ΘΕΜΑ

Παιδιά και οθόνες: Είναι η απαγόρευση η λύση;

Παιδιά και οθόνες: Είναι η απαγόρευση η λύση; Ευγενία Σαρηγιαννίδη
EPA/FAROOQ KHAN

Τα τελευταία χρόνια η πολύωρη έκθεση των παιδιών στις οθόνες και οι συνέπειες της μοιάζει να ανησυχεί όλο και περισσότερο γονείς και κηδεμόνες, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που οι κυβερνήσεις (μεταξύ των οποίων και η ελληνική) να αισθάνονται την ανάγκη να απαντήσουν σε αυτές τις “ανησυχίες” με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου με σκοπό, όπως υποτίθεται, τον έλεγχο της χρήσης του διαδικτύου από την πλευρά των ανηλίκων.

Όπως όμως οι περισσότερες συζητήσεις και οι δημόσιοι διάλογοι έτσι και αυτή, παρότι είναι καθοριστικής σημασίας γιατί αφορά ζητήματα της ανάπτυξης της σκέψης των παιδιών, της κοινωνικοποίησης, της οικοδόμησης της προσωπικότητας κλπ. γίνεται, όπως και οι υπόλοιπες, προσχηματικά με στερεότυπα επιχειρήματα και κοινοτοπίες, με μισές αλήθειες, με επιφανειακά ευχολόγια και νομοθετικά ημίμετρα “για τα μάτια του κόσμου” ή ακόμα με προσχηματικές και εν μέρει ανεφάρμοστες, μη ρεαλιστικές απαγορεύσεις.

Δεν θα υπεισέρθουμε περισσότερο σε αυτά τα ζητήματα, διότι θα ξέφευγε των στόχων του παρόντος άρθρου. Μπορούν άλλωστε όσοι ενδιαφέρονται να ανατρέξουν σε παλιότερες δημοσιεύσεις. Όμως θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε σε σημεία που στοιχειοθετούν τις προσχηματικές συζητήσεις αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, ώστε να αναδειχθεί η ανάγκη η ίδια η κοινωνία αναστοχαζόμενη πάνω στα κακώς κείμενα της, να λάβει μέτρα αλλαγής μοντέλου διαχείρισης μιας συμπεριφοράς (χρήση διαδικτύου) που εξελίσσεται σε ψυχοκοινωνική παθογένεια (εθισμός) για όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού.

Καταρχάς, ας αναρωτηθούμε, πως απασχολούνταν τα παιδιά πριν υπάρξουν τα smartphones, τα tablet και οι Η/Υ; Οι σημερινοί φροντιστές ανηλίκων, ζώντας στο αέναο παρόν της εκάστοτε μόδας και του ανάλογου lifestyle, μοιάζουν να έχουν ξεχάσει τι έκανε κάποιος επί παραδείγματι με το παιδί στο αεροπλάνο ή στο πλοίο, πριν υπάρξουν σε ευρεία χρήση τα κινητά και τα τάμπλετ. Μοιάζουν να μην θυμούνται πως απασχολούσαν οι γονείς τα παιδιά στην ταβέρνα, ή στην καφετέρια.

Μοιάζει να τους φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολο κάτι που πριν κάποια χρόνια θεωρείτο αυτονόητο, δηλαδή να βρει κάτι να παίξει μόνο του ή με άλλα παιδιά, χωρίς να χρειαστεί ο γονιός, με την πρώτη δυσαρέσκεια, να το ακινητοποιήσει ψυχοδιανοητικά και σωματικά μπροστά σε μια οθόνη. Γιατί δεν πρέπει να δυσαρεστηθεί ένα παιδί, να βαρεθεί η ακόμα και να κλάψει;

Για να ευθυμήσουμε, ας θυμηθούμε πως κάποτε, όπου τα μπουζούκια δεν έκλειναν ποτέ, μέχρι και εκεί έβλεπες παιδιά – λίγο να χορεύουν, λίγο να κοιμούνται, λίγο να βαριούνται, αλλά όχι να εγκλωβίζονται στην αποβλακωμένη συνθήκη αποκοπής από την πραγματικότητα της υπόλοιπης κοινωνίας, στην οποία καλούνται να ζήσουν, ν’ ανατραφούν και να μεγαλώσουν. «Μα δεν κάθονται τα παιδιά! Όπου και αν τα πάρεις αν δεν τους δώσεις κινητό, δεν κάθονται!», αναφωνούν οι σημερινοί γονείς, ξεχνώντας πως κι αυτοί κάποτε υπήρξαν παιδιά και «κάπως κάθονταν»…

Οι δύο “μισές αλήθειες”

Παράλληλα, στο δημόσιο λόγο επικρατούν επί του θέματος δυο “μισές αλήθειες” που συνδέονται με την εργασιακή και οικονομική κατάσταση των γονέων: α) Οι γονείς εγκαταλείπουν τα παιδιά στις οθόνες γιατί είναι ο πιο οικονομικός τρόπος διασκέδασης. Ως προς αυτό το επιχείρημα ας διερωτηθούμε: Αφού λοιπόν οι γονείς είναι, όπως υποτίθεται, άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, γιατί δεν προσφέρουν οι ίδιοι κάποιο πιο ποιοτικό τρόπο διασκέδασης στα παιδιά;

Παιχνίδι στο σπίτι, ανταλλαγές επισκέψεων σε σπίτια φίλων, κουβέντα, επίσκεψη στο πλησιέστερο πάρκο ή στην παιδική χαρά ή στην πλατεία, μαγείρεμα από κοινού, οικιακές εργασίες “σαν παιχνίδι” είναι δραστηριότητες οι οποίες δεν κοστίζουν καθόλου και θα μπορούσαν να συνδυαστούν με την καθημερινότητα της οικογένειας του παιδιού.

Αντίθετα, το στενά οικονομίστικο επιχείρημα ανατρέπεται όταν σκεφτούμε πως αυτές τις ακριβές συσκευές, τις συνδέσεις στο internet, τα δεδομένα, τις συνδρομητικές τηλεοράσεις, τις κάρτες για τα online παιχνίδια, τις κονσόλες, τα play, τα xbox κλπ. κάποιος τα πληρώνει. Και προφανώς όχι το ίδιο το παιδί μαζεύοντας χρήματα από το πλησιέστερο στο σπίτι του φανάρι, καθαρίζοντας τζάμια, ούτε από τον μισθό που λαμβάνει στα πλαίσια της παιδικής εργασίας.

Γιατί μέσα σε όλα τα επιχειρήματα, που διαμείβονται από μη ειδικούς, αλλά και από ειδικούς, όπως υπαινιχθήκαμε και παραπάνω, είναι πως οι οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα αφήνουν τα παιδιά τους να διασκεδάζουν με οθόνες γιατί είναι ο πιο φθηνός τρόπος. “Ο πιο εύκολος ναι!”, θα διευκρινίζαμε, ο πιο οικονομικός όχι.

β) Οι γονείς εγκαταλείπουν τα παιδιά τους σε οθόνες νταντάδες, επειδή δουλεύουν πάρα πολλές ώρες και έχουν πολλές υποχρεώσεις. Το επιχείρημα της πολύωρης εργασίας των γονέων και της εγκατάλειψης των παιδιών μπροστά σε οθόνες νταντάδες κάποιες από αυτές τις ώρες θα μπορούσε να είναι εύλογο, υπό την προϋπόθεση πως αυτά τα παιδιά είναι μόνα στο σπίτι μπροστά σε οθόνες καθ’ όλη τη διάρκεια που οι γονείς δουλεύουν.

Όμως αυτό το επιχείρημα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν συμβαίνει σε ηλικίες κάτω των 10-11 ετών, αφού πάντα βρίσκεται κάπου κοντά στα παιδιά κάποιος ενήλικος που τα προσέχει. Συνήθως κάποια γιαγιά, ίσως κάποια νταντά. Σπανίως, σε αστικά και ευκατάστατα σπίτια, μια “Φιλιππινέζα υπηρέτρια” που δεν μιλάει ελληνικά και τα βάζει μπροστά σε οθόνες, γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει ή να παίξει μαζί τους.

Και στο σημείο αυτό οφείλουμε να αναρωτηθούμε: Πως ακριβώς απασχολούσε τα παιδιά, “αυτός που τα κράταγε”, μέχρι να γυρίσει η μαμά και ο μπαμπάς από τη δουλειά πριν υπάρξουν τα κινητά και τα tablet; Τι ακριβώς κάνουν οι σύγχρονες γιαγιάδες; Γιατί δεν μπορούν, όταν προσέχουν τα εγγόνια τους να τ’ απασχολήσουν, όπως οι μανάδες τους απασχόλησαν τα δικά τους παιδιά; Δεν μπορούν να παίξουν μαζί τους;

Να τα πάνε μια βόλτα στην παιδική χαρά ή στο πάρκο; Να μαγειρέψουν μαζί με το παιδί; Να του δείξουν πως ανοίγεις φύλλο; Να τακτοποιήσουν το σπίτι παίζοντας “σήμερα κάνουμε δουλειές”; Να πλύνουν μαζί αυλές ή μπαλκόνια που τόσο αρέσει στα μικρά παιδιά; Προφανώς, δεν αναφερόμαστε ούτε σε δύσκολες, ούτε σε ακριβές δραστηριότητες, ούτε σε εξειδικευμένα ψυχοπαιδαγωγικά παιχνίδια, αλλά σε όλα τα απλά καθημερινά πράγματα με τα οποία απασχολούνταν τα παιδιά μέχρι να μπουν τα κινητά στη ζωή τους και που το ενήλικο περιβάλλον, επειδή “τα αγαπά τόσο πολύ”, όπως λέγεται και τρέμει στην ιδέα μην βαρεθούν ή κλάψουν τους τα δίνει, έστω με λίγα αρνητικά σχόλια κάθε φορά που επίμονα θα τα ζητήσουν.

Ποιος φοβάται την Προσαρμογή και την κοινωνικοποίηση

Όμως τι ακριβώς εννοούμε έμπρακτη εκδήλωση αγάπης και φροντίδας; Πόσο προσχηματική είναι η αγάπη που προσπαθεί να αποφύγει την έκφραση όλων των φυσιολογικών αντιδράσεων στη ζωή ενός παιδιού, όπως το να “κλάψει” ή να “βαρεθεί”; Πως έρχεται η “αγαπουλινίστικη” επιχειρηματολογία να ενοχοποιήσει όλες τις συμπεριφορές που ενέχουν ένταση, πάθος ή οριοθέτηση και απαγορεύσεις;

Σήμερα, αν μαλώσεις το παιδί σου στο δρόμο, θα “χτυπήσει άσχημα”, αφού “όλα πρέπει να λύνονται με ήρεμο διάλογο”, όπως λέγεται. Παλιότερα, αν το μάλωνες υπήρχε σοβαρή πιθανότητα οι διπλανοί, οι περαστικοί όσοι κάθονταν στο διπλανό τραπέζι στο εστιατόριο να συμπλήρωναν απευθυνόμενοι στο παιδί σου: “Έχει δίκιο η μάνα σου. Και λίγα σου είπε!” και το παιδί να συνετιζόταν νιώθοντας, πως δεν υπήρχε χώρος ούτε για διαμαρτυρίες, ούτε για έντονα κλάματα.

Αντ’ αυτού, του στενού και ευρύτερου κοινωνικού ελέγχου, σήμερα επικρατεί μια ψευτοαγαπησιάρικη αδιαφορία, η οποία στην πραγματικότητα είναι μη ανεκτή από τα παιδιά που προκαλούν τα όρια και τα συναισθήματα των ενηλίκων “μπας και εκείνοι φιλοτιμηθούν” να οριοθετήσουν την παιδική παντοδυναμία και τις ανεξέλεγκτες παιδικές επιθυμίες.

Άλλωστε, κομμάτι των γονεϊκών αρμοδιοτήτων είναι να βοηθούν τα παιδιά να αντιληφθούν την πραγματικότητα, ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν σε αυτήν προάγοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινωνικοποίηση του νεαρού ατόμου και την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας και της νοημοσύνης. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η έννοια της προσαρμογής υπερβαίνει κατά πολύ και διαφοροποιείται από εκείνη της συμμόρφωσης στον εξωτερικό πραγματικό κόσμο. Στην εκλαϊκευμένη ψυχολογία του κοινού νου εσφαλμένα τείνουν να ταυτίζονται.

Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε συνοπτικά τρία επιπλέον στοιχεία που καθιστούν δημοφιλή πρακτική την ανεξέλεγκτη χρήση οθονών από την πλευρά των παιδιών:

  1. Η ευκολία που προσφέρει το εργαλείο: Χωρίς να ζοριστούν, να δυσκολευτούν ή να κοπιάσουν οι γονείς και φροντιστές των παιδιών μπορούν εύκολα και άνετα να τα απασχολήσουν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, σε οποιοδήποτε μέρος. Διότι, βεβαίως η κουλτούρα της άκοπης ευημερίας δε θα μπορούσε να μην εφαρμόζεται και στην διαπαιδαγώγηση των παιδιών.
  2. Η πίεση προς την ομοιομορφία: “Όλοι το κάνουν, δεν μπορώ εγώ ως γονιός να διαφοροποιηθώ, δεν μπορώ να κάνω΄τον κακό’. Όλα τα παιδιά έχουν κινητό δεν μπορεί το δικό μου να μην έχει”.
  3. Ο μιμητισμός και το ενήλικο περιβάλλον ως πρότυπο: Το τρίτο στοιχείο αφορά την χρήση οθονών από την πλευρά των ενηλίκων. Δεν μπορεί οι γονείς να είναι απορροφημένοι διαρκώς στα τάμπλετ, στα κινητά, στους υπολογιστές και στις smart τηλεοράσεις τους και να μην συνειδητοποιούν την επίδραση που θα έχει στο παιδί το δικό τους παράδειγμα κατά το γνωστόν “δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις”.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx