Κέντρα δεδομένων: Το νομοσχέδιο ρυθμίζει το ρεύμα, αλλά όχι το νερό!
30/10/2026
Το ΥΠΕΝ θέτει όρους για τη σύνδεση των κέντρων δεδομένων (data center) με το ηλεκτρικό δίκτυο. Δεν προβλέπει, όμως, εξίσου σαφείς κανόνες για την κατανάλωση νερού, την επιλογή των περιοχών εγκατάστασης και την προστασία των τοπικών κοινωνιών.
Η τεχνητή νοημοσύνη συχνά παρουσιάζεται ως άυλη τεχνολογική επανάσταση. Πίσω από τις εφαρμογές της, όμως, βρίσκεται μια εκτεταμένη υλική υποδομή. Οι υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, οι ψηφιακές πλατφόρμες και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης στηρίζονται σε κέντρα δεδομένων: εγκαταστάσεις με χιλιάδες διακομιστές, οι οποίοι λειτουργούν αδιάκοπα, καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και χρειάζονται συνεχή ψύξη.
Τα data center μπορούν να ενισχύσουν την έρευνα, την καινοτομία και την τεχνολογική θέση της Ελλάδας, να προσελκύσουν κεφάλαια και να δημιουργήσουν επαγγελματικές ευκαιρίες. Η αναπτυξιακή συμβολή τους, όμως, εξαρτάται από τους όρους εγκατάστασης και λειτουργίας τους. Χωρίς σαφείς κανόνες, υπάρχει κίνδυνος τα οικονομικά οφέλη να ιδιωτικοποιούνται, ενώ το κόστος ενίσχυσης των υποδομών και οι πιέσεις στο νερό, στη γη και στο περιβάλλον να μεταφέρονται στους καταναλωτές και στις τοπικές κοινωνίες.
Στις 10 Οκτωβρίου 2026, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έθεσε σε δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τη χωροταξία και το περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει νέο πλαίσιο για τα κέντρα δεδομένων. Πρόκειται για αναγκαίο πρώτο βήμα, όχι όμως ακόμη για ολοκληρωμένη πολιτική.
Τι προβλέπει το νομοσχέδιο για τα κέντρα δεδομένων
Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, οι επενδυτές θα αναλαμβάνουν το κόστος σύνδεσης με το ηλεκτρικό σύστημα και των έργων που απαιτούνται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση κάθε κέντρου δεδομένων. Για κάθε μεγαβάτ αιτούμενης ισχύος προβλέπεται εγγυητική επιστολή 200.000 ευρώ, ώστε να αποθαρρύνονται αιτήσεις χωρίς ώριμο επενδυτικό σχέδιο που δεσμεύουν πολύτιμο ηλεκτρικό χώρο.
Προβλέπονται επίσης έλεγχοι της οικονομικής επιφάνειας των επενδυτών και της επενδυτικής και περιβαλλοντικής ετοιμότητας των έργων, καθώς και Μητρώο Κέντρων Δεδομένων. Τέλος, τα νέα κέντρα θα πρέπει να καλύπτουν από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον το 60% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν σε ετήσια βάση.
Οι ρυθμίσεις αυτές αντιμετωπίζουν υπαρκτά προβλήματα. Εστιάζουν, όμως, κυρίως στην πρόσβαση στο ηλεκτρικό δίκτυο. Δεν καθορίζουν με αντίστοιχη σαφήνεια πόσο νερό και ηλεκτρική ενέργεια θα επιτρέπεται να καταναλώνει μια εγκατάσταση, πού θα μπορεί να χωροθετείται, πώς θα αξιολογείται η συνολική επιβάρυνση πολλών έργων στην ίδια περιοχή και πώς θα προστατεύονται οι υφιστάμενες παραγωγικές δραστηριότητες.
Το 60% από ΑΠΕ δεν αρκεί από μόνο του
Η υποχρέωση κάλυψης του 60% της ετήσιας κατανάλωσης από ανανεώσιμες πηγές κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο ετήσιος υπολογισμός, όμως, δεν αποδεικνύει ότι μια εγκατάσταση λειτουργεί συνεχώς με καθαρή ενέργεια. Τα date center χρειάζονται σταθερή ηλεκτροδότηση όλο το εικοσιτετράωρο, ενώ η παραγωγή των φωτοβολταϊκών και των αιολικών μεταβάλλεται ανάλογα με την ώρα και τις καιρικές συνθήκες.
Μια εγκατάσταση μπορεί, επομένως, να εμφανίζει στο τέλος του έτους κάλυψη 60% από ΑΠΕ, αλλά για μεγάλα χρονικά διαστήματα να τροφοδοτείται από φυσικό αέριο ή από ένα ήδη επιβαρυμένο δίκτυο. Χρειάζεται να διευκρινιστεί εάν η ενέργεια θα προέρχεται από νέες μονάδες ΑΠΕ που προσθέτουν καθαρή παραγωγή στο σύστημα ή εάν θα αρκούν συμβάσεις με υφιστάμενους παραγωγούς. Πρέπει επίσης να εξεταστούν η ωριαία αντιστοίχιση παραγωγής και κατανάλωσης, η αποθήκευση και η προέλευση του υπόλοιπου 40%.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόση πράσινη ενέργεια παράγει συνολικά η χώρα, αλλά αν αυτή είναι διαθέσιμη στον τόπο και στον χρόνο όπου τη χρειάζονται τα κέντρα δεδομένων. Πρέπει ακόμη να αξιολογείται εάν η δέσμευση μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ισχύος περιορίζει τη σύνδεση της βιομηχανίας, της γεωργίας, της ηλεκτροκίνησης ή νέων οικιστικών αναγκών.
Αντίστοιχα, η πρόβλεψη ότι οι επενδυτές πληρώνουν τα έργα που προκαλούνται “αποκλειστικά” από τη σύνδεσή τους αφήνει ανοιχτό το ζήτημα των ευρύτερων αναβαθμίσεων του συστήματος. Ένα μεγάλο, σταθερό φορτίο μπορεί να απαιτήσει ενίσχυση δικτύων, νέες υποδομές και πρόσθετες υπηρεσίες εξισορρόπησης. Το πλαίσιο πρέπει να εξασφαλίζει ότι το σχετικό κόστος δεν θα μετακυλίεται αδιαφανώς στους υπόλοιπους καταναλωτές.
Το σοβαρό κενό του νερού
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ασάφεια ως προς τους απαιτούμενους υδατικούς πόρους. Από τα δημοσιοποιημένα στοιχεία δεν προκύπτουν δεσμευτικά όρια κατανάλωσης νερού, συγκεκριμένες προδιαγραφές για τα συστήματα ψύξης ή υποχρεωτική αξιολόγηση της συνολικής ζήτησης όλων των κέντρων δεδομένων που ενδέχεται να συγκεντρωθούν στην ίδια λεκάνη απορροής.
Η παράλειψη είναι ιδιαίτερα σημαντική για μια χώρα με περιορισμένα υδατικά αποθέματα, συχνότερες ξηρασίες και αυξημένη θερινή ζήτηση. Περίπου το 74% του νερού που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα κατευθύνεται στη γεωργία, μεγάλο μέρος της οποίας στηρίζεται σε μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις με περιορισμένη οικονομική αντοχή.
Το ζήτημα εξετάστηκε στην έκθεση The Resource Nexus in the Age of AI: Socioeconomic and Environmental Trade-Offs of Data Center Development, η οποία εκπονήθηκε από διεπιστημονική ομάδα του Texas A&M University, στο πλαίσιο συνεργασίας του Texas A&M Energy Institute με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πρόκειται για περιφερειακή μελέτη περίπτωσης -όχι για αποτύπωση ολόκληρης της χώρας- με επιτόπια έρευνα στην Αθήνα, στους Δελφούς και στην Αλίαρτο, συζητήσεις με αυτοδιοικητικούς και περιφερειακούς αξιωματούχους, αγρότες και εκπροσώπους αγροτικών φορέων, καθώς και επίσκεψη σε κέντρο δεδομένων.
Το υλικό αναλύθηκε με ειδικό πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, το οποίο εντόπισε τις αναφορές στο νερό στην ενέργεια, στη γεωργία και στα data center και κατέγραψε πόσο συχνά δύο από αυτά τα θέματα εμφανίζονταν κοντά μεταξύ τους. Εξέτασε επίσης εάν οι σχετικές αναφορές συνδέονταν κυρίως με προσδοκίες οφέλους ή με ανησυχίες για πιθανές συνέπειες.
Τα αποτελέσματα ήταν ενδεικτικά της έντασης του προβληματισμού. Το νερό και τα κέντρα δεδομένων αναφέρθηκαν μαζί 64 φορές, συχνότερα από οποιοδήποτε άλλο ζεύγος θεμάτων. Από τις έξι επιμέρους σχέσεις που εξετάστηκαν μεταξύ νερού, ενέργειας, γεωργίας και κέντρων δεδομένων, οι πέντε συζητήθηκαν κυρίως με όρους ανησυχίας. Ειδικότερα, στις αναφορές που συνέδεαν το νερό με τα data center καταγράφηκαν 38 εκφράσεις ανησυχίας, έναντι 17 αναφορών σε πιθανά οφέλη.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν μετρήσεις της κατανάλωσης νερού ούτε μπορούν να γενικευθούν στο σύνολο της χώρας. Αποτυπώνουν, όμως, με συστηματικό τρόπο τις αντιλήψεις των συμμετεχόντων: σε περιοχές όπου η λειψυδρία επηρεάζει ήδη την παραγωγή, το νερό αναδεικνύεται ως η σημαντικότερη πηγή ανησυχίας σχετικά με την επέκταση των κέντρων δεδομένων. Το εύρημα ενισχύεται από τις καταθέσεις των αγροτών ότι το 2023 και το 2024 το διαθέσιμο νερό δεν επαρκούσε για τις γεωργικές ανάγκες της Αλιάρτου.
Παράλληλα, η αυξανόμενη ζήτηση ύδρευσης της Αθήνας εντείνει την πίεση στην Υλίκη, από την οποία εξαρτάται και η γεωργία της Κεντρικής Ελλάδας. Τα ευρήματα δεν επιτρέπουν γενικεύσεις για όλη την Ελλάδα, αναδεικνύουν όμως τον κίνδυνο νέες υδροβόρες εγκαταστάσεις να προστεθούν σε περιοχές όπου οι υφιστάμενες χρήσεις βρίσκονται ήδη υπό πίεση.
Η σημασία της τεχνολογίας της ψύξης
Δεν καταναλώνουν όλα τα κέντρα δεδομένων τις ίδιες ποσότητες νερού. Η κατανάλωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τεχνολογία ψύξης. Το κέντρο που επισκέφθηκε η ερευνητική ομάδα στην Αθήνα χρησιμοποιεί, σύμφωνα με την εταιρεία, σύστημα αερόψυξης κλειστού κυκλώματος. Το νερό ανακυκλοφορεί και δεν χάνεται μέσω εξάτμισης, όπως στα εξατμιστικά συστήματα. Περιορίζεται έτσι η κατανάλωση νερού, αλλά αυξάνεται η απαιτούμενη ηλεκτρική ενέργεια.
Το παράδειγμα δείχνει γιατί η αξιολόγηση δεν μπορεί να βασίζεται σε έναν μόνο δείκτη. Η εξοικονόμηση νερού μπορεί να αυξάνει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και αντιστρόφως. Χρειάζονται, συνεπώς, ενιαίες μετρήσεις ενεργειακής και υδατικής αποδοτικότητας, εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνολογιών και αυστηρότερα όρια σε υδατικά ελλειμματικές περιοχές. Τα όρια πρέπει να προσαρμόζονται όχι μόνο στην αποδοτικότητα της εγκατάστασης, αλλά και στην πραγματική φέρουσα ικανότητα του τόπου.
Προστασία της παραγωγικής γης και των τοπικών κοινωνιών
Καθώς τα περιθώρια νέων μεγάλων συνδέσεων στην Αττική περιορίζονται, το επενδυτικό ενδιαφέρον ενδέχεται να στραφεί σε γειτονικές περιοχές, όπως η Στερεά Ελλάδα. Εκεί υπάρχουν δυνατότητες σύνδεσης και διαθέσιμες εκτάσεις, αλλά και εύφορη καλλιεργήσιμη γη, αγροτικές δραστηριότητες και υδατικά αποθέματα υπό πίεση.
Το πλαίσιο πρέπει να προστατεύει ρητά τη γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, να απαιτεί εξέταση εναλλακτικών τοποθεσιών και να αξιολογεί σωρευτικά όλα τα υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα έργα. Η αδειοδότηση δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από το αν υπάρχει διαθέσιμη ηλεκτρική ισχύς. Πρέπει να συνεκτιμά τα υδατικά αποθέματα, τις χρήσεις γης, τις τοπικές υποδομές και τις ανάγκες των δραστηριοτήτων που ήδη στηρίζουν την περιφερειακή οικονομία.
Το Μητρώο Κέντρων Δεδομένων πρέπει επίσης να είναι δημόσιο και ουσιαστικό. Για κάθε εγκατάσταση πρέπει να γνωστοποιούνται η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, οι πηγές προμήθειας, η τεχνολογία ψύξης, τα απαιτούμενα έργα υποδομής και η κατανομή του κόστους. Παράλληλα, η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών πρέπει να προηγείται της οριστικής επιλογής τοποθεσίας και της δέσμευσης των διαθέσιμων πόρων.
Πριν ολοκληρωθεί το νέο πλαίσιο, απαιτούνται έξι συγκεκριμένες νομοθετικές αλλαγές: δεσμευτικά όρια ενεργειακής και υδατικής κατανάλωσης, με αυστηρότερους όρους σε περιόδους ξηρασίας· ουσιαστική και όχι μόνο ετήσια αντιστοίχιση της κατανάλωσης με πρόσθετη παραγωγή από ΑΠΕ· υποχρεωτική σωρευτική αξιολόγηση όλων των έργων ανά περιοχή και λεκάνη απορροής· ρητή προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας και εξέταση εναλλακτικών τοποθεσιών· πλήρης ανάληψη από τους επενδυτές του άμεσου και ευρύτερου κόστους που προκαλούν στο ηλεκτρικό και υδατικό σύστημα· και δημόσιο Μητρώο με ελεγμένα στοιχεία κατανάλωσης, αποδοτικότητας, παραβάσεων και κυρώσεων. Η αδειοδότηση πρέπει, τέλος, να προϋποθέτει έγκαιρη και τεκμηριωμένη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην ψηφιακή πρόοδο και στην προστασία των φυσικών της πόρων. Χρειάζεται κανόνες ώστε η πρώτη να μην επιτευχθεί εις βάρος της δεύτερης. Αν το νέο πλαίσιο περιοριστεί στη σύνδεση των data center με το ηλεκτρικό δίκτυο, θα έχει επιλύσει κυρίως το πρόβλημα των επενδυτών. Η πραγματική δοκιμασία είναι αν θα προστατεύσει συγχρόνως το νερό, την παραγωγική γη, τους καταναλωτές και τις κοινωνίες που καλούνται να φιλοξενήσουν αυτές τις επενδύσεις.
Ο Δρ. Κωνσταντίνος Παππάς είναι Αναπληρωτής Διευθυντής του Ινστιτούτου Ενέργειας του Πανεπιστημίου Texas A&M.
Το κείμενο συμπεριλαμβάνει κεντρικά συμπεράσματα πρωτογενούς ερευνητικής εργασίας.





