκεκριμένες φράσεις του χειρογράφου.
Το μουσικό εγχειρίδιο του Νικολάου Φλογαΐτη
Η μουσική δραστηριότητα της Αίγινας δεν περιοριζόταν στη διδασκαλία και στις χορωδιακές εκτελέσεις. Ένα ακόμη τεκμήριο της πνευματικής και εκδοτικής ζωής της πόλης είναι το έργο του Νικολάου Φλογαΐτη, “Συνοπτική Γραμματική είτε Στοιχειώδεις Αρχαί της Μουσικής μετά προσαρμογής εις την κιθάραν”, που εκδόθηκε στην Αίγινα το 1830 από το Εθνικό Τυπογραφείο.
Η έκδοση αποτελεί στοιχείο της ιστορίας της μουσικής θεωρίας στον ελληνόφωνο χώρο. Η προσαρμογή της μουσικής θεωρίας στην κιθάρα δείχνει ενδιαφέρον για τη συστηματική παρουσίαση μουσικών γνώσεων με πρακτικό προσανατολισμό. Σε συνδυασμό με τη διδασκαλία του Αβραμιάδη, το βιβλίο φωτίζει το ευρύτερο περιβάλλον μουσικής καλλιέργειας στην Αίγινα.
Δεν αποδεικνύεται, ωστόσο, άμεση οργανική σύνδεση του εγχειριδίου με τη χορωδία του Ορφανοτροφείου. Πρόκειται για διαφορετικό τεκμήριο που φωτίζει την ευρύτερη μουσική και εκδοτική δραστηριότητα της εποχής.
Η στρατιωτική μουσική ως παράλληλη εξέλιξη
Στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους αναπτύχθηκαν επίσης προσπάθειες οργάνωσης στρατιωτικής μουσικής, η οποία εξυπηρετούσε τις στρατιωτικές τελετές και την παρουσία των κρατικών θεσμών. Η στρατιωτική μπάντα πρέπει να εξεταστεί χωριστά από τη χορωδία του Ορφανοτροφείου της Αίγινας αφού η πρώτη ανήκε στο πλαίσιο της στρατιωτικής οργάνωσης και ήταν στο Ναύπλιο, ενώ η δεύτερη εντασσόταν στην εκπαιδευτική πολιτική και ήταν στην Αίγινα.
Η ιστορία, λοιπόν, της μουσικής στην “καποδιστριακή Αίγινα” αναδεικνύει μια λιγότερο γνωστή όψη της συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Η εκπαίδευση δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως μετάδοση βασικών γνώσεων, αλλά ως συνολική αγωγή, στην οποία η μουσική μπορούσε να συμβάλει στην πνευματική και ηθική καλλιέργεια.
Η προγενέστερη δραστηριότητα του Γεωργίου Λεσβίου δείχνει ότι η Αίγινα διέθετε μουσικές πρωτοβουλίες πριν από την άφιξη του Καποδίστρια. Ο επίσημος διορισμός του Αβραμιάδη, η οργάνωση χορωδίας και η έκδοση του εγχειριδίου του Φλογαΐτη μαρτυρούν ότι η μουσική απέκτησε ουσιαστική θέση στην εκπαιδευτική και πνευματική ζωή της πόλης. Εν κατακλείδι, η Αίγινα υπήρξε όχι μόνο διοικητικό κέντρο της νεοσύστατης πολιτείας, αλλά και τόπος όπου επιχειρήθηκε να συνδεθεί η εκπαίδευση με την καλλιέργεια της μουσικής.





