Από την Αριστερά στην “επαριστερότητα”!
18/10/2026
Όταν η πολιτική υποχωρεί μπροστά στην εξουσιολαγνεία, η αντιπαράθεση εκφυλίζεται σε χαρακτηρισμούς, η ιδεολογία γίνεται επικοινωνιακό τέχνασμα και η σοσιαλδημοκρατία αναζητά τον εαυτό της στον καθρέφτη της Δεξιάς.
Υπήρξε κάποτε μια εποχή που η Αριστερά επιχειρούσε να ερμηνεύσει τον κόσμο, να συγκρουστεί με τις αντιφάσεις του, να αμφισβητήσει τις βεβαιότητές του. Σήμερα, ένα τμήμα της μοιάζει να έχει αναλάβει μια διαφορετική αποστολή, δηλαδή, να εξηγεί γιατί δεν μπορεί να νικήσει, να διαφωνεί για το ποιος φταίει και να περιμένει την εξουσία, σαν τον επιβάτη που κοιτάζει επίμονα τον πίνακα αναχωρήσεων ενός τρένου που δεν πρόκειται να έρθει.
Ο Μάσιμο Κατσάρι, ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς φιλοσόφους, με διαδρομή κοντά στην Αριστερά, είχε χρησιμοποιήσει, σε ένα δοκίμιο του το 1982 τον όρο “Sinisteritas”, ως αιχμηρή κριτική της πολιτικής αριστερής ανεπάρκειας στο “The Concept of the Left” και στη συνέχεια επανεξετάστηκε σε διάφορα γραπτά του και ομιλίες του. Μια λέξη που παραπέμπει στην αδεξιότητα, την αμηχανία, την ανικανότητα. Σαν να μην αρκεί, δηλαδή, να δηλώνει κάποιος αριστερός, αλλά να μπορεί να σκέφτεσαι, να πράττει, να παρεμβαίνει με μια “επαριστερότητα”. Διαφορετικά, η πολιτική ταυτότητα καταντά αυτοκόλλητο σε άδειο κουτί.
Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, την ελληνική Κεντροαριστερά. Την αυτοπροσδιοριζόμενη ως σοσιαλδημοκρατία, η οποία, ανάμεσα στην αναζήτηση ηγεσίας, στις δημοσκοπήσεις και στις αγωνιώδεις ασκήσεις πολιτικής επιβίωσης, κινδυνεύει να μετατρέψει την πολιτική σε μια παρατεταμένη συνεδρία αυτοανάλυσης χωρίς θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Κάποιου είδους τρολάρισμα
Ο Θανάσης Καρτερός, πρώην λογογράφος του Αλέξη Τσίπρα, έθεσε, με τον γνώριμο επιθετικό του τρόπο, που αγγίζει τον τρολισμό (trolling) ένα ερώτημα που, όπως έγραψε, απασχολεί πλατείες και καφετέριες: “Τελικά ο Ανδρουλάκης είναι βλάκας;”. Και συνέχισε διερωτώμενος αν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πιστεύει πως μπορεί να νικήσει τη Νέα Δημοκρατία, έστω και με μία ψήφο, καθώς και αν θεωρεί ότι η ηγεσία της ΕΛΑΣ επιδιώκει να διαιρέσει τον δημοκρατικό και προοδευτικό κόσμο, ώστε να παραμείνει στην εξουσία το σύστημα Μητσοτάκη.
Το ερώτημα δεν είναι αν ο Ανδρουλάκης είναι βλάκας. Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός εξυπνάδας στα τραπέζια των καφενείων, ούτε η δημοκρατία ψυχολογικό τεστ για αρχηγούς κομμάτων. Το ερώτημα είναι γιατί ένα κομμάτι της υποτιθέμενης προοδευτικής παράταξης επιλέγει να υποκαθιστά την πολιτική κριτική με την προσωπική απαξίωση. Γιατί, αντί να αντιπαραθέτει στρατηγικές, προγράμματα και κοινωνικές συμμαχίες, καταφεύγει στη φτηνή ευκολία του χαρακτηρισμού.
Ασφαλώς, ο Ανδρουλάκης δικαιούται να κρίνεται αυστηρά. Ασφαλώς, το ΠΑΣΟΚ οφείλει να εξηγήσει πώς σκοπεύει να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και με ποιο κοινωνικό σχέδιο. Όμως, η κριτική αποκτά πολιτικό περιεχόμενο όταν φωτίζει τις αντιφάσεις και προτείνει διέξοδο. Όταν εξαντλείται στο “είναι ή δεν είναι βλάκας;”, το μόνο που αποδεικνύει είναι η φτώχεια του ίδιου του πολιτικού λεξιλογίου.
Η αριστερά της προσαρμογής
Και εδώ αρχίζει η πραγματική sinisteritas. Δηλαδή, η αριστερή ανεπάρκεια που μεταμφιέζεται σε αριστερή ορθοδοξία, η πολιτική αμηχανία που φοράει τη στολή της επαναστατικής αυστηρότητας. Μια Αριστερά που δυσκολεύεται να πείσει την κοινωνία ότι διαθέτει εναλλακτική πρόταση και, αντί να αναμετρηθεί με αυτή την αδυναμία, αναζητά ενόχους στους διπλανούς της.
Η εξάχνωση της πολιτικής ταυτότητας για χάρη μιας αριστερονεοφιλελεύθερης κουλτούρας παράγει ένα παράδοξο με σχεδόν σωματική βία, που είναι η πολιτική “αιματέμεση”. Από τη μία, μεγάλες λέξεις για την κοινωνική δικαιοσύνη, τη δημοκρατία και τον προοδευτικό κόσμο. Από την άλλη, η διαρκής προσαρμογή στις επιταγές της επικοινωνίας, η λατρεία της εικόνας, η αγωνία για το ποιος θα διαχειριστεί αποτελεσματικότερα το υπάρχον σύστημα. Η αλλαγή περιορίζεται στη διαχείριση και η ρήξη γίνεται διαφημιστικό σύνθημα.
Έτσι, η Κεντροαριστερά κινδυνεύει να εσωτερικεύσει τη λογική της εξουσίας πριν καν την κατακτήσει. Να βλέπει τον πολιτικό αντίπαλο όχι ως φορέα διαφορετικών επιλογών, αλλά ως εμπόδιο στην προσωπική της ανέλιξη. Να αντιμετωπίζει την κοινωνία όχι ως υποκείμενο πολιτικής συμμετοχής, αλλά ως εκλογικό κοινό που πρέπει να πειστεί με το κατάλληλο μήνυμα. Επίσης, να συγχέει τη νίκη στις κάλπες με την πολιτική δικαίωση, ακόμη κι όταν δεν έχει απαντήσει στο στοιχειώδες ερώτημα: νίκη- για να αλλάξει τι;
Αυτό που λείπει, τελικά, δεν είναι άλλη μία σύσκεψη κορυφής, άλλη μία διακήρυξη ενότητας ή άλλη μία αλληλοκατηγορία μεταξύ επίδοξων πρωταγωνιστών, αλλά η πολιτικοποίηση. Η επιστροφή στα πραγματικά κοινωνικά διακυβεύματα, στις ανισότητες, στην εργασία, στη δημόσια υγεία, στη στέγη, στη δημοκρατική λογοδοσία. Λείπει η συγκρότηση ενός πολιτικού πάθους που δεν εξαντλείται στην επιθυμία κατάληψης της εξουσίας, αλλά αντλεί νόημα από την αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών.
Πολιτικοί της Κεντροαριστεράς, μη βλέπετε τον άλλον μέσα από την εξουσία. Μη μετράτε κάθε πολιτική θέση με το αν εξυπηρετεί την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και κάθε διαφωνία με το αν απειλεί την ηγεμονία σας. Η εξουσία είναι μέσο πολιτικής δράσης, όχι υποκατάστατο της πολιτικής σκέψης.
Γιατί όταν η Αριστερά παύει να ονειρεύεται την αλλαγή και αρχίζει να ονειρεύεται μόνο τη διαχείριση, δεν κινδυνεύει απλώς να χάσει τις εκλογές. Κινδυνεύει να κερδίσει χωρίς να έχει πια τίποτε ουσιαστικό να αλλάξει. Και τότε η sinisteritas δεν θα είναι απλώς η αδεξιότητα μιας πολιτικής παράταξης, αλλά θα είναι το όνομα της παραίτησής της από τον ίδιο της τον λόγο ύπαρξης.





