ΣΧΟΛΙΟ

Το φάντασμα της εξέγερσης επιστρέφει

Το φάντασμα της εξέγερσης επιστρέφει, Απόστολος Αποστόλου
EPA/Firas Abdullah

Η κοινωνική εξέγερση δεν πέθανε. Εκείνο που χρεοκόπησε είναι η Αριστερά που εγκατέλειψε τη χειραφέτηση για να αναλάβει τη διαχείριση του συστήματος. Και τώρα η κοινωνική βάση αναζητά ξανά τον δικό της δρόμο.

Το 1968, ο Αλαίν Ζεσμάρ και ο Σερζ Ζυλύ, παλιοί σύντροφοι του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ στο “Κίνημα της 22ας Μάρτη”, έγραψαν το βιβλίο τους “Προς τον εμφύλιο πόλεμο”. Η εκτίμησή τους ήταν δραματική: Η Γαλλία βάδιζε ολοταχώς προς μια γενικευμένη κοινωνική σύγκρουση. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν ήρθε και όχι επειδή εξαφανίστηκαν οι κοινωνικές αντιθέσεις, ούτε επειδή το σύστημα ανακάλυψε ξαφνικά την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν ήρθε επειδή η εξουσία διαθέτει πάντα μηχανισμούς άμυνας, απορρόφησης των κραδασμών και κυρίως, πολιτικής ενσωμάτωσης των αντιπάλων της.

Ο σπουδαίος κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ, καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας, είχε περιγράψει με χαρακτηριστική οξύτητα αυτή τη διαδικασία. Είχε πει ότι οι γραφειοκράτες της Αριστεράς κατάφεραν να τοποθετήσουν μια Αριστερά μέσα στη Δεξιά, αποκαθιστώντας έτσι τις πολιτικές ισορροπίες. Μια διατύπωση που παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Γιατί η μεγαλύτερη επιτυχία του συστήματος δεν ήταν απλώς ότι νίκησε τις εξεγέρσεις, αλλά ήταν ότι κατάφερε να ενσωματώσει ένα σημαντικό μέρος εκείνων που υποτίθεται ότι ήθελαν να το ανατρέψουν.

Η επανάσταση έγινε επαγγελματική σταδιοδρομία, η αμφισβήτηση κυβερνητική φιλοδοξία και η κοινωνική χειραφέτηση αντικαταστάθηκε από την τέχνη της διαχείρισης. Οι παλιοί επαναστάτες ανακάλυψαν τη γοητεία των υπουργικών γραφείων, οι κομματικές γραφειοκρατίες την αξία της κυβερνησιμότητας και οι πολιτικοί διαχειριστές ανακάλυψαν ότι μπορείς να μιλάς για την κοινωνική αλλαγή χωρίς να αλλάζεις απολύτως τίποτα.

Η επανάσταση εξημερώθηκε

Έτσι γεννήθηκε η μεγάλη πολιτική αντίφαση της σύγχρονης Αριστεράς, να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος των κοινωνικά αδικημένων, ενώ ταυτόχρονα αποδέχεται τις βασικές δομές που παράγουν την αδικία. Να μιλά για τους εργαζόμενους χωρίς να εμπιστεύεται την αυτοτελή πολιτική τους δράση. Να επικαλείται τους κοινωνικούς αγώνες, αλλά να φοβάται την ανεξέλεγκτη δυναμική τους. Να ζητά την ψήφο των ανθρώπων που υποφέρουν, προκειμένου να διαχειριστεί με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία τους όρους της δυστυχίας τους.

Μόνο που η κοινωνία δεν είναι ιδιοκτησία των κομμάτων. Οι εργαζόμενοι, οι νέοι, οι επισφαλώς απασχολούμενοι, οι αποκλεισμένοι δεν αποτελούν εκλογική πελατεία κανενός. Δεν χρειάζονται πολιτικούς εργολάβους που θα διαπραγματεύονται την αγανάκτησή τους στους διαδρόμους της εξουσίας, επίσης δεν χρειάζονται κομματικούς κηδεμόνες που θα τους εξηγούν κάθε φορά γιατί οι διεκδικήσεις τους πρέπει να περιοριστούν στα όρια του πολιτικά εφικτού. Χρειάζονται τη δυνατότητα να γίνουν οι ίδιοι υποκείμενα της Ιστορίας τους.

Αυτή είναι η κοινωνική βάση που εξακολουθεί να εξεγείρεται, να διεκδικεί και να ονειρεύεται ένα διαφορετικό μέλλον, παρά τις συστηματικές προσπάθειες να της δολοφονήσουν το όνειρο και να πυροβολήσουν την ελπίδα. Και εδώ ακριβώς διαψεύδονται όλοι εκείνοι που, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, προεξοφλούσαν το τέλος των ιδεολογιών, των συλλογικών οραμάτων και των μαζικών κινητοποιήσεων.

Η ιστορία δεν τελείωσε ακόμη

Ο άνθρωπος δεν μετατράπηκε στον ιδανικό καταναλωτή που είχαν σχεδιάσει οι θεωρητικοί της μεταπολιτικής. Δεν παραιτήθηκε από την Ιστορία για να περιοριστεί στην ιδιωτική του επιβίωση. Μπορεί να απογοητεύτηκε από τα κόμματα, να απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές οργανώσεις, να έχασε την εμπιστοσύνη του στους πολιτικούς εκπροσώπους του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εγκατέλειψε την ανάγκη για συλλογική αλλαγή.

Ο κόσμος αντιστέκεται. Δεν υπακούει πλέον τόσο εύκολα στους γελωτοποιούς του βασιλέως, στους επαγγελματίες της πολιτικής που ανακυκλώνουν τις ίδιες υποσχέσεις, αλλάζοντας απλώς το επικοινωνιακό περιτύλιγμα. Η ακρίβεια, η εργασιακή επισφάλεια, η κοινωνική ανισότητα και η διάλυση των δημόσιων αγαθών δεν αντιμετωπίζονται με δελτία Τύπου και τηλεοπτικές εμφανίσεις, καθώς και η αγανάκτηση δεν εξαφανίζεται επειδή οι κομματικοί μηχανισμοί αδυνατούν να της δώσουν πολιτική έκφραση.

Ο Γαλλικός Μάης του 1968 έχει ασφαλώς παλιώσει. Ενσωματώθηκε, μουσειοποιήθηκε και σε μεγάλο βαθμό μετατράπηκε σε καταναλωτικό προϊόν. Τα συνθήματά του τυπώθηκαν σε μπλουζάκια, η εξέγερσή του έγινε αισθητική μόδα και ορισμένοι από τους πρωταγωνιστές του βρήκαν τη θέση τους στο σύστημα που κάποτε αμφισβητούσαν. Η επανάσταση έγινε vintage. Μπορείς πλέον να αγοράσεις την εξέγερση σε προνομιακή τιμή, αρκεί να μην επιχειρήσεις να την πραγματοποιήσεις.

Το 2026, όμως, μπορεί να εγκαινιάζει μια διαφορετική περίοδο κοινωνικής κινητικότητας. Όχι μια νοσταλγική αναπαράσταση του 1968, αλλά την ανάγκη για μια νέα πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση. Μια διαδικασία που δεν θα αναζητά τη νομιμοποίησή της στις παλιές κομματικές γραφειοκρατίες, ούτε θα περιορίζεται στην εναλλαγή διαχειριστών της εξουσίας. Μια δυναμική που θα στηρίζεται στην αυτοοργάνωση, στη συλλογική δράση, στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην αμφισβήτηση των ίδιων των σχέσεων εξουσίας.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια καλύτερη διαχείριση του υπάρχοντος συστήματος. Είναι η υπέρβασή του και αυτή δεν μπορεί να προκύψει από εκείνους που έχουν οικοδομήσει την πολιτική τους καριέρα πάνω στη διαχείριση της ήττας, χρειάζεται μια νέα ριζοσπαστική πολιτική πρόταση, που θα αποκαταστήσει τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική διεκδίκηση και την πολιτική χειραφέτηση.

Ξεπερνώντας τον Μάη του 1968

Ίσως, λοιπόν, το φάντασμα που στοιχειώνει σήμερα την Ευρώπη να μην είναι απλώς εκείνο του κομμουνισμού, όπως έγραφε ο Μαρξ, ούτε η νοσταλγική ανάμνηση του Μάη του 1968, αλλά να είναι το φάντασμα μιας κοινωνίας που αρνείται να αποδεχθεί ότι το μέλλον της έχει ήδη αποφασιστεί ερήμην της.

Και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιστρέψει ο Μάης του 1968, αλλά είναι αν θα μπορέσει η κοινωνία να ξεπεράσει εκείνους που τον ενσωμάτωσαν και να δημιουργήσει τη δική της πολιτική προοπτική.

Δεν χρειαζόμαστε καμιά αναστήλωση από το παρελθόν, χρειαζόμαστε μια νέα κοινωνική χειραφέτηση. Γιατί οι επαναστάσεις δεν πεθαίνουν όταν τις κηρύσσουν νεκρές οι πολιτικοί νεκροθάφτες τους. Πεθαίνουν μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουν να ονειρεύονται έναν διαφορετικό κόσμο και ευτυχώς για την Ιστορία, αυτό δεν έχει ακόμη συμβεί.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx