“Ευα”: Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος και η πρώτη Ελληνίδα σκηνοθέτιδα
22/10/2026
Μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία στα πρώτα βήματα της περίφημης χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά, του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου όπως ιστοριογραφικά συνηθίζεται να αποκαλείται, η “Εύα” (1953) της Μαρίας Πλυτά, της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτιδας και μίας από τις πρώτες σε παγκόσμιο επίπεδο, με πλούσια φιλμογραφία (17 ταινίες), προβλήθηκε ξανά σε ψηφιακή κόπια που αποκαταστάθηκε, μία πρωτοβουλία της καθηγήτριας Μπέτυς-Δέσποινας Κακλαμανίδου του Τμήματος Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
Η ταινία “Εύα” προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα Cannes Classics του Φεστιβάλ των Καννών φέτος (η πρώτη ελληνική ταινία που καταφέρνει κάτι τέτοιο) και έκανε και την πρεμιέρα της στην Αθήνα, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, ενώ επιλέχθηκε και στο πλαίσιο της δράσης “Σινεμά Ξανά” της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
Η “Εύα” είναι η τρίτη ταινία της Μαρίας Πλυτά και εντυπωσιάζει με το εξαιρετικό σύγχρονο θέμα της, τη θέση των γυναικών όπως παρουσιάζεται την εποχή που διαδραματίζεται η ταινία. Η ταινία έχει μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και για έναν άλλο δραματικό λόγο. Ο νέος παραγωγός της ταινίας, ιδρυτής της εταιρίας παραγωγής “Κομίνης Φιλμς”, Δημήτρης Κομίνης, βρήκε τραγικό θάνατο καθώς πήγαινε με το αυτοκίνητό του στο χώρο των γυρισμάτων, στην ευρύτερη περιοχή της Λούτσας, όπου έγιναν όλα τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας.
Στην πορεία προς τη Λούτσα στις 16 Οκτωβρίου 1952 το αυτοκίνητό του ανατινάχθηκε από ξεχασμένη νάρκη του Β’ παγκοσμίου πολέμου και μαζί με τον παραγωγό θα φύγει από τη ζωή και η συνεπιβάτης του, η ηθοποιός Ανθή Μηλιάδου. Την ταινία θα ολοκληρώσει η γυναίκα του Κομίνη, Μαρία Κομίνη, και θα την αφιερώσει στη μνήμη του. Μοναδική ταινία της εταιρίας.
Η “Εύα” έχει διάφορες καινοτομίες: η πρώτη ταινία που συνθέτει μουσική ο Μίκης Θεοδωράκης και το πρώτο σενάριο του Ανδρέα Λαμπρινού, μετέπειτα σκηνοθέτη του περίφημου “Διακοπές στην Αίγινα” (1957), όπου θα προτείνει στην Αλίκη Βουγιουκλάκη το ξανθό μαλλί, διαμορφώνοντας εν πολλοίς την κινηματογραφική οπτική της περσόνα.
Ο Λαμπρινός φιλοδοξούσε να αναλάβει εκείνος τη σκηνοθεσία της “Εύας”, γι’ αυτό και το σενάριό του συνοδευόταν με σκηνοθετικές προτάσεις, ντεκουπαρισμένο, που δεν τήρησε η Πλυτά. Μία ακόμα πρωτοτυπία της ταινίας είναι η πρωταγωνίστριά της, η Νίνα Σγουρίδου, υποψήφια σταρ Ελλάς το 1952, που ενώ ερμηνεύει εξαιρετικά τον πρωταγωνιστικό της ρόλο, η καριέρα της ως ηθοποιός στο σινεμά θα μείνει περιορισμένος. Ως Εύα, ερμηνεύει αποστασιοποιημένα και με μία αμφίθυμη ψυχοσύνθεση το ρόλο, εξαιρετικά επιτυχημένα.
«Εύα» της Μαρίας Πλυτά
Η ιστορία είναι απλή: η όμορφη Εύα έχει παντρευτεί έναν πλούσιο επιχειρηματία (υποθετικά, το επάγγελμα παραμένει αδιευκρίνιστο στην αφήγηση), τον Αλέκο (Μάνος Κατράκης), μεγαλύτερό της. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, στις θερινές διακοπές του ζευγαριού, η Εύα μένει όλη την εβδομάδα μόνη της σε ένα νησί του Αιγαίου και ο σύζυγός της λείπει για δουλειές στην Αθήνα. Οι σχέσεις τους μοιάζουν τυπικές. Η Εύα περνάει πολλές ώρες στην παραλία, αλλά ταυτόχρονα πλήττει.
Σε αυτό το σκηνικό, καταφθάνει στο νησί ο νεαρός αρχιτέκτονας Αντίνοος (Αλέκος Αλεξανδράκης) για διακοπές. Οι δύο νέοι συνδέονται αρχικά φιλικά. Ο νεαρός αρχιτέκτονας αρχίζει να ερωτεύεται την Εύα και εκείνη δύσθυμη στρέφεται πότε εναντίον του, πότε τον αναζητά παθιασμένα. Στο κάδρο εμφανίζεται ένα ακόμα νεαρό κορίτσι, η Άννυ (Αλίκη Γεωργούλη) που ερωτεύεται το νεαρό Αντίνοο.
Μαζί με το νεαρό κορίτσι παρασύρεται ο Ντίνος Ηλιόπουλος (ως Νάσος), σε έναν ακόμα ασυνήθιστο σε εμάς ρόλο, δραματικό, και μελαγχολικό, ιδιαίτερα για τον ανεκπλήρωτο έρωτά του απέναντι στην Άννυ. Δημιουργούνται δύο-τρία ερωτικά τρίγωνα: Εύα-Αντίνοος-Αλέκος, Άννυ-Αντίνοος-Νάσος, και Εύα-Αντίνοος-Άννυ.
Οι σχέσεις δοκιμάζονται. Ο σύζυγος στρέφεται εναντίον του νεαρού αρχιτέκτονα με κυνικό τρόπο. Ο Αντίνοος φτάνει στα άκρα, η Εύα οριακά εγκαταλείπει το σύζυγο. Η αφήγηση είναι αρκετά προχωρημένη για την εποχή της, διατηρώντας ταυτόχρονα έντονα τα ήθη της εποχής, με εκφράσεις όπως ‘αφέντη μου’ για τους κύριους πλουσίους του νησιού, μία σαφής ταξική συνείδηση και κατάλοιπο περασμένων γενεών.
Ταυτόχρονα, η θέση της γυναίκας αναδεικνύεται με μία αμφισημία, πότε χειραγωγημένη, πότε ανεξάρτητη, ελευθεριάζουσα, ενώ στη μικροκλίμακα της επαρχίας ενός νησιού, τα επικριτικά σχόλια στριφογυρίζουν στην αφήγηση, κυριολεκτικά και υπαινικτικά. Εξαιρετικά παραμένουν ορισμένα κάδρα της ταινίας, με αρκετά εξωτερικά γυρίσματα, με ενίοτε σαφείς τις ενδιαφέρουσες σινεφίλ αναφορές στο Χόλιγουντ της εποχής.
Η σκηνή στην παραλία του Αλεξανδράκη με την Εύα όπου τη φιλά, ενώ το κύμα σκάει πάνω τους, είναι παρόμοια με την περίφημη σκηνή του ‘Όσο υπάρχουν άνθρωποι’ (‘From Here to Eternity’, 1953) του Φρεντ Τσίνεμαν (που κέρδισε Όσκαρ σκηνοθεσίας) με τον Μπαρτ Λάνκαστερ και τη Ντέμπορα Κερ.
Η δεκαετία του ’50
Η “Εύα” έκοψε εκείνη την εποχή περίπου 40 χιλ. εισιτήρια. Η εποχή χαρακτηρίζεται από την πρώτη άνοιξη της ελληνικής κινηματογραφική παραγωγής, μία φάση σταθερής ανόδου, ειδικότερα μετά την εμπορική επιτυχία σταθμός για το ελληνικό σινεμά, τον “Μεθύστακα” του Τζαβέλα το 1950. Έκτοτε, και όλη τη δεκαετία του 1950, η ελληνική κινηματογραφική παραγωγή είναι σε μία σταθερή άνοδο που την δεκαετία του 1960 θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις.
Η δεκαετία του 1950 θα αναδείξει, όμως, εκτός από εμπορικές επιτυχίες, αρκετούς ποιοτικούς δημιουργούς (με ταινίες σταθμούς), όπως ο Κακογιάννης (Στέλλα, κ.ά.), ο Κούνδουρος (Δράκος, Μαγική Πόλη, κ.ά.), ο Τζαβέλας, ο Γρηγορίου, κ.ά. Ταυτόχρονα, η διορατικότητα του Φιλοποίμενα Φίνου ανανεώνει την κωμωδία με τους Σακελλάριο, Τσιφόρο, ενώ αναδεικνύει τους πρώτους σταρ, όπως ήταν ο Φωτόπουλος μετά “Το Σωφεράκι” (1953, Τζαβέλας).
Η δεκαετία του 1950 διαθέτει και την “Εύα” της Πλυτά, μία σκηνοθέτιδα, που αξίζει να ξαναϊδωθεί, να επαναερμηνευτεί, γνωστή στο ευρύ κοινό, κυρίως, από την ταινία που έκανε μεγάλη επιτυχία το 1962, και συνεχίζει να προβάλλεται ως τις μέρες μας, ο ‘Ο Λουστράκος’. Ταινία που ανέδειξε το παιδί-θαύμα του ελληνικού σινεμά, τον Βασίλη Καΐλα, ο οποίος άφησε εποχή για τις αυθόρμητες και άδολες ερμηνείες του.
Παρών και αυτός στην προβολή της “Εύας” στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, αποτέλεσε ένα συγκινητικό συμπλήρωμα στην εκδήλωση. Γενικότερα, προσπάθειες σαν αυτή της “Εύας” αξίζει να αναδεικνύονται και να αναδεικνύουν γενικότερα το ιστορικό και πολιτισμικό αποτύπωμα του ελληνικού σινεμά.





