Άκου με, συμβιβασμένε θεατή…
30/10/2026
Υπάρχει μια βολική πεποίθηση που διαπερνά τις σύγχρονες κοινωνίες: Ότι όσα συμβαίνουν γύρω μας αφορούν πάντοτε κάποιους άλλους, ή ότι υπάρχει κάποιο σκοτεινό σχέδιο από υπόγειες δυνάμεις που επιδιώκουν αναταραχή και την ανατροπή. Ότι η ακρίβεια, η διαφθορά, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και της Παιδείας, η συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελούν προβλήματα που μπορούμε να παρακολουθούμε από ασφαλή απόσταση. Κι όταν οι άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους, η συζήτηση συχνά εξαντλείται στις φωτιές, στις ζημιές και στην ταλαιπωρία της κυκλοφορίας.
Πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί άνθρωποι διαφορετικών χωρών, ηλικιών και κοινωνικών τάξεων φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι η συνηθισμένη πολιτική διαδικασία δεν αρκεί για να ακουστούν. Στην Αλβανία και τη Γαλλία, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις υπενθυμίζουν ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στα σύνορα ούτε εξαντλείται στην οικονομία. Στην Αλβανία, η πολιτική δυσπιστία, οι καταγγελίες διαφθοράς και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι συνδέονται με την αμφισβήτηση της πολιτικής εξουσίας.
Στη Γαλλία, οι διεκδικήσεις για το κόστος ζωής, τους μισθούς και τις δημόσιες υπηρεσίες ξεκίνησαν από τους μαθητές και εντάσσονται σε μια μακρά παράδοση κοινωνικών συγκρούσεων. Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ίδιες. Αναδεικνύουν, όμως, ένα κοινό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα των θεσμών να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους;
Η ιστορία της Γαλλίας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 έως τον Μάη του 1968 και το κίνημα των “Κίτρινων Γιλέκων” το 2018, ο δρόμος υπήρξε κοινός χώρος διεκδίκησης αλλά και σύγκρουσης για το ποιος έχει δικαίωμα να καθορίζει τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Καμία από αυτές τις στιγμές δεν είχε τα ίδια αίτια ή αποτελέσματα. Όλες, όμως, υπενθυμίζουν ότι η θεσμική σταθερότητα δεν εξαλείφει τις κοινωνικές αντιθέσεις.
Στην Ελλάδα, η ιστορική μνήμη προσφέρει εξίσου ουσιαστικά παραδείγματα. Θυμήσου τον αφορισμό της Επανάστασης του 1821 από το Πατριαρχείο και την αντίθεση πολλών προκρίτων, τους δύο εμφυλίους, τις μομφές από λόγιους της Διασποράς. Θυμήσου τις κατηγορίες και την καταδίκη του Ρήγα, το μαρτυρικό τέλος και την απαξίωση του Κοσμά του Αιτωλού από το ίδιο το ποίμνιό του.
Προσοχή. Δεν συγκρίνω τις εποχές και τα πρόσωπα, παρά την πάγια αντιμετώπιση, την δαιμονοποίηση και καταδίκη της κάθε αμφισβήτησης της εκάστοτε καθεστηκυίας τάξης, ως αιρετική, αντιδραστική και αυταρχική. Την προσπάθεια φίμωσης και καταστολής οιοσδήποτε φωνής και πένας, στο όνομα ενός ψευδοϊδανικού, το οποίο ούτε ασπάζονται ούτε υπηρετούν αυτοί που το επικαλούνται και το ευαγγελίζονται “σκίζοντας τα ιμάτια των” σαν άλλοι Καϊάφες της εκάστοτε εποχής.
Παρά τις εσωτερικές αντιφάσεις και εμπόδια, το ’21 ανέτρεψε μια κατεστημένη πολιτική πραγματικότητα. Το Πολυτεχνείο του 1973, μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της δικτατορίας, ανέδειξε τη δύναμη της συλλογικής, αυθόρμητης αντίστασης απέναντι στον αυταρχισμό. Ασχέτως αν ανέτρεψε από μόνο του τη Δικτατορία, ή της εδραίωσης στην πολιτική πολλών από τους συμμετέχοντες.
Οι πλατείες των “Αγανακτισμένων” του 2011 εξέφρασαν την κοινωνική οργή για την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, ενώ οι μαζικές κινητοποιήσεις για τα Τέμπη το 2023 και το 2025 συνέδεσαν την απαίτηση για δικαιοσύνη με το ευρύτερο ζήτημα της κρατικής ευθύνης και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Και όχι, η συνεχής προσπάθεια καπηλείας κάθε μορφής κινητοποιήσεων από κάθε λογής καιροσκόπους και τυχοδιώκτες δεν αναιρεί μήτε αλλοιώνει την ουσία και τη δυναμική τους στη βάση. Εξ’ άλλου, “για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολύ.”
Η πολιτική είναι υπόθεση συλλογικής συμμετοχής
Ωστόσο, απ’ όλες αυτές τις διαφορετικές ιστορικές στιγμές προκύπτει ένα δύσκολο συμπέρασμα: η κοινωνία μπορεί να εξεγείρεται μαζικά και, παρ’ όλα αυτά, να δυσκολεύεται να μετατρέψει την οργή της σε διαρκή πολιτική αλλαγή με πραγματικό αντίκτυπο. Η διαδήλωση μπορεί να ανοίξει μια ρωγμή στο σύστημα, αλλά δεν εγγυάται από μόνη της ότι θα οικοδομηθεί κάτι διαφορετικό. Η συλλογική δράση χρειάζεται οργάνωση, επιμονή, συγκεκριμένα αιτήματα και δημοκρατικό έλεγχο όσων αναλαμβάνουν να την εκπροσωπήσουν. Εδώ βρίσκεται και η αντίφαση της σημερινής Ελλάδας.
Η κοινωνία δεν στερείται αγανάκτησης. Συχνά, όμως, η αγανάκτηση εναλλάσσεται με την απογοήτευση, την αποχή και την πεποίθηση ότι “τίποτα δεν αλλάζει”. Παράλληλα, μοιράζονται επιμελώς και τεχνηέντως “άρτοι και θεάματα”, προκειμένου να εκμαυλιστεί η κοινωνία και να επαναπαυθεί στην αγκαλιά ενός “ονείρου” ηδονικής ευμάρειας και ευτυχίας. “Λέγεται American Dream, γιατί πρέπει να κοιμηθείς ούτως ώστε να το πιστέψεις”, είχα διαβάσει κάποτε.
Έτσι, η αποτυχία μιας προσπάθειας γίνεται επιχείρημα για την εγκατάλειψη της επόμενης. Και η πολιτική, αντί να αποτελεί υπόθεση συλλογικής συμμετοχής, μετατρέπεται σε θέαμα που παρακολουθούμε από την οθόνη μας. Ο Τζορτζ Όργουελ, στο 1984, περιγράφει μια εξουσία που επιδιώκει να ελέγχει όχι μόνο τις πράξεις, αλλά και την ίδια την αντίληψη της πραγματικότητας.
Σήμερα, η προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση και ο καταιγισμός αντιφατικών ειδήσεων μπορούν να θολώνουν την κρίση του πολίτη. Η πιο αποτελεσματική αμφισβήτηση της αλήθειας δεν είναι πάντοτε να πείσεις τους ανθρώπους για ένα ψέμα, αλλά να τους κάνεις να πιστέψουν ότι η αλήθεια δεν μπορεί πλέον να εξακριβωθεί. Το “Υπουργείο Αλήθειας” στο εν λόγω έργο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Χάξλεϋ και Ντοστογιέφσκι
Ο Άλντους Χάξλεϋ, στον “Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο”, φωτίζει μια διαφορετική διάσταση: την κοινωνία που διατηρεί την ισορροπία της μέσα από την κατανάλωση, την ευχαρίστηση και την αποφυγή της δυσφορίας. Η σύγχρονη καθημερινότητα δεν είναι ο κόσμος του Χάξλεϋ. Το ερώτημά του, ωστόσο, παραμένει επίκαιρο: μήπως η ανάγκη να προστατεύσουμε την προσωπική μας άνεση μάς κάνει να αντιμετωπίζουμε κάθε συλλογική διεκδίκηση ως ενόχληση;
Και στον “Μέγα Ιεροεξεταστή” των Αδελφών Καραμάζοφ, ο Ντοστογιέφσκι θέτει το πλέον άβολο ερώτημα: πόσο ελεύθερος θέλει να είναι ο άνθρωπος όταν η ελευθερία συνεπάγεται αβεβαιότητα και ευθύνη; Η ασφάλεια της υπακοής μπορεί να μοιάζει ελκυστικότερη από το βάρος της προσωπικής κρίσης. Κάπως έτσι, ο πολίτης μπορεί να προτιμά να αναθέτει τα πάντα σε άλλους και ύστερα να αγανακτεί για τις αποφάσεις τους. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε αμέτοχος άνθρωπος είναι είτε βολεμένος είτε συνένοχος.
Η οικονομική ανασφάλεια, η εξάντληση και ο φόβος είναι πραγματικά τα κύρια εμπόδια στη συμμετοχή. Ούτε κάθε εξέγερση είναι δίκαιη, δημοκρατική, ελέω Θεού ή απαλλαγμένη από χειραγώγηση. Η ουσία δεν βρίσκεται στην άκριτη εξύμνηση του δρόμου, αλλά στην υπεράσπιση της δυνατότητας των πολιτών να αμφισβητούν την εξουσία, να ελέγχουν τους θεσμούς και να διεκδικούν αλλαγές χωρίς να εγκαταλείπουν την κριτική τους σκέψη.
Προφανώς δεν πρέπει να χειροκροτούμε κάθε διαδήλωση καθώς η ιστορία δεν αλλάζει μέσα σε μία νύχτα. Όμως, τα δικαιώματα, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι δημοκρατικές ελευθερίες δεν είναι αυτονόητα ούτε ανεξάρτητα από τη συλλογική προσπάθεια. Κάποτε κάποιοι αντιδραστικοί στην αρχαία Ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως “μηδίσαντες” (δηλ. εκείνοι που πήγαν με τους Πέρσες). Ενίοτε και ως εισηγητές “καινών δαιμονίων” και διαφθοράς των νέων (αναφέρομαι στη δίκη του Σωκράτη).
Στην εποχή της Ρώμης οι πρωτοεμφανιζόμενοι Χριστιανοί ήταν η πηγή της αμφισβήτησης της παλαιάς θρησκείας και συστήματος. Μετέπειτα στο Βυζάντιο, οι ειδωλολάτρες ήταν εκείνοι που διώκονταν συστηματικά για μακρά διαστήματα. Την περίοδο της Ιεράς Εξέτασης, κάθε νέα, επιστημονική αντίληψη έπρεπε πάση θυσία να γίνει στάχτη, στον βωμό της νέας παντοδύναμης θρησκείας. Και τέλος, φθάνοντας στο σήμερα, “Φασίστες” χαρακτηρίζονται όσοι επιδιώκουν εθνική ανεξαρτησία από ΗΠΑ και Ρωσία, “Ισλαμοφασίστες” οι Παλαιστίνιοι, “Κομμουνιστές και Ακροαριστεροί”, Τρομοκράτες, όποιοι αντιδρούν και διαδηλώνουν σε όλη την Ευρώπη.
Η μεγαλύτερη αυταπάτη δεν είναι ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Είναι ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτα. Γιατί το αντίθετο της ελευθερίας δεν είναι μόνο η καταπίεση. Είναι και η στιγμή που πείθεσαι ότι η ελευθερία δεν σε αφορά…





