Μπροστά σε μεγάλες απώλειες οι Ρεπουμπλικάνοι στις Ενδιάμεσες
02/11/2026
Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του Τραμπ για το κόστος ζωής και τη μη εμπλοκή των ΗΠΑ σε νέους πολέμους ενισχύουν την προοπτική σημαντικών εκλογικών κερδών για τους Δημοκρατικούς. Η ιστορική παράδοση θέλει το κόμμα που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο να χάνει έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές.
Η ανησυχία στους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εντείνεται ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Η πολιτική παράδοση δείχνει ότι το κόμμα που κατέχει τον Λευκό Οίκο χάνει συνήθως έδρες στη μία, ή και στις δύο κοινοβουλευτικές αίθουσες κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι απώλειες αυτές οδηγούν ακόμη και στην απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου.
Η αμερικανική πολιτική ιστορία καταγράφει ελάχιστες εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα. Το 1998, επί προεδρίας του Δημοκρατικού Μπιλ Κλίντον, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, επωφελούμενοι από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2002, οι Ρεπουμπλικάνοι αύξησαν επίσης την κοινοβουλευτική τους δύναμη στην ίδια αίθουσα, χάρη στην ισχυρή λαϊκή υποστήριξη προς τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον νεότερο και τον «Πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που ακολούθησε τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Οι απώλειες του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία στις ενδιάμεσες εκλογές αποδίδονται συνήθως στη δυσαρέσκεια των πολιτών για τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου, στη μειωμένη συμμετοχή των ψηφοφόρων που στηρίζουν το κυβερνών κόμμα και στην αυξημένη κινητοποίηση των ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης.
Στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, οι λόγοι ανησυχίας είναι αρκετοί. Οι επανειλημμένες εκκλήσεις του προς τη βάση των υποστηρικτών του να προσέλθει στις κάλπες, αποτυπώνουν την ανησυχία του ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ρεπουμπλικάνοι ενδέχεται να χάσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 3 Νοεμβρίου, όταν θα αναμετρηθούν οι υποψήφιοι για το σύνολο των 435 εδρών.
Η σημερινή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων είναι εξαιρετικά οριακή, καθώς διαθέτουν 218 έδρες έναντι 214 των Δημοκρατικών, ενώ υπάρχει ένας ανεξάρτητος βουλευτής και δύο κενές έδρες. Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 16 έως τις 19 Οκτωβρίου, καταγράφει ότι το 47% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων προτίθεται να ψηφίσει τους Δημοκρατικούς, έναντι 35% που δηλώνει ότι θα επιλέξει τους Ρεπουμπλικάνους.
Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ παρουσιάζουν παραδοσιακά σημαντικές δυσκολίες ως προς την ακρίβειά τους, καθώς η εκλογική αναμέτρηση διεξάγεται σε 435 ξεχωριστές περιφέρειες του Κογκρέσου, καθεμία από τις οποίες έχει διαφορετικές πολιτικές ισορροπίες και εκλογικές συνθήκες. Παρά τις δυσκολίες αυτές, αναλυτές θεωρούν πιθανή μια σημαντική μεταβολή στη σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Στις 23 Οκτωβρίου, το Cook Political Report προέβλεψε καθαρά κέρδη για τους Δημοκρατικούς από 12 έως 22 έδρες, αριθμός που θα αρκούσε για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία. Σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, οι Δημοκρατικοί θεωρούνταν ότι είχαν προβάδισμα σε 220 περιφέρειες, οι Ρεπουμπλικάνοι σε 198, ενώ 17 παρέμεναν αμφίρροπες, χωρίς να μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια ο νικητής.
Η μάχη για τη Γερουσία
Πιο δύσκολη είναι η προσπάθεια των Δημοκρατικών να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Από τις συνολικά 100 έδρες της, οι 35 είναι υπό διεκδίκηση, εκ των οποίων οι 33 στο πλαίσιο των τακτικών εκλογών και δύο σε ειδικές εκλογικές αναμετρήσεις στο Οχάιο και τη Φλόριντα. Οι συγκεκριμένες έδρες ανήκαν προηγουμένως στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, αντίστοιχα.
Για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία των 51 εδρών, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να διατηρήσουν και τις 47 έδρες που διαθέτουν σήμερα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των δύο ανεξάρτητων γερουσιαστών, του Μπέρνι Σάντερς από το Βερμόντ και του Άνγκους Κινγκ από το Μέιν, οι οποίοι συνεργάζονται με την κοινοβουλευτική ομάδα των Δημοκρατικών. Παράλληλα, θα πρέπει να κερδίσουν καθαρά τέσσερις επιπλέον έδρες.
Οι εκτιμήσεις διαφέρουν ως προς τις πολιτείες όπου η εκλογική μάχη είναι περισσότερο αμφίρροπη, αλλά και ως προς τον αριθμό των αναμετρήσεων στις οποίες το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό. Το Cook Political Report εντοπίζει επτά πολιτείες όπου η αναμέτρηση θεωρείται ιδιαίτερα ανταγωνιστική: Αλάσκα, Αϊόβα, Κάνσας, Μέιν, Μίσιγκαν, Οχάιο και Τέξας.
Οι Ρεπουμπλικανοί κατέχουν σήμερα έξι από τις επτά συγκεκριμένες έδρες, ενώ οι Δημοκρατικοί μόνο εκείνη του Μίσιγκαν. Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να κερδίσουν έως και τρεις έδρες, οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, ακόμη και σε περίπτωση ισοπαλίας 50-50, οι Ρεπουμπλικανοί θα έχουν το πλεονέκτημα της αποφασιστικής ψήφου του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς.
Για να μπορέσουν οι Δημοκρατικοί να ασκήσουν ουσιαστική πίεση στην πολιτική και νομοθετική ατζέντα της κυβέρνησης Τραμπ κατά τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης προεδρικής θητείας του, θα πρέπει να αποκτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.
Εάν εξασφαλίσουν μόνο τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης και να ξεκινήσουν έρευνες. Δεν θα διαθέτουν, ωστόσο, τον πλήρη έλεγχο της νομοθετικής ατζέντας ούτε τη δυνατότητα να εμποδίσουν προεδρικούς διορισμούς που απαιτούν την έγκριση της Γερουσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να παρουσιάσουν τους Ρεπουμπλικανούς και τον Τραμπ ως πολιτικά αποκομμένους από την καθημερινότητα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι απλοί Αμερικανοί.
Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του Τραμπ
Ένας δεύτερος παράγοντας που περιπλέκει τις εκλογικές προοπτικές των Ρεπουμπλικάνων είναι ο απολογισμός της πρώτης διετίας του Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Η νίκη του στις εκλογές του 2024 οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην επιτυχία του να προσελκύσει την αποκαλούμενη «μέση Αμερική», ένα σχετικά ευρύ τμήμα ανεξάρτητων και αναποφάσιστων ψηφοφόρων. Σε αυτή την κατηγορία απευθύνθηκε με βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις τη μείωση του κόστους ζωής και τον περιορισμό της παράνομης μετανάστευσης.
Αν και έχει σημειώσει πρόοδο στο ζήτημα της μετανάστευσης, το οποίο συγκεντρώνει ευρεία υποστήριξη στους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων, έχουν ήδη διατυπωθεί επικρίσεις ακόμη και από το εσωτερικό του κόμματος. Η Ρεπουμπλικανή βουλευτής από τη Φλόριντα, Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ, επέκρινε τις απελάσεις, προειδοποιώντας ότι πολλοί Λατίνοι ψηφοφόροι, οι οποίοι συνέβαλαν στη νίκη του Τραμπ το 2024, αισθάνονται πλέον προδομένοι.
Αντίστοιχα, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρότζερ Μάρσαλ από το Κάνσας, παρότι υποστηρίζει την ανάγκη αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης, άσκησε κριτική στις επιχειρήσεις των ομοσπονδιακών αρχών στην πολιτεία του. Όπως ανέφερε, οι επιχειρήσεις αυτές αιφνιδίασαν τις τοπικές αστυνομικές υπηρεσίες και προκάλεσαν αναστάτωση στην οικονομική δραστηριότητα. Ενδεικτικά, εργαζόμενοι απέφυγαν να προσέλθουν στις εργασίες τους, με αποτέλεσμα ορισμένες μονάδες επεξεργασίας κρέατος να αναστείλουν τη λειτουργία τους.
Ιδιαίτερα επιβαρυντική για τις εκλογικές προοπτικές των Ρεπουμπλικάνων ήταν η επιβολή υψηλών, τιμωρητικών δασμών στις εισαγωγές από τις περισσότερες χώρες. Ο Μάικ Ρότζερς, υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, ζήτησε μάλιστα τον τερματισμό του εμπορικού πολέμου με τον Καναδά, με τον οποίο η πολιτεία διατηρεί εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις, ιδιαίτερα στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Το πολιτικό κόστος του πολέμου με το Ιράν
Σημαντικές αντιδράσεις προκαλεί και ο πόλεμος με το Ιράν. Υποψήφιοι των Ρεπουμπλικάνων στην Αϊόβα και το Μίσιγκαν, μεταξύ άλλων, έχουν ζητήσει τον ταχύ τερματισμό της σύγκρουσης. Η απόφαση του Τραμπ να εξαπολύσει πόλεμο κατά του Ιράν, σε συνεργασία με το Ισραήλ, είχε ως αποτέλεσμα την εκτόξευση των τιμών των καυσίμων, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη, το οποίο εγκλώβισε τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου στον Περσικό Κόλπο.
Οι Ρεπουμπλικάνοι γνωρίζουν ότι ενδέχεται να πληρώσουν βαρύ εκλογικό τίμημα για αυτή την εξέλιξη, ακόμη και αν ορισμένοι υποψήφιοι δεν έχουν υποστηρίξει τις συγκεκριμένες πολιτικές, είτε στο σύνολό τους είτε εν μέρει. Για τον λόγο αυτό, κάποιοι επιχειρούν να κρατήσουν αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο, προσέχοντας, ωστόσο, να μην ασκήσουν ευθεία κριτική στον Τραμπ.
Το ζήτημα της πολιτικής στρατηγικής
Η πολιτική ρητορική του Τραμπ έχει την τάση να υποβαθμίζει τις δυσκολίες και να περιορίζει, σε επίπεδο δημόσιου λόγου, τη σημασία των συνεπειών των αποφάσεών του. Ωστόσο, οι απλοί Αμερικανοί βιώνουν καθημερινά τον αντίκτυπο των πολιτικών του, γεγονός που ενδέχεται πλέον να καθιστά προβληματική αυτή τη στρατηγική.
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας υπέρ των Ρεπουμπλικάνων υποψηφίων, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η απότομη αύξηση των τιμών των καυσίμων, μετά την απόφασή του να προχωρήσει σε πόλεμο κατά του Ιράν, αποτελεί ένα μικρό τίμημα προκειμένου να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 42%, ενώ εκείνη του ντίζελ κατά περισσότερο από 70%. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Αμερικανού προέδρου, ωστόσο, η κοινή γνώμη δεν φαίνεται να πείθεται από το επιχείρημά του.
Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ έχουν πετύχει συντριπτική στρατιωτική νίκη επί του Ιράν. Ωστόσο, το ιρανικό καθεστώς δεν έχει καταρρεύσει, το Ορμούζ εξακολουθεί να παραμένει υπό καθεστώς ομηρίας και η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίζει να επιδιώκει διαπραγματεύσεις με την ιρανική ηγεσία, είτε απευθείας είτε μέσω διαμεσολαβητών, με στόχο την επίτευξη ειρηνικής διευθέτησης.
Οι Δημοκρατικοί αξιοποιούν αυτές τις αντιφάσεις, επιχειρώντας να παρουσιάσουν τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικάνους ως πολιτικούς που ενδιαφέρονται πρωτίστως για τα δικά τους πολιτικά συμφέροντα και απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από τις ανησυχίες και τις καθημερινές δυσκολίες των απλών Αμερικανών. Το εκλογικό αποτέλεσμα θα δείξει σύντομα ποια από τις δύο πολιτικές στρατηγικές θα αποδώσει καρπούς…





