Πως ο πόλεμος στο Ιράν αλλάζει τους υπολογισμούς της Άγκυρας
17/06/2026
Αν και η Άγκυρα χαιρέτισε τη συμφωνία για το Ιράν, δεν παύει να ανησυχεί ότι αυτή θα μπορούσε να υπονομευθεί από ισραηλινές ενέργειες. Ο δε πόλεμος στο Ιράν την έχει αφήσει σε μια δυσμενή ισορροπία: Από τη μία πλευρά, ένα οργισμένο και εδραιωμένο ιρανικό καθεστώς, του οποίου οι στρατιωτικές δυνατότητες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άθικτες. Από την άλλη, ένα πιο διεκδικητικό Ισραήλ, ενθαρρυμένο από την ικανότητά του να αναδιαμορφώνει τις περιφερειακές ισορροπίες, μέσω της ισχύος και της αμερικανικής στήριξης.
Με τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, η Μέση Ανατολή φαίνεται να εισέρχεται σε μια μετα-αμερικανική φάση. Παρότι η Άγκυρα τη βλέπει θετικά, αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα ότι αυτό το περιβάλλον έχει λιγότερους κανόνες και περισσότερους κινδύνους από την εποχή της αμερικανικής υπεροχής.
Η μετα-αμερικανική συνθήκη εμφανίστηκε στη Μέση Ανατολή μέσα από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν. Για την Άγκυρα, που επί κυβέρνησης Τραμπ ήλπιζε σε μια σταδιακή αμερικανική αποχώρηση από την περιοχή και στη δημιουργία χώρου για τη δική της περιφερειακή επιρροή, η εξέλιξη ήταν προσγείωση στην πραγματικότητα: Οι ΗΠΑ παραμένουν αναντικατάστατες, αλλά και απρόβλεπτες.
Ο πόλεμος στο Ιράν υπενθύμισε επίσης ότι ο πρόεδρος Τραμπ και οι αμερικανικές παλινωδίες μπορεί να είναι εξίσου αποσταθεροποιητικές με την ίδια την ηγεσία τους. Ο κόσμος που η Άγκυρα φανταζόταν ως πιο ευέλικτο και “χαλαρό”, αποδεικνύεται πιο σκληρός και λιγότερο επιεικής.
Αναμφίβολα ο πόλεμος στο Ιράν υπήρξε μια στρατηγική λανθασμένη εκτίμηση για τις ΗΠΑ και ενδέχεται μακροπρόθεσμα να πλήξει το προφίλ της ως υπερδύναμης. Ωστόσο, το πραγματικό δίδαγμα για την Άγκυρα είναι ότι, καθώς η Ουάσιγκτον επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της στον κόσμο, οι παλινωδίες της μπορεί να αποδειχθούν εξίσου επικίνδυνες με την εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία βρίσκεται μπροστά στο ίδιο δίλημμα που αντιμετωπίζουν πολλές μεσαίες δυνάμεις: Πώς να προστατευθεί από την αστάθεια της Ουάσιγκτον, χωρίς να χάσει τα οφέλη της σχέσης μαζί της.
Ερντογάν και Τραμπ
Η Τουρκία προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια για ένα μετα-αμερικανικό μέλλον. Ο πρόεδρος Ερντογάν είχε πείσει ένα μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινής γνώμης ότι η χώρα μπορούσε να ακολουθήσει τη δική της ανεξάρτητη πορεία. Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράν άλλαξε τα δεδομένα, αναγκάζοντας την Άγκυρα να έρθει αντιμέτωπη με μια δυσάρεστη πραγματικότητα: Οι ΗΠΑ παραμένουν αναντικατάστατες και η Τουρκία δεν είναι ακόμη έτοιμη να κινηθεί μόνη της.
Σε προσωπικό επίπεδο, ο πρόεδρος Ερντογάν έχει ωφεληθεί σημαντικά από την περίοδο Τραμπ. Η αδιαφορία του Αμερικανού προέδρου για την εσωτερική πολιτική της Τουρκίας, έδωσε στον Τούρκο πρόεδρο μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων, ώστε να πιέσει την αντιπολίτευση και να αποδυναμώσει εγχώριους πολιτικούς αντιπάλους. Σε διεθνές επίπεδο, όμως, ένας κόσμος στον οποίο η Ουάσιγκτον μεταπηδά από την αποστασιοποίηση σε απρόβλεπτες παρεμβάσεις, μόνο και μόνο για να εγκαταλείπει τους στόχους της όταν βρεθεί σε αδιέξοδο, δεν θα είναι εύκολος στη διαχείριση.
Η αποδυνάμωση της διεθνούς τάξης υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ δεν προσφέρει στην Τουρκία ένα πιο ελεύθερο περιθώριο δράσης, αλλά ένα πιο ασταθές και απαιτητικό περιβάλλον. Η Άγκυρα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και στην ανάγκη για στρατηγική αυτονομία, σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες λιγοστεύουν και οι κίνδυνοι αυξάνονται.
Τουρκία, ΝΑΤΟ και Ευρώπη
Για δεκαετίες, η Τουρκία είχε έναν καθορισμένο ρόλο στη διεθνή τάξη: Αποτελούσε βασικό μέλος της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και, παρά τα δημοκρατικά της ελλείμματα, μέρος της διατλαντικής Δύσης. Η ισορροπία αυτή ήταν ατελής, αλλά σταθερή. Η Άγκυρα παρέμενε ενταγμένη στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας, ενώ παράλληλα επιδίωκε να διευρύνει την περιφερειακή της επιρροή.
Σήμερα, όμως, αυτή η ισορροπία έχει διαρραγεί. Ακόμη και πριν από την επιστροφή του Τραμπ, μια απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Καθώς η Τουρκία αποκτούσε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ενίσχυε την περιφερειακή της ισχύ, οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον [κυβέρνηση Μπάιντεν] επιδεινώνονταν μέσα από διαδοχικές κρίσεις: Τη Συρία, το κουρδικό ζήτημα, τη δημοκρατική οπισθοχώρηση και την αγορά των ρωσικών S-400, φέρνοντας τους δύο παραδοσιακούς συμμάχους στα όρια της ρήξης.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, αρκέστηκε σε μια στρατηγικά άτονη “ειρήνη” με την Άγκυρα, βασισμένη κυρίως στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και όχι σε μια ουσιαστική συζήτηση για τη θέση της Τουρκίας στο μέλλον της Ευρώπης. Αυτό που καθιστά τη σημερινή συγκυρία πιο “επικίνδυνη” για την Άγκυρα, είναι ότι η αμερικανική αστάθεια εξελίσσεται παράλληλα με μια διάβρωση της δυτικής συνοχής.
Το ΝΑΤΟ παραμένει ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια της Τουρκίας, όμως το μέλλον του μοιάζει ολοένα και πιο αβέβαιο. Τέσσερις ιρανικοί πύραυλοι που κατευθύνονταν προς την Τουρκία κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης αναχαιτίστηκαν από συστήματα του ΝΑΤΟ, υπενθυμίζοντας την αξία της Συμμαχίας. Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη, η οποία κάποτε προσέφερε στην Άγκυρα ένα πλαίσιο ένταξης και προσανατολισμού, έχει αποδυναμωθεί, ενώ η νέα τάξη που διαμορφώνεται προσφέρει ελάχιστες εγγυήσεις.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να μην είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε μια στρατηγική εταιρική σχέση με την Τουρκία, όσο συνεχίζεται η δημοκρατική οπισθοχώρηση. Ο πόλεμος στο Ιράν ξέσπασε μέσα σε αυτό το πλαίσιο και επιτάχυνε αυτές τις τάσεις. Ο Ερντογάν ήλπιζε ότι ο Τραμπ θα προσέφερε μια ευκαιρία επανεκκίνησης των σχέσεων με την Ουάσιγκτον και θα λειτουργούσε ως δίαυλος για μια πιο πραγματιστική επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, πέρα από τις προσωπικές φιλοφρονήσεις και την αμερικανική αποχώρηση από ορισμένες περιοχές της Συρίας, οι διμερείς σχέσεις έχουν ελάχιστα χειροπιαστά αποτελέσματα.
Το γεωπολιτικό δίλημμα
Ο δίαυλος επικοινωνίας Τραμπ-Ερντογάν δεν κατάφερε να επιλύσει σύνθετα ζητήματα, όπως η προσδοκία της Τουρκίας να αποκτήσει μαχητικά F-35, ούτε να δημιουργήσει ένα πιο σταθερό περιφερειακό περιβάλλον. Αντίθετα, η απόφαση του Τραμπ να προχωρήσει σε πόλεμο, ύστερα από μια σειρά κρίσεων που αφορούσαν τους δασμούς, τη Βενεζουέλα και τη Γροιλανδία, υπενθύμισε στην Άγκυρα ότι η απρόβλεπτη αμερικανική πολιτική μπορεί να έχει άμεσες και αποσταθεροποιητικές συνέπειες.
Έτσι, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα γεωπολιτικό δίλημμα: Πρέπει να διατηρεί καλές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, να παραμένει αγκυρωμένη στο ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα να ενισχύει την αυτονομία της απέναντι στην αμερικανική αστάθεια. Οι εναλλακτικές επιλογές είναι περιορισμένες. Για την Άγκυρα είναι μάλλον απίθανο να αναβιώσει η ατζέντα των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απάντηση της Τουρκίας στη σημερινή νέα τάξη δεν θα είναι η ρήξη με τη Δύση. Ούτε πρόκειται να στραφεί πλήρως προς τη Ρωσία, το Ιράν ή την Κίνα, χώρες που δεν προσφέρουν ουσιαστικά γεωπολιτικά οφέλη. Αντίθετα, η Άγκυρα πιθανότατα θα ακολουθήσει την τακτική που εφαρμόζουν πολλές άλλες χώρες: Θα επιδιώξει να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις με τον Τραμπ, ενώ παράλληλα θα αντισταθμίζει τους κινδύνους και θα διαφοροποιεί τις επιλογές της.
Ανεξάρτητα από το ποιος θα βρίσκεται στην εξουσία, η Τουρκία θα συνεχίσει να επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και να ενισχύει τον περιφερειακό της ρόλο. Παράλληλα, θα επιχειρήσει να βελτιώσει τις σχέσεις της με τους Ευρωπαίους και να δημιουργήσει μικρότερες περιφερειακές συνεργασίες, ώστε να θωρακιστεί απέναντι σε μελλοντικές αναταράξεις. Όμως, ένας κόσμος χωρίς τη σταθεροποιητική παρουσία της Ουάσιγκτον, ενέχει δυσκολίες.
Η Ευρώπη είναι επιφυλακτική απέναντι στις προσπάθειες της Άγκυρας να αποκτήσει θέση στη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της ηπείρου. Χωρίς αμερικανική διαμεσολάβηση, ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ θα μπορούσε να επεκταθεί στη Συρία, την Ανατολική Μεσόγειο και πέρα από αυτήν, δημιουργώντας μια επικίνδυνη δυναμική ή ακόμη και συνθήκες αντιπαράθεσης.
Η αποδυνάμωση της διεθνούς τάξης υπό την κυριαρχία των ΗΠΑ δεν προσφέρει στην Τουρκία ένα πιο ελεύθερο περιθώριο δράσης, αλλά ένα πιο ασταθές και απαιτητικό περιβάλλον. Η Άγκυρα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη Δύση και στην ανάγκη για στρατηγική αυτονομία, σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες λιγοστεύουν και οι κίνδυνοι αυξάνονται.





