Ένας χωρίς υπερβολές απολογισμός της επίσκεψης Μακρόν
29/04/2026
Η επίσκεψη του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, Εμμανουέλ Μακρόν, αποδεικνύεται επιτυχημένη σε πολλούς τομείς της διμερούς συνεργασίας, αλλά η – εκτός ορίων – επικοινωνιακή της εκμετάλλευση, με ελληνική κυβερνητική ευθύνη, προκαλεί κινδύνους για τα επόμενα στάδια των διαβουλεύσεων.
Κορυφαίο παράδειγμα, η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι ο Εμμανουέλ Μακρόν έχει συρθεί από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, να αναπτύξει δυνάμεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο στο πλαίσιο της κοινής άμυνας της ΕΕ. Λες και η Γαλλία δεν έχει μόνιμη αεροναυτική παρουσία στην περιοχή τα πάρα πολλά τελευταία χρόνια, ή δεν είχε πάντα συμφέροντα στο Λίβανο και τη Συρία, βάσει απόφασης της τότε Κοινωνίας των Εθνών από το 1923.
Ή σαν να μην είχε επιρροή στο Ιράν, από τη δεκαετία του ’60 με ταυτόχρονο “χειρισμό” του Σάχη και των Αγιατολάχ, και στις διαπραγματεύσεις JCPOA με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα, ως και τον Αύγουστο του 2025. Ή σαν το Παρίσι να μη συνδέεται, από τις ημέρες του Σαντάτ το 1970 και με κορύφωση επί Ελ Σίσι, με στενότατη πολιτική, οικονομική και αμυντική συνεργασία με την Αίγυπτο.
Λίγο ακόμα, και θα μας πουν ότι το Μέγαρο Ελιζέ ζήτησε, επειγόντως και με παρακλήσεις, από το Μέγαρο Μαξίμου συμβουλές σε θέματα επιτελικού κράτους!
Η επιχείρηση στο Ορμούζ
Ως προς την ουσία των εξελίξεων, η πραγματικότητα είναι ότι εντός των επόμενων εβδομάδων, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα σύρει πουθενά τον κ. Μακρόν. Αντιθέτως, θα κληθεί να λάβει η ίδια πολύ δύσκολες αποφάσεις ως προς το γαλλο-βρετανικό σχεδιασμό για την αποστολή δύναμης στα Στενά του Ορμούζ.
Απαράβατος όρος, που έθεσε πρώτος ο Γάλλος πρόεδρος από τις αρχές Μαρτίου στις διαβουλεύσεις της Πάφου, είναι ότι η δύναμη της “Συμμαχίας των Προθύμων” θα δράσει μόνον μετά την «παύση» (όχι τον «τερματισμό») των εχθροπραξιών. Ο Μακρόν εμμένει στην «παύση», αλλά η υπηρεσιακή – διπλωματική και στρατιωτική – ενημέρωση, που λαμβάνει η Αθήνα από το Παρίσι και το Λονδίνο, διευκρινίζει ότι «θα εξακολουθήσουν να απαιτούνται στρατιωτικά στοιχεία δεδομένης της αστάθειας του περιβάλλοντος».
Γιατί, ακόμα και μετά την «παύση», η ασύμμετρη απειλή (νάρκες, ταχύπλοα, UAVs και οικονομικό κόστος) στο Ορμούζ δεν θα εξαλειφθεί γρήγορα. Αν και ουδείς από τη Συμμαχία των Προθύμων επιθυμεί τη μόνιμη στρατιωτική παρουσία, ή την ευθύνη διαχείρισης των τάνκερ επ’ αόριστον, η εμπλοκή θα συνεχιστεί μέχρι η διεθνής ναυτιλία καταφέρει να λειτουργήσει κανονικά, χωρίς να χρειάζεται συνοδεία πολεμικών πλοίων. Επομένως, η αποστολή στο Ορμούζ δεν θα έχει διάρκεια εβδομάδων ή λίγων μηνών, αλλά πάρα πολλών μηνών. Ίσως και ετών.
Προς το παρόν, η ελληνική θέση συνοψίζεται στο μήνυμα που καταρχήν μεταφέρθηκε, εμπιστευτικά, στο Παρίσι κατά την αρχή των σχετικών διαβουλεύσεων και, τελικά, δημοσιοποιήθηκε από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια, στο Delphi Forum. Ότι, δηλαδή, «εάν υπάρξει εκεχειρία και εάν υπάρξει μια επιχείρηση, με πολλές προϋποθέσεις – μας νοιάζει η ασφάλεια των πληρωμάτων μας, μας νοιάζει η ασφάλεια των πλοίων μας και δεν είμαστε εμπόλεμοι – η Ελλάδα θα μπορούσε να συζητήσει μια τέτοια συμμετοχή».
Ωστόσο, γίνεται φανερό ότι ο χρόνος των τελικών αποφάσεων πλησιάζει. Είναι σαφές ότι, είτε προσφερθούν φρεγάτα και άλλα στρατιωτικά μέσα, είτε επιλεγεί η αποχή από την κοινή ευρωπαϊκή δράση, η απόφαση θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική. Ξεπερνούν, κατά πολύ, το όριο της τρέχουσας θητείας του Μητσοτάκη και, υπό άλλες συνθήκες (αυτό είναι σήμερα ανέφικτο), θα απαιτείτο σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών ή κύρωση από τη Βουλή.
Υπερβολές για Μακρόν και Τουρκία
Παράλληλα, το Μαξίμου έσπευσε να δώσει μυθικές διαστάσεις στη δήλωση του Μακρόν ότι «αν η κυριαρχία σας απειλείται, κάντε ό,τι χρειάζεται [και] θα είμαστε εδώ για εσάς». Ο Γάλλος πρόεδρος ήταν, απλώς, καλά διαβασμένος και συνεπής. Επιβεβαίωσε, με λακωνικό τρόπο, την πρόβλεψη του άρθρου 2 της Συμφωνίας του 2021 (που τώρα ανανεώθηκε) ότι «τα Μέρη παρέχουν το ένα στο άλλο βοήθεια και συνδρομή, με όλα τα κατάλληλα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους, και εφόσον υφίσταται ανάγκη με τη χρήση ένοπλης βίας, εάν διαπιστώσουν από κοινού ότι μία ένοπλη επίθεση λαμβάνει χώρα εναντίον της επικράτειας ενός από τα δύο».
Επομένως, κακώς τα κυβερνητικά φερέφωνα δίνουν άλλη διάσταση, εννοώντας, άμεσα ή έμμεσα, διαρκή συστράτευση κατά της Τουρκίας και γαλλική παρέμβαση σε περιοχές δυνητικής ελληνικής ΑΟΖ ή κυριαρχικών δικαιωμάτων. Οι εξωκοινοβουλευτικοί προπαγανδιστές του Μαξίμου δεν συνειδητοποιούν (μάλλον δεν ενδιαφέρονται καν) πόσο κακό κάνουν στην ελληνογαλλική φιλία, δημιουργώντας ψευδείς εντυπώσεις. ‘Όταν – μάλλον σύντομα – η Άγκυρα επιστρέψει στην πολιτική έντασης στο Αιγαίο, η ελληνική κοινή γνώμη θα προσδοκά σχεδόν καθημερινές δηλώσεις από τον Μακρόν κατά της Άγκυρας.
Και όταν αυτές οι δηλώσεις δεν θα γίνονται, υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας αντι-γαλλικού κλίματος. Άλλωστε, υπό μία έννοια, το κακό παράδειγμα έδωσε ο Μητσοτάκης, όταν στη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου 2020 είχε προ-αποδομήσει την αξία της ελληνογαλλικής ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής του 2021! Μόλις τρεις ημέρες μετά από συνάντηση με τον Μακρόν στην Κορσική, δήλωνε πως «θέλω να σας θυμίσω ότι τέτοια ρήτρα υπάρχει σε επίπεδο ΕΕ, είναι το άρθρο 42.7 (…), υπάρχει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Τα εξοπλιστικά
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα μία σημαντική πτυχή της επίσκεψης του Μακρόν ήταν η επιβεβαίωση της συνεργασίας των δύο χωρών στα εξοπλιστικά προγράμματα. Το πρόβλημα είναι ότι, παρά το όντως θετικό κλίμα, δεν λείπουν οι παλινωδίες. Μεταξύ αυτών, η ξαφνική αφαίρεση – από την ελληνική πλευρά – του προγράμματος τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης “Φιλοκτήτης” από τα συνοδευτικά έγγραφα της Συμφωνίας Στρατηγικής Σχέσης. Όπως και οι διαρροές για εξελίξεις στο πρόγραμμα των νέων υποβρυχίων, αν και δεν υπάρχει πραγματική βούληση για τη λήψη κυβερνητικών αποφάσεων σύντομα.
Πάλι καλά, βέβαια, που ο πρωθυπουργός (σύμφωνα, τουλάχιστον, με τις ως τώρα πληροφορίες) δεν επανέλαβε στον Μακρόν όσα αξίωσε προ μηνών από την υπουργό Άμυνας, Κατρίν Βοτρέν. Ο Μητσοτάκης φέρεται να της είχε ζητήσει, σαν περίπου αυτονόητη, την ίδρυση βιομηχανικής μονάδας της Dassault στην Ελλάδα (σ.σ.: μακάρι, ασφαλώς, να δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας).
Το σκεπτικό του ήταν ότι, χάρη στο συμβόλαιο αγοράς Rafale από την Πολεμική Αεροπορία το 2021, πείστηκαν να πράξουν το ίδιο η Αίγυπτος και η Ινδία. Κάτι τέτοιο δεν είναι φυσικά ακριβές, αφού το Κάϊρο έγινε ο πρώτος ξένος αγοραστής Rafale το Φεβρουάριο του 2015 και το Νέο Δελχί διαπραγματευόταν από το 2011, υπέγραψε συμφωνία το 2016 και άρχισε παραλαβές το 2019.
Άλλωστε, πώς να αποφασίσει η Dassault ή άλλη μεγάλη ξένη αμυντική βιομηχανία τη λειτουργία μονάδας στην Ελλάδα, όταν είναι γνωστό, διεθνώς, το “ρεζίλι” με την κρατική ΕΑΒ; Προ διμήνου, η αγανακτισμένη Lockheed Martin διαμαρτυρήθηκε, με επίσημη επιστολή στην κυβέρνηση, ότι οι καθυστερήσεις της κρατικής ΕΑΒ, όσον αφορά την κατασκευή τμημάτων F-16 και C-130, επηρεάζουν σοβαρά μέχρι και τη λειτουργία των κατασκευαστικών μονάδων της στην Τζόρτζια και τη Νότια Καρολίνα.





