ΑΝΑΛΥΣΗ

Πώς επηρεάζουν τις εκλογές ο πόλεμος, η ακρίβεια, το Ισραήλ και η θρησκεία

Πώς επηρεάζουν τις εκλογές ο πόλεμος, η ακρίβεια, το Ισραήλ και η θρησκεία, Σταύρος Λυγερός
EPA/EMILY CURIEL

Στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ο Τραμπ έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιφάσεις της δεύτερης προεδρίας του. Η υπόσχεσή του ότι δεν πρόκειται να σύρει τις ΗΠΑ σε πόλεμο διαψεύσθηκε. Το ίδιο και η υπόσχεσή του ότι θα ανακουφίσει οικονομικά τα μικρομεσαία στρώματα. Οι Ρεπουμπλικάνοι, λοιπόν, βαδίζουν προς τις κάλπες από μειονεκτική θέση.

Όπως είναι γνωστό, η από κοινού με το Ισραήλ επίθεση εναντίον του Ιράν επιδείνωσε την ενεργειακή κρίση, με αποτέλεσμα να πυροδοτήσει ένα νέο κύμα ακρίβειας, το οποίο λειτουργεί πλέον σαν πολιτικό-εκλογικό μπούμερανγκ για τον ίδιο τον πρόεδρο και τους Ρεπουμπλικάνους ευρύτερα. Σε μία προσπάθεια να αποτρέψει τη διαφαινόμενη εκλογική ήττα, ο Τραμπ έπαιξε στην τελική ευθεία προς τις εκλογές το χαρτί της “χριστιανικής Αμερικής” για να συσπειρώσει τη συντηρητική “βαθιά Αμερική”.

Το ερώτημα που θα απαντήσουν οι κάλπες είναι εάν οι εκλογικές απώλειες των Ρεπουμπλικάνων θα αντισταθμιστούν ή όχι από την όποια συσπείρωση της συντηρητικής “βαθιάς Αμερικής”. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως όχι. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως η ψήφος διαμαρτυρίας εναντίον του Τραμπ δεν ισοδυναμεί υποχρεωτικά με αποδοχή του προγράμματος των Δημοκρατικών. Στην τελευταία προεκλογική εικόνα, οι συγκεντρωτικές μετρήσεις δίνουν καθαρό προβάδισμα των Δημοκρατικών.

Ο μέσος όρος της Real Clear Polling, για έρευνες μέχρι τις 30 Οκτωβρίου, καταγράφει 52% έναντι 43,1%, διαφορά 8,9 μονάδων. Το Silver Bulletin του Νέιτ Σίλβερ υπολογίζει επίσης διαφορά 8,9 μονάδων στις 2 Νοεμβρίου, η οποία γίνεται 9,2 με την προσαρμογή στους πιθανούς ψηφοφόρους. Το Call the Map δίνει 8,1 μονάδες. Επομένως, η δημοσκοπική διαφορά κυμαίνεται στις 8-9 μονάδες.

Αυτή η διαφορά σε παναμερικανική κλίμακα για το Κογκρέσο δεν μεταφράζεται, βεβαίως, αναλογικά σε έδρες. Η Βουλή εκλέγεται σε 435 περιφέρειες και η πλειοψηφία απαιτεί 218. Η γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων, η χάραξη των περιφερειών και η προσωπική απήχηση των υποψηφίων μπορούν να περιορίσουν ή να διευρύνουν το αποτέλεσμα. Το προβάδισμα των Δημοκρατικών, πάντως, είναι τέτοιο, που θα είναι έκπληξη εάν η Βουλή δεν περάσει στα χέρια των Δημοκρατικών.

Για τη Γερουσία δεν υπάρχει ένας αντίστοιχος εθνικός μέσος όρος. Οι αξιόπιστες προβλέψεις λαμβάνουν υπόψη τον συσχετισμό των εκλογικών δυνάμεων ανά Πολιτεία. Στη δημοσκόπηση του Call the Map, ενημερωμένη στις 2 Νοεμβρίου, οι Δημοκρατικοί προηγούνται σε κρίσιμες Πολιτείες: Κατά 3 μονάδες στο Μέιν, 3,8 στο Μίσιγκαν και 8,8 στην Τζόρτζια. Στη Φλόριντα προηγούνται οι Ρεπουμπλικάνοι κατά 6,3 μονάδες. Οι αποκλίσεις αυτές δείχνουν γιατί η εθνική δυσαρέσκεια δεν αρκεί από μόνη της για να προβλέψει τη σύνθεση του σώματος.

Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν 53 έδρες έναντι 47 των Δημοκρατικών (μαζί με τους συνεργαζόμενους). Χρειάζονται, λοιπόν, καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών, επειδή εάν ο συσχετισμός είναι 50-50 η Γερουσία θα παραμείνει στους Ρεπουμπλικάνους, επειδή την καθοριστική ψήφο θα έχει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. Με άλλα λόγια, η διαφαινόμενη απώλεια της Βουλής και η ενδεχόμενη απώλεια της Γερουσίας για τους Ρεπουμπλικάνους συνιστούν δύο διαφορετικά εκλογικά προβλήματα.

Το Ιράν επιστρέφει ως κόστος ζωής

Όπως προανέφερα, ο πόλεμος εναντίον του Ιράν έχει αναμφισβήτητα κοστίσει πολιτικά και εκλογικά στον Τραμπ και στους Ρεπουμπλικάνους, αλλά είναι αδύνατον να προσδιοριστεί το κόστος ποσοτικά σε έδρες. Στον μέσο εθνικό όρο του Silver Bulletin στις 2 Νοεμβρίου, πάντως, το 36% είναι υπέρ του πολέμου και το 57% κατά. Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο ο πόλεμος επηρεάζει την αμερικανική κοινή γνώμη. Στην έρευνα του Chicago Council, μόλις 2% λέει ότι ο πόλεμος είναι το σημαντικότερο ζήτημα στις ενδιάμεσες εκλογές. Ο πόλεμος, όμως, έχει επιστρέψει στην αμερικανική καθημερινότητα ως ακρίβεια.

Έτσι, το 86% θεωρεί ότι έχει αυξήσει το κόστος ζωής και το 68% θεωρεί ότι δεν άξιζε το τίμημα. Μεταξύ των ανεξάρτητων, η δεύτερη εκτίμηση φτάνει το 76%. Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι το μικρό ποσοστό όσων αναφέρουν ως πρώτο πρόβλημα τον πόλεμο δεν σημαίνει πως ο πόλεμος έχει και μικρή εκλογική επίδραση. Η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για την ακρίβεια δεν συνδέεται στο μυαλό τους υποχρεωτικά με την επίθεση στο Ιράν, αλλά το κύμα ανατιμήσεων συνδέεται στενά με τον πόλεμο.

Με άλλα λόγια, η απόφαση του Τραμπ να ακούσει το Νετανιάχου και όχι τους στενούς συνεργάτες του και πρώτον τον αντιπρόεδρό του, επιστρέφει στην κάλπη ως οικονομική δυσαρέσκεια. Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι του χρεώνουν ότι παραβίασε την υπόσχεσή του να αποφύγει έναν ακόμα δαπανηρό πόλεμο.

Υπάρχει, βεβαίως, και μία μερίδα ψηφοφόρων, οι οποίοι έχουν την τάση να υποστηρίζουν κάθε πόλεμο που ξεκινάει η Ουάσινγκτον, θεωρώντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται η αμερικανική υπεροχή. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι οικονομικές επιπτώσεις αποξενώνουν όσους θεώρησαν πως το σύνθημα “Πρώτα η Αμερική” συνιστούσε δέσμευση ότι οι πόροι των ΗΠΑ δεν θα διοχετεύονταν σε πολεμικές περιπέτειες, πολύ περισσότερο που αυτές δεν οδηγούν σε νίκες.

Το Ισραήλ διχάζει και τα δύο στρατόπεδα

Ο παράγοντας Ισραήλ συνδέεται με τον πόλεμο στο Ιράν, αλλά έχει και αυτοτελή πολιτική επίπτωση. Η έρευνα του PRRI καταγράφει ότι το 64% των Αμερικανών θεωρεί υπερβολική την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη προς το Ισραήλ. Η θέση αυτή συγκεντρώνει 77% μεταξύ Δημοκρατικών και 68% μεταξύ ανεξάρτητων. Ακόμη και οι Ρεπουμπλικάνοι εμφανίζονται διχασμένοι: 50% συμφωνεί και 46% διαφωνεί. Η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει συνεπώς πάψει να λειτουργεί ως αυτονόητη διακομματική συγκολλητική ουσία, ούτε καν ως κοινός παρονομαστής των Ρεπουμπλικάνων.

Από αυτό δεν προκύπτει μαζική μετακίνηση ψηφοφόρων από το ένα κόμμα στο άλλο. Για έναν συντηρητικό που διαφωνεί με την πολιτική προς το Ισραήλ, οι θέσεις των Δημοκρατικών σε άλλα ζητήματα μπορεί να αποτελούν ισχυρότερο ανασταλτικό παράγοντα. Αντίστοιχα, ένας φιλοϊσραηλινός ψηφοφόρος των Δημοκρατικών δεν εγκαταλείπει αναγκαστικά το κόμμα του. Ο παράγοντας αυτός, ωστόσο, θα επηρεάσει και τη συμμετοχή, αλλά και την επιλογή υποψηφίων, προκαλώντας κάποιες μάλλον οριακές μετακινήσεις.

Για τους Δημοκρατικούς, η δυσκολία είναι διπλή. Υποψήφιοι που επικρίνουν το Ισραήλ και για τη Γάζα και για την επίθεση στο Ιράν μπορούν να προσελκύσουν ψηφοφόρους που είναι απογοητευμένοι από τη στάση του Τραμπ. Μπορούν, όμως, και να απωθήσουν άλλους ψηφοφόρους που θεωρούν ότι απειλείται η ασφάλεια του Ισραήλ. Το τελικό ισοζύγιο εξαρτάται από το εκλογικό περιβάλλον και τις συγκεκριμένες θέσεις κάθε υποψηφίου. Είναι ενδεικτικό, πάντως, ότι ο Τραμπ ανακοίνωσε πως συμφώνησε με το Νετανιάχου να διακόψει από το 2027 την ετήσια αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ ύψους τεσσάρων δισ. δολαρίων.

Το χαρτί της “χριστιανικής Αμερικής”

Η επίκληση της “χριστιανικής Αμερικής” από τον Τραμπ και Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στο πεδίο της ταυτότητας: Ποιος εκπροσωπεί το έθνος, ποιες αξίες απειλούνται και ποιος δικαιούται να τις υπερασπίζεται. Ως εκλογικός μηχανισμός, μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα συσπείρωσης και συμμετοχής στις εκλογές της συντηρητικής “βαθιάς Αμερικής”. Αυτή η κατηγορία ψηφοφόρων παραμένει ισχυρή.

Η έρευνα του Pew Research Center (28 Σεπτεμβρίου έως 4 Οκτωβρίου) καταγράφει προτίμηση 73% προς Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους μεταξύ λευκών ευαγγελικών προτεσταντών, έναντι 12% προς Δημοκρατικούς. Προφανώς, η “χριστιανική Αμερική” δεν συνιστά ενιαίο εκλογικό σώμα. Για ευνόητους λόγους, οι Αφροαμερικανοί προτεστάντες προτιμούν τους Δημοκρατικούς σε ποσοστό 74% έναντι 6%, ενώ οι ισπανόφωνοι καθολικοί σε 59% έναντι 19%.

Η προσπάθεια του Τραμπ να παίξει το χαρτί της “χριστιανικής Αμερικής” σκοπεύει να προσελκύσει εκλογικά τους πιστούς χριστιανούς, αλλά και όσους δεν συμπαθούν το Ισλάμ. Σκοπεύει κυρίως να δημιουργήσει ένα κλίμα κινδύνου αλλοίωσης του χαρακτήρα της αμερικανικής κοινωνίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο να ενεργοποιήσει αμυντικά αντανακλαστικά κυρίως της “βαθιάς Αμερικής”. Προσπαθεί, με άλλα λόγια, να συνδέσει τη χριστιανική πίστη και πολιτισμό με τη ρεπουμπλικανική ταυτότητα και κατ’ αυτόν τον τρόπο να συγκρατήσει δυσαρεστημένους Ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους.

Η υποψηφιότητα Σαγέντ

Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στην Πολιτεία του Μίσιγκαν, μουσουλμάνος Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, προσφέρει πεδίο εξέτασης. Στην έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που δημοσιοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, προηγείται του Ρεπουμπλικάνου Μάικ Ρότζερς με 48% έναντι 45,5%. Στην ίδια έρευνα, η υποψήφια κυβερνήτης των Δημοκρατικών Τζόσελιν Μπένσον προηγείται συντριπτικά του Ρεπουμπλικάνου αντίπαλού της με 53,3% έναντι 40,9%. Η απόκλιση μπορεί θεωρητικά να μην οφείλεται στη θρησκεία, αλλά στην απήχηση των δύο προσωπικοτήτων (Μπένσον και Ελ Σαγέντ), αλλά κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται τουλάχιστον εν μέρει στο θρήσκευμα.

Αυτό προκύπτει και την ίδια την έρευνα. Οι συμμετέχοντες σε ποσοστό 38% δήλωσαν ότι η μουσουλμανική ταυτότητα ενός υποψηφίου μειώνει την πιθανότητα να τον ψηφίσουν. Πρόκειται για ουσιαστική ένδειξη εκλογικού εμποδίου. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Ελ Σαγέντ θα ηττηθεί. Σημαίνει, όμως, ότι ξεκίνησε από σχετικά μειονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου του. Το γεγονός ότι κέρδισε το χρίσμα λέει κάποια πράγματα, αλλά δεν τα λέει όλα. Το χρίσμα κρίθηκε από ψήφους Δημοκρατικών, ενώ η εκλογή στη Γερουσία θα κριθεί από τις ψήφους όλων.

Η παρουσία μουσουλμάνων υποψηφίων, συνεπώς, ενεργοποιεί δύο αντίρροπες δυνάμεις: Από τη μία επιφύλαξη σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, αλλά από την άλλη αυξημένη στράτευση όσων επιδιώκουν να σπάσουν ένα ταμπού και να υπογραμμίσουν εμπράκτως το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι ανεξίθρησκο κράτος. Και σ’ αυτή την περίπτωση την απάντηση για το ποια δύναμη θα επικρατήσει θα φανεί στην κάλπη.

Η εκλογική δοκιμασία του Τραμπ συμπυκνώνεται τελικά στη σχέση υλικής δυσαρέσκειας και πολιτισμικής συσπείρωσης, χωρίς, βεβαίως, να υποτιμώνται οι κομματικές ταυτίσεις και οι παραδοσιακοί εκλογικοί συσχετισμοί στις κρίσιμες Πολιτείες. Ο πόλεμος στο Ιράν αναμφισβήτητα κοστίζει πολιτικά-εκλογικά στους Ρεπουμπλικάνους, κυρίως λόγω των οικονομικών επιπτώσεών του, ενώ ο παράγοντας Ισραήλ και η δημόσια αντιπαράθεση για τη “χριστιανική Αμερική” τροφοδοτούν αντίρροπες τάσεις.

Συμπερασματικά, οι Δημοκρατικοί διαθέτουν σαφές δημοσκοπικό πλεονέκτημα για τη Βουλή, την οποία και πιθανότατα θα κερδίσουν. Παραλλήλως, διεκδικούν με αξιώσεις και τη Γερουσία. Το ποιο από τα δύο κόμματα τελικώς θα την κερδίσει θα κριθεί από τις κρίσιμες Πολιτείες: Μέιν, Αϊόβα, Ιλινόις, Οχάιο, Τέξας, Αλάσκα, Βόρεια Καρολίνα και Μίσιγκαν.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx